Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Η Βία στη φύση …

Διάβασα σε μία εφημερίδα της βόρειας Ιταλίας πρόσφατα για τη βία που έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας. Και επειδή τα ιταλικά μου φτάνουν μέχρι το λατινικό «officium (καθήκον)», επιστράτευσα καλή φίλη μου που είναι και ιταλοσπουδαγμένη. Και το αποτέλεσμα ήταν να μην καταλάβω όχι τι έγραφε η εφημερίδα αλλά ούτε καν το νόημα του άρθρου!. Και θύμωσε η καλή μου φίλη και δεν έτρωγε το παγωτό της! Τέτοια βάσανα προς χάριν της ενημέρωσης, όχι για μένα μόνο αλλά και για δικούς μου ανθρώπους που με ανέχονται στις παραξενιές μου.

Και εκεί που ήθελα πολύ να γράψω δυό λόγια για τη βία από το δημοσίευμα της εφημερίδας, πέρασε ο καιρός, πέρασε και το Πάσχα με τα σουβλιστά ελέη - τις γαλατόπιτες της μάνας - τα απαγορευμένα κοκορέτσια - και όλα όσα αποτελούν την ελληνική εκδοχή του Πάσχα. Και ξέχασα τη βία αλλά αντίκρισα την Άνοιξη.
Και όπως σωστά γράφει κι ένας γείτονάς μου: «ο Απρίλιος στα λατινικά λέγεται “Aperio” και σημαίνει ανοίγω, από εκεί και η Άνοιξη, το άνοιγμα της φύσης, της ζωής. Αν και δεν είμαι ειδικός, φαντάζομαι πως και το Πάσχα σηματοδοτεί την αναζωογόνηση της φύσης – συγχωρείστε με αν κάνω λάθος.

Και ενώ άρχισα με τη βία, παραμονές της Μεγάλης Παρασκευής βρέθηκα σε λιβάδια καταπράσινα, σε ρυάκια παραφουσκωμένα από τον χειμώνα που πέρασε, στα απίστευτα χρώματα που αρχίζουν να διαμορφώνουν την εικόνα του ματιού. Και η εικόνα που βλέπει το ανθρώπινο μάτι, καμία τέχνη δεν καταφέρνει να την αποτυπώσει με ακρίβεια. Όλες οι τέχνες, αντιγραφές είναι που προσεγγίζουν το θέμα τους, δεν το τελειοποιούν. Και η εικόνα που έχει το ανθρώπινο μάτι, διαφοροποιείται ανά δευτερόλεπτο από τα κέφια του αέρα, του ήλιου, από τη σκιά ενός δέντρου, από τη δύναμη του υγρού στοιχείου. Υπάρχει άραγε καλύτερος ευρυγώνιος φακός από το μάτι;

Και παρατηρώντας τα παιχνίδια με τα χρώματα, έφτασε και ο παράξενος ήχος. Δεν ξεγελάστηκα, εκεί κοντά σε μικρό κοτέτσι η «θειά» έσφαζε αλανιάρη κόκορα – πιθανώς παραγγελία είχε πάρει από κάποιον που γνωρίζει να τρώει αγνές τροφές. . Και ο κόκορας αν και ακέφαλος, σπαρταρούσε και τίναζε το αίμα του να ποτίσει και να λιπάνει τα αγριόχορτα και να τα νοστιμίσει. Αυτά που όχι μόνο εμείς οι κυνηγοί αλλά κύρια οι φανατικοί χορτοφάγοι κυνηγούν για την αγνότητά τους και τη μοναδική γεύση τους.

Προχώρησα ανηφορικά να χαζέψω τις αντανακλάσεις του ήλιου με το φρέσκο φώς. Περπατώντας, το μονοπάτι διακλαδιζόταν και άκουσα ήχους από βελάσματα προβάτων. Συνέχισα τη πορεία μου και είχα αμφιθεατρική εικόνα του χώρου. Ένα μαχαίρι με βία; με βιά; πρόλαβα και το είδα να μπαίνει στο λαιμό υποψήφιου οβελία. Ο ήχος του θανάτου τράνταξε το φώς. Στα οργανωμένα σφαγεία ο θάνατος δεν έχει ήχο, και έρχεται με επιστημονικούς αθόρυβους τρόπους πιστεύω. Περνώντας το διάσελο και κατηφορίζοντας στο αντιπρανές, άλλαξαν και οι εικόνες από την αποσκιερή πλαγιά. Πλεύρισα στη ρεματιά που συνάντησα και άφηνα πίσω μου μισοπεσμένες πεζούλες. Δεν ήταν ο καινούριος ήχος που με έκανε να σταματήσω πάλι, αλλά οι μυρωδιές – άσχημες που δεν συμβάδιζαν με τα πράματα του θεού. Μικρό βουστάσιο έφραζε τη ρεματιά και στον περιφραγμένο χώρο του τα χοιρινά – αυτά τα πεντανόστιμα κρέατα, έπαιρναν τη σειρά τους για το εμπόριο. «Χοιρινή μπριζόλα», την συνιστούν και οι γιατροί σε μερικές περιπτώσεις.

Πλησίαζα στο χωριό μου ύστερα από μεγάλη περιπλάνηση. Συνάντησα στους αγρούς γυναίκες να κόβουν με τα χέρια αγριολούλουδα για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Παρακεί μια συντοπίτισσα έκοβε τα χαμομήλια που είχαν κιτρινίσει τον τόπο. Εκλεκτό ρόφημα στα κρύα γυρίσματα του χειμώνα που ανασταίνει και νεκρούς. Και ευωδιαστή η γεύση του.

Έφτασα σπίτι και ήπια νεράκι. Έψησα το καφεδάκι μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Η καμπάνα μας καλούσε στο Επιτάφιο. Για την βία στη φύση θα μιλήσω άλλη φορά που θα ‘μαι και περισσότερο ενημερωμένος.


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 29 Απριλίου 2009.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Στου Αλφειού τα ... γυρίσματα

Σε ένα γύρισμα του ποταμού, μέσα από τα ορμητικά νερά του από ένα θαυμάσιο μυστικό πέρασμα συντομεύει κατά πολύ ο δρόμος της Ηραιάτιδας χώρας με τα χωριά της Ανδρίτσαινας. Και το πέρασμα αυτό το έχουμε διαβεί πεζοί ή εποχούμενοι χιλιάδες φορές από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα. Και κάθε φορά η ίδια βαθιά ευγνωμοσύνη προς την θεία φύση που τα έφτιαξε τα πράγματα τόσο απλά και καλά.

Και τα προγονικά χωράφια που πέρασαν από χέρια κοτζαμπάσηδων και μεγάλων τσιφλικάδων τα έχουμε και τα καμαρώνουμε να μας δίνουν τον καρπό τους. Η ευλογημένη γη που ζητά μόνο αγάπη και σου παρέχει τα πάντα για να ζήσεις τη ζωή σου με αξιοπρέπεια.

«Πάμε στα χτήματα;» ρώτησα τον Κωνσταντίνο την Παρασκευή το πρωί. «Πάμε» απάντησε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Και ξεκινήσαμε αφού πρώτα περάσαμε από το κεφαλάρι να δούμε τη δύναμη του νερού. Μας φόβισε ο βάλτος που συναντήσαμε στο δρόμο μας παρακάτω και τον περάσαμε με σχετική δυσκολία. «Ε…. αφού περάσαμε αυτό το βάλτο, εύκολα θα περάσουμε και το ποτάμι για τα χτήματα» μονολόγησα. Άκουσε τα λόγια μου ο Κωνσταντίνος και τρόμαξε. «Έχει πολύ νερό το ποτάμι και δεν είμαστε για μπάνιο τέτοιο καιρό» τον άκουσα να λέει φοβισμένα. «Καλά, πάμε και βλέπουμε» μονολόγησα τη στιγμή που οι μπροστινές ρόδες έμπαιναν στη κοίτη του ποταμού. Και προχωρήσαμε κόντρα στο ποτάμι για λίγο – αφού γνωρίζαμε απ’ έξω το πέρασμα αυτό. Και όταν βρεθήκαμε καταμεσής στον Αλφειό, έστριψα δεξιά για την αντίπερα όχθη, για τα χτήματα.

Το πέρασμα αυτό το ξέρουμε όπως το σπίτι μας, ακόμα και με δεμένα μάτια.. Και όταν έκανα δεξιά, το πέρασμα είχε χαθεί!! και πλάγιασε το αμάξι προς τα δεξιά. Το νερό από την πλευρά μου πήγαινε περίπου στους 70 πόντους, από τη μεριά του Κωνσταντίνου βλέπαμε το νερό να ανεβαίνει. Και τρόμαξε αυτός και σαν αίλουρος από το παράθυρο βρέθηκε στην οροφή να κρατιέται γερά από τη σχάρα!. Κατέβηκα κανονικά και είδα το μπροστινό δεξιό τροχό να βρίσκεται στο αέρα, και η κλίση όμως δεν ήταν δα και τόσο μεγάλη. Ο Κωνσταντίνος κατέβηκε από τη σχάρα και έπεσε στο νερό μέχρι το λαιμό από στραβοπάτημα και σοκαρισμένος τράβηξε για την όχθη από την απρόσμενη ατυχία και το αναγκαστικό μπάνιο στο καταχείμωνο.

Τον άφησα και άρχισα να βάζω μεγάλες τροχάλες κάτω από τον τροχό. Μου πήρε πολύ ώρα η δουλειά αυτή μέχρι να φέρω τα πράγματα σε μία σειρά. Ευτυχώς η μηχανή δούλευε συνέχεια. Και ο Κωνσταντίνος που τον καλούσα για βοήθεια έδιωχνε το νερό που είχε καταπιεί. Κι εγώ όμως, βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο, έφτασα πάλι στη θέση του οδηγού και εύκολα το αμάξι υπάκουσε και βγήκαμε σε τόπο στεριανό και πάλι!. Στα χτήματα δεν φτάσαμε αν και πλησιάσαμε πολύ κοντά τους.

Στην γρήγορη επιστροφή για το χωριό, υπήρχε μία σχετική υγρασία στο αμάξι, λίγο από τα μουσκεμένα ρούχα μας, λίγο από το νερό που πέρασε σε αυτό και μούσκεψε μερικά χαρτιά. Τον άφησα σπίτι του και τράβηξα γρήγορα για το δικό μου. Το τηλέφωνο που σώθηκε από το νερό χτύπησε δυνατά: «το παπούτσι σου το βρήκες;» άκουσα τη φωνή του Κωνσταντίνου κάπως καλύτερα και με ύφος σκωπτικό – δείγμα ότι το μυαλό του λειτουργούσε και πάλι κανονικά. Όχι δεν το βρήκα, το πήρε το ποτάμι...

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 22 Απριλίου 2009.

Performance «je m’ explique»


Je m’explique

Δευτέρα και Τρίτη, 4 και 5 Μαΐου και ώρα 9μμ, στο Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30 (Μεταξουργείο), η Γιώτα Θεοδώρου, στην performance «je m’ explique», μέσα από τους πίνακές της, το λόγο, τη δράση των ηθοποιών και τη μουσική, άλλοτε μοιάζει να ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της κι άλλοτε να δίνει μια άλλη διάσταση ανάμεσα στα στοιχεία της σκέψης και στα φαινόμενα του κόσμου, ανάμεσα στο ορατό και το νοητό, το απτό και το φανταστικό.

Συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Ντέπυ Πάγκα, Ηλίας Κουνέλας, Δήμητρα Γδούντου και οι μουσικοί Αντρέας Στεργίου και Ευαγγελία Τσιάρα

Τιμή εισιτηρίου με ποτό : 15 e


Αναδημοσίευση από Arcadians.gr

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Σεισμόπληκτοι Ελληνόφωνης Ιταλίας - έκκληση για βοήθεια

Αναδημοσίευση από το www.arcadians.gr

«-- Ο Ελληνοϊταλικός Σύνδεσμος προσφέρεται να υλοποιήσει αμέσως ένα πρόγραμμα ηθικής συμπαράστασης σε 50 τουλάχιστον σεισμόπληκτους νέους. Επιχειρούμε να φέρουμε στην Ελλάδα 50 περιπτώσεις που χρειάζονται ψυχολογική στήριξη για δυο εβδομάδες με εντελώς δωρεάν παροχή υπηρεσιών μεταφοράς, διαμονής, διατροφής και εκπαιδευτικής απασχόλησης με θέμα την ελληνική γλώσσα ως ξένη γλώσσα.

Κάνουμε έκκληση σε όσους μπορούν να προσφέρουν τις σχετικές υπηρεσίες σε είδος, ΟΧΙ ΧΡΗΜΑΤΑ (λεωφορεία, πλοία, ξενοδοχεία, εστιατόρια) συλλογικούς φορείς και τοπική αυτοδιοίκηση, επιμελητήρια, Δήμους, Νομαρχίες κλπ να μας απαντήσουν αμέσως ώστε να συντονιστούμε.

ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Ο Πρόεδρος Ευάγγελος Αλεξανδρής
0039086261615 / 00393356797917

---------------------------------------------------------------------------------------------

Οι σεισμόπληκτοι της Ιταλίας είναι και δικοί μας άνθρωποι, Έλληνες και Αρκάδες, που έχουν ανάγκη τη βοήθειά μας. Ο πρόεδρος δε του Ελληνοϊταλικού Συνδέσμου Ευάγγελος Αλεξανδρής, είναι και Αρκάς στη καταγωγή, από το Λεωνίδιο Κυνουρίας, και οι δράσεις του για την σύσφιξη των σχέσεων των δύο λαών μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα είναι συνεχείς εδώ και πολλά χρόνια.

Ο Δικτυακός μας Τόπος κάνει έκκληση στη Νομαρχία Αρκαδίας, στους Δήμους, αλλά και σε ιδιώτες, για να προσφέρουν διαμονή και εστίαση. Επικοινωνήστε όσοι θέλετε να βοηθήσετε νέα παιδιά – Φορείς ή ιδιώτες, με τον Ευάγγελο Αλεξανδρή στα τηλέφωνα και στο email που βλέπετε από πάνω.


Arcadians
Βασίλης Αναστασόπουλος
Πάνος Βασιλείου

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Πάσχα των Ελλήνων


Μεγάλη πέμπτη, ο κόσμος πήγε, είδε και απήλθε

Έργα τέχνης στο ξύλο.

Και χωρίς φώτα οι ψυχές βρίσκουν το δρόμο τους.

Όλα είναι λιτά.

Τα φώτα της πλατείας ψηλά στη Λάστα Αρκαδίας

Περισσότερο φώς..........


Καλή Ανάσταση

Ο Λύγκας στα «Κλέφτικα λημέρια»

«Ο λύγκας δεν έχει φυσικούς εχθρούς αν κι έχουν αναφερθεί περιπτώσεις που σκοτώθηκε από λύκο ή τίγρη. Οι κύριοι παράγοντες θνησιμότητας του λύγκα είναι ανθρωπογενείς: τα τροχαία ατυχήματα και το λαθροκυνήγι»Το ανωτέρω υπογραμμισμένο κείμενο είναι από άρθρο για τον Λύγκα που διάβασα στον «οικολογικό τύπο». Δεν είναι φρέσκο άρθρο, έχει όμως την αξία του και το θέμα του είναι όντως πολύ ενδιαφέρον. Στο τέλος βέβαια πολλά ανάλογα άρθρα καταλήγουν στο γνωστό: «για όλα τα στραβά της φύσης ευθύνεται ο κυνηγός»

Υπάρχει λοιπόν ένας κυνηγός στο Μαίναλο – που είναι και φύλακας στο «σπίτι του Κολοκοτρώνη στο Λιμποβίσι», ο κυρ Βασίλης. Το σπίτι του Κολοκοτρώνη και η ευρύτερη περιοχή πριν μερικά χρόνια ήταν αφημένη στο έλεος του θεού, μιάς και η ελληνική Πολιτεία ασχολείται ως γνωστόν μόνο με «σπουδαία πράγματα». Ευτυχώς όμως που στην Ελλάδα υπάρχουν και εκείνοι που δίνουν από το περίσσευμα τους και μπορεί το ανύπαρκτο κράτος πολλές φορές να καυχάται. Στο Λιμποβίσι λοιπόν, ο Αρκάς τη καταγωγή μέγας ευεργέτης Παναγιώτης Αγγελόπουλος – με σχέδια του ακαδημαϊκού αρχιτέκτονα Κυδωνιάτη, ανάδειξε, όχι μόνο το «σπίτι του Κολοκοτρώνη» αλλά και τον περιβάλλοντα χώρο που είναι μεγάλος.

Και από τότε που έγινε το Λιμποβίσι τόπος επισκέψιμος σε εκδρομείς και σε λάτρεις της φύσης, «μετακόμισε» στον χώρο και ο κυρ Βασίλης ο φύλακας. Άμισθος είναι και οι βοήθειες που έχει είναι από το προσωπικό ενδιαφέρον του δημάρχου της περιοχής Φαλάνθου Κώστα Ψυχάρη. Που τον νοιάζεται όχι μόνο στα εύκολα αλλά και στις δύσκολες χειμωνιάτικες περιόδους που το χιόνι σκεπάζει τα πάντα. Και δεν είναι λίγες οι φορές όπως στις αρχές του χρόνου, που πήγε ο δήμαρχος με ερπυστριοφόρο της Πυροσβεστικής για να τον πάρει στα χαμηλότερα και να γλυτώσει από το πολικό ψύχος.
Επισκέπτομαι τον χώρο συχνά χειμώνα – καλοκαίρι. Και με τον κυρ Βασίλη τα λέμε καλά, πότε μέσα στο φυλάκιο όταν οι καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες, και πότε έξω από αυτό με θέα το ανακαινισμένο σπίτι του γέροντα Κολοκοτρώνη. Με το καφεδάκι μας οι ιστορίες τρέχουν και διαδέχονται η μία την άλλη. Κάπως έτσι, χωρίς σειρά, ήλθε στη κουβέντα μας και ο Λύγκας που έχει χαθεί ή σπανίζει στην ελληνική επικράτεια. Και άρχισε η εξιστόρηση από τον φύλακα πως ήλθε πρώτη φορά σε «επαφή» με τον Λύγκα, πως του άφηνε τροφή σε απόμερο σημείο λίγο μακριά από το φυλάκιο, και πως αυτός ο μεγάλος αγριόγατος έμαθε και πήγαινε να πάρει το δικό του φαγητό. Τον είδες ποτέ κυρ Βασίλη; Τον ρώτησα μία φορά. «όχι, από κοντά τουλάχιστον. Μόνο μία φορά πρόλαβα – είχε και καλό φεγγάρι η βραδιά, και τον είδα να φεύγει τρομαγμένος. Όμως ένιωθα την παρουσία του συνέχεια. Εκεί δε που άφηνα το φαγητό του, έβλεπα ίχνη από τις πατημασιές του, ακόμα και τρίχες του. Μία άλλη φορά πάλι, τέτοια εποχή πρέπει να ήταν, είδα ίχνη και από δεύτερο Λύγκα στην περιοχή. Για λίγο όμως. Μετά «έβλεπα» μόνο το δικό μου».

Ο κυρ Βασίλης τις ιστορίες τις μεταφέρει με όμορφο τρόπο. Και σαν φύλακας και σαν κυνηγός που είναι. Και αρκετές φορές η παρουσία του στον ηρωικό τόπο έδιωξε κατσαπλιάδες που πήγαιναν ν’ αδειάσουν το παγκάρι του Αγιάννη – δίπλα στο φυλάκιο, και άλλες φορές πάλι, κάτι «οπλισμένες νυχτερίδες» που πήγαιναν για παράνομη θήρευση.

Εκεί ψηλά στα Κλέφτικα λημέρια ο Λύγκας μάλλον βρήκε το ταίρι του. Και σε λίγο καιρό, ίσως χρειαστεί ο κυρ Βασίλης να αποθέτει απόμερα περισσότερο φαγητό για τις ανάγκες όλης της οικογένειας. Και που ξέρει, μπορεί να αναθαρρήσει ο φαμελιάρης Λύγκας και να πάρει την οικογένεια για επίσκεψη στην αυλή του. Και αν χρειαστεί βοήθεια ο κυρ Βασίλης για να μπορέσει να συντηρήσει τους καινούριους φίλους του, όλοι εμείς οι «αιμοσταγείς δολοφόνοι» θα προστρέξουμε. Όπως κάνουμε άλλωστε όταν η σπάνια πανίδα μας κινδυνεύει να χαθεί.

-- Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 15 Απριλίου 2009 --

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Η υπερθέρμανση του … μυαλού μας

Πολλά διαβάσαμε τις μέρες τούτες για την υπερθέρμανση του πλανήτη μας, για το διοξείδιο του άνθρακα και πολλά ακόμα φοβερά και τρομερά. Και είπαν και ελάλησαν οι «ειδήμονες» να σβήσουμε τα φώτα για μία ώρα σε ένδειξη διαμαρτυρίας, για να δείξουμε τι μπορούμε να κάνουμε όταν οι πολλοί γινόμαστε μία γροθιά!

Αυτές οι παγκόσμιες οργανώσεις που φροντίζουν για το καλό μας, που τρέχουν για εμάς, που σκέφτονται για εμάς, που από το πρωί που ξυπνάνε μέχρι το βράδυ που πάνε για ύπνο εμάς έχουν στο νού τους, έδωσαν διαταγή να κλείσουμε τα φώτα στο κόσμο. Και όπως έμαθα έπειτα από μερικές ημέρες, η διαταγή είχε μεγάλη απήχηση και στις τέσσερις άκρες του πλανήτη μας του λαβωμένου.

Βέβαια, υπάρχει και η αντίθετη άποψη που θέλει τον πλανήτη μας να ψύχεται. Και γίνεται ένας κρυφός πόλεμος ανάμεσα στις σχολές του «κρύου και του ζεστού». Και η έρευνα και των δύο αντίπαλων ομάδων έχει πολύ δρόμο μπροστά της μέχρι την τελική ανακάλυψη: «πάμε προς την καταστροφή ή την σωτηρία μας»

Η Οικολογία γιγαντώθηκε, οργανώθηκε καλά ας πούμε, όταν έπεσε το «σιδηρούν παραπέτασμα» που όπως αποδείχθηκε μόνο «σιδηρούν» δεν ήταν. Χάρτινο ίσως. Από την εποχή εκείνη και μετά, αναπτύχθηκαν τα οικολογικά κινήματα στο κόσμο. Και απόκτησαν και χρώμα «πράσινο» για να δείξουν τον εναλλακτικό τους χαρακτήρα. Είμαι πεπεισμένος ότι σε μερικές δεκάδες χρόνια – αν δεν μας κτυπήσει στο μεταξύ και δεν μας καταστρέψει κανένας περίεργος κομήτης, πως η οικολογία θα πάρει τη μορφή θρησκείας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να επιβιώσει και να αποκτήσει οπαδούς δια βίου.

Η Φύση όμως, είναι η μόνη «σταθερά» σε όλα τούτα τα καινούρια που έρχονται να αντικαταστήσουν τα φθαρμένα από το χρόνο παλιά πράγματα. Η Φύση έχει δικούς της κώδικες και νόμους και συνεπώς έχει αντοχές. Και αυτά που όλοι εμείς ονομάζουμε «καταστροφές» για την φύση είναι λειτουργίες που βρίσκονται βαθιά μέσα στο DNA της.

Σε όλα αυτά τα καινούρια σύμμαχος γερός στέκεται και η τεχνολογία. Και σπαράσσονται οι αντίπαλες ομάδες με επιστημονικές ανακοινώσεις αντικρουόμενες. Και βάζουν τον κόσμο μπροστά για να δείξουν τη δύναμή τους. «Σβήσε το φώς», «κλείσε το νερό», «άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου», «φόρεσε προφυλακτικό στον έρωτα», «μην φοράς προφυλακτικό αν είσαι καθολικός»» και πολλά τέτοια όμορφα συνθήματα. Γιατί αντίπαλες ομάδες βρίσκονται όχι μόνο στην πράσινη οικολογία αλλά παντού. Και εμείς «πρέπει» να ακολουθούμε το κάθε ανόητο σύνθημα. «Πρέπει» να υπακούσουμε στα κελεύσματα εκείνων που ενεργούν για το καλό μας!

Εδώ στο χωριό που βρίσκομαι, είμαι ευτυχής. Φώς έχω κατά περιόδους – τον χειμώνα δε πολύ σπάνια. Οι βλάβες της ΔΕΗ είναι συνεχείς. Οπότε δεν έχω ούτε τηλεόραση για να ενημερωθώ για τα σπουδαία γεγονότα που λαμβάνουν χώρο στον πλανήτη μας. Δυστυχώς δεν έχω ούτε πρόσβαση στο διαδίκτυο γιατί και αυτό σπάνια λειτουργεί εδώ. Μα και όταν έχω, για να ανοίξει μία απλή σελίδα ο χρόνος είναι απροσδιόριστος.


Φώτα λοιπόν για μία ώρα δεν έσβησα. Μου τα σβήνει η ΔΕΗ όποτε θέλει, σύμμαχος φαίνεται και αυτή των κινδύνων από την υπερθέρμανση του πλανήτη μας. Τηλέφωνα δεν είχα να πληροφορηθώ από συγγενείς και φίλους τον αγώνα της ανθρωπότητας τον ιερό. Και ο ΟΤΕ έχει τις δικές ώρες και ημέρες που δίνει σήμα!.

Σηκώθηκα το πρωί και πήγα να νιφτώ. Ούτε νερό είχα. Είχε σπάσει το δίκτυο κάπου και έψαχναν να βρουν που ήταν η βλάβη για να το φτιάξουν. Φόρεσα τα αρβύλια μου, έβαλα στη πλάτη το σακίδιο με τα απαραίτητα και τράβηξα το δρόμο για την κοντινότερη πηγή. Ξέπλυνα την πέτρινη γούρνα και ήπια νεράκι φρέσκο. Νίφτηκα, άναψα μία μικρή φωτιά και έψησα το καφεδάκι μου, έφαγα ψωμί ζυμωτό και λίγο τυρί και ανακάθισα δίπλα στο βραχάκι. Το ρέμα που άρχιζε από την πηγή έκανε φασαρία. Σηκώθηκα και πήγα να ακούσω καλά. Δύο μεγάλα βατράχια τσακωνόντουσαν; έκαναν έρωτα; Δεν κατάλαβα. Με είδαν και χάθηκαν στις πέτρες. Τι στο καλό, αυτά δεν νοιάζονται για την υπερθέρμανση του πλανήτη;

-- Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 8 Απριλίου 2009 --

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Διατροφικές συνήθειες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821

Πριν από δύο χρόνια, μία «εκκεντρική» ανταποκρίτρια από το αγγλόφωνο ραδιόφωνο Cοsmos της Νέας Υόρκης, μου πήρε μία συνέντευξη για τις διατροφικές συνήθειες των ελλήνων κατά την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Δεν ήμουν βέβαια ο ειδικός για κάτι τέτοιο – όμως έτυχε και βρέθηκα στο δρόμο της! και όπως έμαθα εκ των υστέρων, η συνέντευξη που μεταδόθηκε στην Νέα Υόρκη ανήμερα του ευαγγελισμού, είχε μεγάλη επιτυχία. Αν έδινα σήμερα συνέντευξη στο ραδιόφωνο της Αμερικής για το ίδιο θέμα, θα μιλούσα για τις κυνηγετικές συνήθειες των επαναστατημένων ελλήνων του 21. Και σκέφτομαι ποιες θα μπορούσαν να ήσαν αυτές.

Στο τετράτομο μνημειώδες έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», βρίσκει κανείς ταξιδιώτες και περιηγητές από την Ευρώπη κυρίως αλλά και την Αμερική που επισκέφτηκαν την Ελλάδα. Όλοι αυτοί οι «τουρίστες» της εποχής, αρχαιολάτρες, τυχοδιώκτες, αρχαιοκάπηλοι, γόνοι μεγάλων οικογενειών, πρόξενοι και πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων, ήσαν «παιδιά ένας και ένας». Κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης έπαιρναν πάσο, διαβατήριο που λέμε σήμερα – με τη βούλα του σουλτάνου ή κάποιου βεζύρη ή πασά και αμολιόντουσαν στην κατακτημένη Ελλάδα υπό την προστασία της «Πύλης». Μερικοί εξ αυτών ήσαν και πραγματικοί φιλέλληνες, οι περισσότεροι όμως ήσαν να μην πω τι!

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που εμείς σήμερα ονομάζουμε «φιλέλληνες» ασχολήθηκαν κατά κανόνα με την Ελλάδα και τα αρχαία υπολείμματά της και καθόλου με τους έλληνες. Μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα πως ήταν ο λόρδος Βύρων. Που αξίζει να σημειωθεί ότι για τον έλληνα αρχικά είχε τη χειρότερη γνώμη και τον περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα. Σε αυτό βέβαια βοήθησε και η μόδα που κυριαρχούσε τότε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία περί του «εξωτισμού της οθωμανικής ανατολής». Στη συνέχεια τον ύμνησε και τον υπερασπίστηκε από την περιφρόνηση του κάθε ξένου και στο τέλος θυσιάστηκε γι’ αυτόν. Ο Roque, Γάλλος έμπορος εγκατεστημένος στην Αθήνα, διαβεβαίωνε τον Βύρωνα: «σερ, οι έλληνες είναι το ίδιο σκυλολόι όπως και στην εποχή του Θεμιστοκλή». Και ειρωνικά σχολιάζει ο Βύρων: «Έτσι είναι. Οι αρχαίοι έλληνες εξόρισαν τον Θεμιστοκλή, οι σύγχρονοι εξαπάτησαν τον κύριο Roque. Αυτή η μεταχείριση επιφυλάσσεται πάντοτε στους μεγάλους άνδρες».

Μερικοί από αυτούς τους ελάχιστους ταξιδιώτες περιγράφουν με ακρίβεια όχι μόνο την ζωή του έλληνα αλλά και τις διατροφικές του συνήθειες. Μάλιστα, από αυτούς μερικοί διοργάνωναν και κυνηγετικές εξορμήσεις. Στα κυνήγια τους έπαιρναν μέρος και άλλοι φίλοι τους και μαζί τους είχαν βοηθητικό προσωπικό. Κυνηγούσαν συνήθως λαγούς, πέρδικες, μπεκάτσες κ.α. Τότε η ορεινή πέρδικα υπήρχε σε μεγάλη αφθονία διότι δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα δηλητήρια που φουσκώνουν τον καρπό και αυξάνουν την παραγωγή όπως γίνεται στις ημέρες μας. Συνεπώς η ορεινή πέρδικα πλούτιζε με την παρουσία και την κορμοστασιά της την πολύπαθη ελληνική γη και κατ’ επέκταση και τους πεινασμένους έλληνες.

Οι βιογράφοι του Βύρωνα μας πληροφορούν ότι ακολουθούσε με πείσμα δίαιτα για αδυνάτισμα και δεν έτρωγε τίποτα άλλο από ρύζι. Ωστόσο σε ένα γράμμα του διαβάζουμε: «τρώγω κάθε μέρα μπεκάτσες και μπαρμπούνια!». Το κυνήγι την περίοδο του Αγώνα του 21 ήταν στην καθημερινότητα του έλληνα. Και δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά τη στιγμή μάλιστα που τα ελληνικά Στρατόπεδα είχαν πραγματικές ανάγκες σε τρόφιμα, και αυτά πάντοτε ήσαν λιγοστά. Στις επιστολές προς τους «Σεβασμιότατους της κυβέρνησης» οι καπετάνιοι, εκτός από «τη μπαρούτη» ζητούσαν και «φορτώματα ψωμί».

Εξάλλου το κυνήγι προϋπήρξε δεκάδες και εκατοντάδες αιώνες πριν εμφανισθούν τα πυροβόλα όπλα. Και την περίοδο του 21, το κυνήγι δεν υπήρχε μόνο για τους λόρδους και τους εμπόρους των εθνών, υπήρχε και για τον έλληνα επαναστάτη. Το μόνο που δεν υπήρχε τότε θα ‘λεγα πως ήταν η χοληστερίνη!.


-- Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 1 Απριλίου 2009 --