Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Η «δύναμη» της φωτιάς …

Η φωτιά στο τζάκι που σιγοκαίει κρατά συντροφιά στη σημερινή μου κακοκεφιά. Από τη φύση μου αισιόδοξος, δεν μπορώ να ελέγξω τη στιγμή αυτή, «να γυρίσω το κουμπί» - όπως έχω κάνει τόσες φορές στο παρελθόν, και να κοιτάξω έξω το φως – που και αυτό μάλλον θλιμμένο το βλέπω.


Ο χειμώνας είναι εποχή δύσκολη για τύπους σαν και ελόγου μου – που μου αρέσει πολλές φορές η αναζήτηση της μοναξιάς, με μόνη συντροφιά τη μυρωδιά του καμένου ξύλου. Αυτός είναι και ο λόγος που οι φίλοι μου με θεωρούν άνθρωπο εκκεντρικό, παράξενο μερικές φορές, μα και ειλικρινή μέχρι ωμότητας.

Οι περισσότεροι φίλοι μου είναι κυνηγοί - λαγάδες, πουλάδες, και λιγοστοί γουρουνάδες. Οι φίλες μου είναι «οικολόγες» αφού δεν αντέχουν το φρέσκο αίμα, και την μοσχαρίσια μπριζόλα την προτιμούν καλοψημένη. Οι φίλες μου μένουν στις πόλεις και οι φίλοι μου στην επαρχία. Μονάχα εγώ ζω ανάμεσα στην πόλη και στην μοναξιά – ανάμεσα στα λαγκάδια και στις αιώνιες πηγές.

Το κυνήγι για μένα είναι τρόπος ζωής, όπως ήταν παλιότερα η ορεινή πεζοπορία – και γεύτηκα τότε τις ομορφιές σχεδόν ολόκληρης της ηπειρωτικής Ελλάδας. Επανήλθα όμως στις ρίζες μου – στην Αρκαδία, γιατί όπως λέει και ο ποιητής «πατρίδα είναι η παιδική ηλικία». Και από τα παιδικά χρόνια, στο βουνό πρωτοκυνήγησα με την χειροποίητη σφεντόνα, γέμισα δαγκωματιές από σκορπιούς και από άλλα ζούδια του δάσους, το αίμα από τα χτυπήματα ανακατεύτηκε με το χώμα, το φρέσκο μπάνιο με το κρύο νερό της πηγής έδιωχνε την απλυσιά, και τα περάσματα του φρέσκου αέρα ξεκούραζαν το ταλαιπωρημένο σώμα.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό άνθρωπο που αξιώθηκα να ζήσω αυτά τα μικρά και απλά πράγματα. Και συνεχίζω να τα ζω και σήμερα μέσα από το κυνήγι. Μπορεί η φωτιά στο τζάκι σήμερα να μου λέει λόγια μελαγχολικά, μα πόσες φορές δεν μου γλυκομίλησε, δεν μου έδωσε περισσή χαρά.

Αύριο κατά τις 4 το πρωί που θα βγω για τον «τόπο» και στη συνέχεια με το χάραμα για τις ιχνηλασίες - στο παγωμένο πρωινό που η μυρωδιά της «δροσιάς» και η αγριάδα της σιωπής θα με βρουν σκυφτό πάνω στα αχνάρια του κάπρου, ίσως να σκεφτώ – δεν ξέρω, την εποχή που με τη σφεντόνα στο χέρι κυνηγούσα πουλιά – δίχως τα κατάλληλα παπούτσια, δίχως την πορτοκαλί φορεσιά, δίχως το θερμός γεμάτο ζεστό καφέ.


Η χαρά, η πραγματική ευτυχία δεν μετριέται με τα αγαθά. Μετριέται με την ψυχική διάθεση, και ελπίζω αύριο η μέρα να είναι καλύτερη από τη σημερινή, αφού στο χέρι μου τελικά είναι να διώξω μακριά εκείνα που με χαλάνε.

Πριν λίγα χρόνια, με χάλασε ένας φίλος μου – καθηγητής σε Πανεπιστήμιο σήμερα που μου είπε «εμπιστευτικά» το αμίμητο: «για να πάμε μπροστά στην εποχή μας, πρέπει να ενταχθούμε σε κάποιο κόμμα, μόνο έτσι θα ανέβουμε κοινωνικά, μόνο έτσι θα διακριθούμε στη ζωή μας» Τον φίλο μου από τότε δεν τον είδα ποτέ πάλι – όχι επειδή εκείνος «πρόκοψε στη ζωή του» μα επειδή εγώ ποτέ δεν εντάχθηκα σε κάποιο κόμμα, διότι ποτέ μου δεν επεδίωξα την «κοινωνική άνοδο». Λογικό ήταν οι δρόμοι μας να μην συναντηθούν ποτέ άλλοτε.

Και αυτός ο παλιός φίλος κυνηγός είναι. Όπως και όλοι οι συνάνθρωποι μας. Όπως όλος ο κόσμος. Η διαφορά κυνηγού από κυνηγό είναι τελικά τι σκοπεύει ο καθένας μας και τι νομίζει ο καθένας μας πως θα τον γεμίσει περισσότερο στο κυνήγι της σύντομη ζωή μας.

Οι καλύτερες στιγμές για μένα στο κυνήγι ήταν και είναι όταν παίρνω τον δρόμο της επιστροφής γεμάτος. Όταν αφήνω μουσκεμένος την άγρια κορφή και κατηφορίζω στην επικίνδυνη σάρα, όταν σκύβω στο ρυάκι για να δροσιστώ, όταν εν τέλει φτάνω πάλι στο μικρό μου σπίτι στο χωριό και ανάβω την αιώνια φωτιά. Αν μπορούσε η φωτιά να ιστορήσει όσα έχει δει και ακούσει, αν μπορούσε να δώσει ορμήνιες και συμβουλές, αν κατόρθωνε να φύγει από την εστία της και να κατάκαιγε με την αλήθεια της τον ψεύτικο κόσμο, μπορεί και ο φίλος μου ο καθηγητής να γινόταν αληθινός κυνηγός της γνώσης και όχι κομματικό φερέφωνο …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Κάθε Τετάρτη - Περιοδικό "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Στον Αντώνη …

Στο κυνήγι των ψήφων, ο Παφίλης του ΚΚΕ πήγε καλά και ανέβασε τα ποσοστά του κόμματος του – άντε και αρχηγός συνάδελφε (το βλέπω γρήγορα) – και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου ο Γιώργος Ρουμελιώτης, πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου Τρίπολης, ήλθε πρώτος με 6500 περίπου σταυρούς, στον συνδυασμού του έτερου κυνηγού Πέτρου Τατούλη.

Στα δικά μας κυνήγια που οι εκλογές τα διέκοψαν κατά κάποιο τρόπο, τα αποτελέσματα ήσαν πενιχρά. Φαίνεται, μαζί με την μεγάλη αποχή του εκλογικού σώματος, αποχή κάνουν και τα γουρούνια από τα καρτέρια. Δεν μπορώ να δώσω άλλη λογική εξήγηση, πως δηλαδή χάθηκαν τα θηράματα και που μπορεί να πήγαν.


Έμπειρος κυνηγός της ομάδας μας, ισχυρίζεται ότι τα γουρούνια είναι εκεί που ήταν πάντοτε, στα δάση και στις ρεματιές, στα γιατάκια τους και στα σούρματα. Τότε γιατί δεν τα βρίσκουμε; Γιατί μας ταλαιπωρούν τόσο πολύ; «Εμείς τα βρίσκουμε, τα σηκώνουμε και τα παγανίζουμε κατά πως πρέπει, ρώτα όμως στα καρτέρια να σου πουν τι γίνεται. Όταν ο ένας καρτεριτζής μεταφέρεται σαν την άδικη κατάρα μακριά από τη ορισθείσα θέση του θέλοντας να σκοτώσει πάση θυσία αυτός το γουρούνι, όταν ο άλλος καπνίζει αρειμανίως και μολύνει με νικοτίνη τον καθαρό αέρα, όταν ένα τρίτος έχει τον ασύρματο σε ακρόαση – τι να σου κάνει και ο κάπρος, να πεί, ελάτε πιάστε με;»

Τον τελευταίο κάπρο που βάλαμε στο σακούλι μας, και ομολογουμένως ήταν ο μεγαλύτερος που καρπωθήκαμε ποτέ, τον πηγαίναμε από πίσω από το πρωί μέχρι και λίγο πριν το σούρουπο. Δεν μας ταλαιπώρησε απλώς, μας έσπασε τα πόδια από τα κακοτράχαλα μονοπάτια, στιγμή δεν μας άφησε να ησυχάσουμε. Τα σκυλιά μας φοβισμένα, που να πλησιάσουν κοντά το θηρίο αφού με ένα φύσημα που τους έκανε τα πέταγε μακριά του. Η πιο δύσκολη παγάνα, το περισσότερο περίπλοκο κυνήγι ήταν αυτό του τεράστιου κάπρου που είχε πεισμώσει και δεν περνούσε για καφέ από τα φυλαγμένα περάσματα.

Η αξιοσύνη του παγανιέρη φάνηκε για άλλη μία φορά στο συγκεκριμένο κυνήγι. Είχε βέβαια μαζί του δυνατούς κυνηγούς που το πυκνό το περνάνε σαν αερικά, τον κάπρο τον οσμίζονται από την δύναμη του αέρα, το σπασμένο κλαδί από το γρήγορο πέρασμα του το μελετούν με ακρίβεια, και συνεχίζουν το κυνηγητό αλαφροΐσκιωτοι καθώς είναι.

Δεν είχε τύχη ο κάπρος με τέτοια παγάνα και το ήξερε. Έπαιζε όμως μαζί μας το παιχνίδι της αναμονής – να μας κουράσει και να φύγει για άλλους τόπους. Πράγματι, μας κούρασε πολύ, χάσαμε κιλά ιδρώτα που μας μούσκεψε μέχρι τα νύχια πολλές φορές, αλλά πεισμώσαμε, ταυτιστήκαμε απόλυτα στο περιβάλλον και στις συνθήκες του και τον στριμώξαμε προς το καλύτερο καρτέρι μας, τον Αντώνη.


Ο Αντώνης καπνίζει πολύ αλλά ποτέ στο καρτέρι – όσες ώρες και αν είναι σε αυτό. Μένει ασάλευτος, σαν μαρμαρωμένος, γίνεται ένα με το παρακείμενο δέντρο, παίρνει τα χρώματα του άμεσου περιβάλλοντος. Και αθόρυβος απόλυτα. Τον ασύρματο τον έχει στο αυτί για να ακούει μόνο αυτός και δεν μιλά ποτέ.

Ήξερε για τον κάπρο πως ήταν ο μεγαλύτερος που είχαμε αντικρίσει ποτέ, και περίμενε. Είχε περάσει το μονόβολο μπροστά στην καραμπίνα και άλλα δύο από πίσω. Καλός σκοπευτής και γρήγορος, περίμενε να δει στο μικρό πέρασμα και στα κλάσματα που θα το γέμιζαν από την παρουσία του θηρίου. Έκλεισε τελείως τον αθόρυβο ασύρματο και ο ήχος από τα σκυλιά που πλησίαζαν τον έκαναν να επωμίσει.

Σείστηκε ο τόπος όταν ο κάπρος σαν αστραπή διάσχισε το ανοικτό πέρασμα, γκρεμίζοντας ότι έβρισκε μπροστά του. Η ντουφεκιά όμως ήταν ξερή και δυνατή, ακούστηκε πολύ μακριά. Από τα 25 μέτρα ο Αντώνης δεν χρειάστηκε άλλη φωτιά. Σωπάσαμε όλοι, περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε. Άνοιξε τον ασύρματο, άναψε ένα τσιγάρο και είπε να πάμε όλοι εκεί για να τραβήξουμε το θεριό.

Την Δευτέρα στην Αθήνα ο Αντώνης, έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Πάλεψε με τα χειρουργεία και τις εντατικές, για τρείς ημέρες ήταν εκτός ζωής, έφτασε αντικριστά στο θάνατο, τσακώθηκε μαζί του, τον νίκησε και επέστρεψε πάλι στη ζωή.

Αντώνη, άσε τα κρεβάτια του πόνου και έλα πάλι στη θέση σου.

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
=============================================

Οι δύο φωτό είναι από παλιότερα κυνήγια με τον Αντώνη σε πρώτο πλάνο. Εκ παραδρομής δημοσιεύτηκε στο σημερινό "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου φωτό άλλου κυνηγού της ομάδας μας.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Αυτή τη Τετάρτη και κάθε Τετάρτη



Ένα περιοδικό, για ελεύθερους ανθρώπους, για ελεύθερους κυνηγούς

Η επόμενη ημέρα …

«Δράκος» λοιπόν ο Τατούλης. Έστω και την υστάτη ώρα απέδειξε πως αυτός ο κόσμος μπορεί να πορευθεί μακριά από την κομματοκρατία που θέλει τους πολίτες πρόβατα.

Το «αριστερό» παρελθόν του βοήθησε την συντηρητική Πελοπόννησο να πετάξει από πάνω της οριστικά τον παλαιοκομματικό μανδύα απ’ όπου και αν προερχόταν. Επί της ουσίας, η νίκη του Τατούλη μας αφορά όλους διότι δείχνει τον δρόμο στο μέλλον.

Στηρίχθηκε στον αγώνα του απ’ όλες τις κοινωνικές ομάδες, από τους κυνηγούς, τους οικολόγους, τους αριστερούς, τους δεξιούς, τους σοσιαλιστές, και κατάφερε να αρνηθεί κομματικά καπελώματα – και το απέδειξε με την άρνηση της επιλογής Μπαρούτσα από πλευράς ΠΑΣΟΚ.

Κέρδισε έναν αγώνα δύσκολο. Δυσκολότερη όμως είναι η αυριανή ημέρα, όχι μόνο γι’ αυτόν μα για όλους μας. Ακόμα, για εμάς τους κυνηγούς που προσδοκούμε μία άλλη μεταχείριση. Φυσικά και για τους οικολόγους που και αυτοί περιμένουν το δικό τους μερτικό από την πίτα.

Όμως, κάνουμε λάθος όλοι μας αν σταθούμε στα κομμάτια της πίτας. Δεν υπάρχει πίτα, ούτε καλοί ή κακοί πολίτες. Υπάρχει μία Πελοπόννησος και μία Ελλάδα που ψάχνει απεγνωσμένα να βγεί από την ένδεια της - μέλη της εμείς που αποτελούμε τον κοινωνικό ιστό, την συνοχή ενός συνόλου που βάλλεται αδιακρίτως.

Σαν κυνηγός, δεν ζητάω από τον Τατούλη να δείξει συμπάθεια στα κυνηγετικά δρώμενα. Απαιτώ να εφαρμόσει με αυστηρότητα τους Νόμους που διέπουν το κυνήγι. Το ίδιο βέβαια να κάνει όταν έχει απέναντι του τους οικολόγους και όταν θελήσουν αυτοί να διαχειριστούν δημόσιο χρήμα στο όνομα της ομιχλώδους πράσινης ανάπτυξης και φεύ, στο όνομα της πολύπαθης κλιματικής αλλαγής.

Οι αρμοδιότητες της Περιφέρειας γιγαντώνονται σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό είναι καλό διότι απαγκιστρώνεται ο πολίτης από τον ασφυκτικό κυβερνητικό εναγκαλισμό. Και κυρίως γιατί τα προβλήματα και κατ’ επέκταση και οι λύσεις τους μεταφέρονται σε αυτούς που πραγματικά μπορούν να τα διαχειριστούν με αξιοπρέπεια, μακριά φυσικά από την στρατηγική των «αλάθητων» υπουργικών γραφείων που βασιζόταν μέχρι σήμερα σε καθαρούς μόνο τεχνοκράτες.

Συνήθως οι τεχνοκράτες είναι ρεαλιστές. Στην περίπτωση όμως της οικολογίας είναι αρπακτικά και αντλούν δύναμη και πόρους από την δική μας σιωπή και ανέχεια. Η Περιφέρεια λοιπόν, αυτά τα ζητήματα μπορεί να τα λύσει δια παντός. Από την άποψη αυτή κερδισμένος θα είναι ο Έλληνας πολίτης.

Ο «Καλλικράτης» έχει φίλους μα και ορκισμένους εχθρούς – αυτούς κυρίως που τον συγκρίνουν με τον «Καποδίστρια». Όμως, ο «Καποδίστριας» απέτυχε διότι δεν κατάφερε η ντόπια κοινωνία να ξεφύγει από τα γρανάζια του παλαιοκομματισμού – διότι ο Δήμαρχος στην πλειοψηφία του έδρασε σαν μικρός Κοινοτάρχης και όχι σαν Ευρωπαίος Δήμαρχος.

Ελπίζω και ελπίζουμε, η επόμενη ημέρα να είναι διαφορετική από το μίζερο παρελθόν. Και για το κυνήγι, και για την οικολογία, και για τον παράγοντα άνθρωπο - τον πολύπαθο άνθρωπο που διαρκώς υπομένει για ένα καλύτερο μέλλον. Τον εξαπατημένο άνθρωπο από τις χρόνιες πολιτικές πρακτικές που τον έχουν καθηλωμένο και φοβισμένο. Τον ήρωα άνθρωπο που αξίζει να κοιτά ψηλά τον ξάστερο ουρανό μα κοιτά με απελπισία στη γης.

Μπορεί ο Τατούλης να φέρει την ανατροπή στη ζωή μας; Ναι, μπορεί. Και αυτό θέλουμε. Βαρεθήκαμε τα παχιά ψεύτικα λόγια από αρχηγούς ανάξιους, κουραστήκαμε από την πολιτική αδιαντροπιά μερικών οικογενειών που έκαναν τον τόπο μας τσιφλίκι τους, νιώσαμε καλά στο πετσί μας την ληστρική επέλαση του σάπιου πολιτικού κατεστημένου.

Ναι, μπορεί ο Τατούλης να γίνει αληθινός ανατροπέας, επαναστάτης στην κοινωνία του καναπέ και της σάπιας τηλε – ενημέρωσης, και να δώσει τον ρυθμό στον χαλασμένο δρόμο μας. Μπορεί, αρκεί να κοιτάξει καθαρά προς τα εμπρός.

Μέχρι τότε, μέχρι την επόμενη ημέρα που θα είναι διαφορετική από την σημερινή, εγώ και η ομάδα μου τον καλούμε για ένα κυνήγι κάπρου στα ορεινά της Αρκαδίας. Κυνηγός και αυτός, ας δει από κοντά το κυνήγι του κάπρου. Τον καλούμε για ένα κυνήγι με την ομάδα μας αρκεί να εναρμονισθεί με τις συνήθειες της!. Και φυσικά μην ξεχάσει να φέρει μαζί του το πορτοκαλί γιλέκο! …

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Δράκος ο Τατούλης ...

Τελικά το παραμύθι δεν είχε δράκο!


Η νίκη του Τατούλη στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, είναι νίκη καθαρά δική του, προσωπική. Γιατί ψηφίστηκε απ’ όλους, δεξιούς και πασόκους, αριστερούς και αναρχικούς, πλούσιους και πένητες.

Έκανε τις σωστές επιλογές που τελικά τον δικαίωσαν. Μία απ’ αυτές ήταν ή άρνηση του στο ΠΑΣΟΚ να συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιο του για αντιπεριφερειάρχη τον Γιώργο Μπαρούτσα, δήμαρχο Τρικολώνων και πρόεδρο της ΤΕΔΚ Αρκαδίας.

Ήξερε καλύτερα από τον καθένα ο Τατούλης την πορεία του αποκλεισμένου ανδρός και δικαιώθηκε περίτρανα. Αντίθετα με τον Τατούλη, δέχτηκε την στήριξη του Γιώργου Μπαρούτσα ο υποψήφιος δήμαρχος Γορτυνίας Παρασκευάς Παρασκευόπουλος και έχασε από τον Γιάννη Γιαννόπουλο.

Τον Μπαρούτσα δεν τον ήθελε η Γορτυνία όχι μόνο για τον κάκιστο χαρακτήρα του αλλά και διότι χρέωσαν σε αυτόν την δημιουργία ενός ενιαίου Δήμου τη στιγμή που όλοι ζητούσαν δύο.

Το γορτυνιακό ένστικτο, έδωσε την απάντηση στις κάλπες και σταμάτησε οριστικά και αμετάκλητα την αμφιλεγόμενη πολιτική πορεία του Γιώργου Μπαρούτσα. Σοφέ λαέ, μόνο εσύ τελικά μπορείς να δίνεις λύσεις!

=============================================

Για την φωτό: Αλήθεια, με τέτοια πόζα, αψεγάδιαστη, μελετημένη από την μία άκρη της έως την άλλη, είναι ποτέ δυνατόν να γινόταν Περιφερειάρχης Πελοποννήσου αυτός ο άνθρωπος; "Μα αυτός είναι βασιλεύς!" αναφώνησε κάποιος όταν αντίκρισε τον άρχοντα ντυμένο στις αποχρώσεις του μπλέ!

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Κυνηγετικοί κανόνες του μέλλοντος …

Τα επεισόδια που λαμβάνουν χώρα στους κυνηγότοπους από τους γουρουνάδες – η ανεξέλεγκτη επίσης θηραματική κάρπωση που παραβιάζει κάθε κανόνα, ή άγραφο Νόμο – και όλα τα «κακώς κείμενα» που χαρακτηρίζουν το κυνήγι του αγριογούρουνου, πρέπει επιτέλους να εξαφανιστούν, να εκλείψουν από τα κυνηγετικά δρώμενα.

Πως θα γίνει αυτό; Απλά και στέρεα, με την βούληση των κυνηγετικών οργανώσεων, των ομοσπονδιών και κυρίως με την σφραγίδα της ΚΣΕ. Με μελέτες, προτάσεις, σχέδια, βασιζόμενες στην εμπειρία αφενός και αφετέρου στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μας.

Αν θέλουμε να είμαστε κυνηγοί, θα ακολουθήσουμε τους κανόνες που διέπουν το κυνήγι ή θα καθίσουμε σπίτι μας. Ημίμετρα, ασαφείς Νόμοι, χαλαρές αποφάσεις, δεν έχουν θέση πλέον στην κοινωνία μας. Αλλάζει ο κόσμος, πάει μπροστά – αλλά με κανόνες, με σχέδιο, με όραμα – εμείς στα κυνηγοτόπια δεν μπορούμε να μένουμε στα ανάλγητα, στα σκοτεινά, στα κολλητηλήκια του κάθε κερατά. Πέρασαν οι καιροί του Νταβέλη και του κάθε παράφρονα που κουβαλά ένα όπλο στον ώμο του και νομίζει πως θα πηδήξει τον κόσμο.

Ειδικά για τον αγριόχοιρο που για χάρη του γίνονται «θαύματα και πράγματα» στο βουνό, ας θεσπιστούν όσο είναι ακόμα καιρός, νέοι κανονισμοί, νέες διατάξεις – που θα εξασφαλίζουν την νομιμότητα.


Σκέψεις:

α) Να δηλώνονται επώνυμα πριν την κυνηγετική έναρξη οι ομάδες των γουρουνάδων, ποιος είναι ο αρχηγός, ποια τα μέλη, ποιός ο ακριβής αριθμός της ομάδας, ποιος ο αριθμός συχνότητας της ασύρματης ενδοεπικοινωνίας. Κατά συνέπεια, οι συνεχείς έλεγχοι από την Θηροφυλακή που θα ελέγχει ηλεκτρονικά τα στοιχεία της κάθε ομάδας – θα μπορεί εύκολα να διαπιστώσει πόσοι και ποιοι κυνηγοί βρίσκονται στον κυνηγότοπο.
β) Να εφοδιάσει η υπεύθυνη ομοσπονδία την κάθε ομάδα με τον ανάλογο αριθμό ενός αναγνωριστικού σήματος - μίας κόκκινης κορδέλας, ή ενός δακτυλιδιού, που θα τοποθετούνται υποχρεωτικά στο κάθε θήραμα χώρια. Ο αριθμός των σημάτων που θα χορηγεί η ομοσπονδία θα αντιστοιχεί με απόλυτη ακρίβεια στις επιτρεπόμενες ημέρες κυνηγίου πολλαπλασιαζόμενος με τον αριθμό 3 ή 4 που αντιστοιχεί σε Πελοπόννησο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αν στον έλεγχο βρεθεί θήραμα δίχως το αναγνωριστικό σήμα, θα γίνονται διώξεις. Να δηλώνεται επίσης υποχρεωτικά στον πλησιέστερο κυνηγετικό σύλλογο ή σε κλιμάκιο της Θηροφυλακής, ο αριθμός κάρπωσης ανά κυνηγετική ημέρα. Στο τέλος κάθε περιόδου, να επιστρέφει (αν έχει) ο αρχηγός της ομάδας τα αναγνωριστικά σήματα στην υπεύθυνη αρχή.
γ) Να υποχρεωθεί η κάθε ομάδα να φορά (επιτέλους!) το πορτοκαλί γιλέκο και υποχρεωτικά να αναγράφεται στο πίσω μέρος του το όνομα του αρχηγού της ομάδας. Γουρουνοκυνηγός που δεν θα φέρει το πορτοκαλί γιλέκο της ομάδας να θεωρείται παράνομος.
δ) Ο αριθμός της ομάδας να αυξηθεί από 10 άτομα σε 15. Και αυτό γιατί σε σπάνιες περιπτώσεις ο αριθμός των 10 ατόμων ισχύει. Αλλά και γιατί, πάντοτε στις ομάδες ποτέ δεν θα συμπληρώνεται ο αριθμός των 15 ατόμων. Οι υποχρεώσεις του κάθε κυνηγού, οι αγροτικές εργασίες (μάζεμα ελιάς κ.α.) αναγκάζουν πολλές φορές κυνηγούς να μην παρευρίσκονται στα κυνηγοτόπια. Συνήθως οι περισσότερες ομάδες κυνηγούν με 12-13 άτομα, μα και σε πολλές περιπτώσεις με 7 και 8.
ε) Να εκδίδει στο τέλος της κάθε κυνηγετικής περιόδου η κατά περιφέρεια ομοσπονδία, απογραφικό δελτίο με τους αγριόχοιρους που θηρεύτηκαν, των αριθμό των ομάδων και των κυνηγών που έλαβαν μέρος στο κυνήγι, τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, τις διωκόμενες πράξεις. Και κεντρικά στη συνέχεια η ΚΣΕ να εκδίδει πανελλαδικό δελτίο με λεπτομερή δημοσίευση των πεπραγμένων.

Οι παραπάνω σκέψεις, εύκολα υλοποιήσιμες, ας σταθούν η αφορμή για μία εκ βάθρων συζήτηση για το κυνήγι του αγριόχοιρου στην Ελλάδα. Το κυνήγι αυτό πάσχει σε πολλούς τομείς, κυρίως ανθρωπογενείς. Ας δώσουμε εμείς τις λύσεις στα προβλήματα γιατί αν δεν το κάνουμε, θα τις δώσουν οι άλλοι – εκείνοι δηλαδή που αποφασίζουν έχοντας μπροστά τους ένα χάρτη – εκείνοι που αγνοούν τα στοιχειώδη περί θήρας.

Αν θέλουμε λοιπόν ελεύθερο και παραδοσιακό κυνήγι, ας θεσπίσουμε νέους διαφανείς κανόνες - και μέσα από αυτούς θα ξεχωρίσουν ποιοι είναι κυνηγοί και ποιοι είναι η «κλεφτουριά» του 21ου αιώνα στα βουνά και στα δάση μας, στην κληρονομιά μας, στην πατρώα γη μας.

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Κώστας Ουράνης - Το κυνήγι ως ποίηµα

Ο ποιητής και πεζογράφος Κώστας Ουράνης, πολυταξιδεµένος, κοσµοπολίτης και λάτρης της µποέµικης ζωής, διέγραψε λαµπρή πορεία στα ελληνικά γράµµατα µέχρι τα µέσα του περασµένου αιώνα. Η πορεία αυτή κάποια στιγµή διασταυρώθηκε µε το κυνήγι, το οποίο σηµάδεψε όχι µόνο τη ζωή, αλλά και το από εκεί και πέρα έργο του.


Του Στέλιου Φωκά/ Εικονογράφηση: Δηµήτρης Πρεντουλής

Αναδημοσίευση από το ένθετο περιοδικό «Τύπος Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010.

============================================

Ο Κώστας Ουράνης λάτρεψε το κυνήγι όσο τίποτα άλλο στη ζωή του. Oπως έγραψε λίγο πριν πεθάνει, στις 12 Ιουλίου 1953, στο σανατόριο «Παπανικολάου» στα Μελίσσια της Αττικής. Το μοναδικό του παράπονο ήταν τα κυνήγια που δεν πρόλαβε να κάνει

Ο Ουράνης ήταν από τους ανθρώπους που γνώρισαν το κυνήγι σε µεγάλη ηλικία αλλά δεν το εγκατέλειψαν ποτέ. Εξέδωσε την πρώτη κυνηγετική του άδεια σε ηλικία 40 ετών και µέχρι τα 63 του, που έφυγε από τη ζωή (το 1953), δεν έπαψε στιγµή να ζει και να γράφει για το κυνήγι, µη µπορώντας ακόµα και ο ίδιος να εξηγήσει το πάθος του αυτό.

Παρά τα προβλήµατα υγείας που αντιµετώπιζε, µε κορυφαίο την προσβολή του από φυµατίωση λίγα χρόνια πριν ασχοληθεί, εξακολουθούσε να κάνει µακρές πεζοπορίες για να θηρεύσει. Διέθετε ιµατιοθήκη µε ρούχα για όλα τα είδη κυνηγίου και εξοπλισµό για κάθε θήραµα.

Ταξιδευτής από τα φύση του, κάτι που αποτυπώνεται και στην ποίησή του, κυνήγησε στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Για εκείνον η απόλαυση του κυνηγιού δεν συνδεόταν απαραιτήτως µε το περιεχόµενο του σάκου κατά την επιστροφή. Κυνηγούσε µε διάθεση περισσότερο φιλοσοφική, όπως συνήθιζε να λέει.

Κάποια στιγµή αισθάνθηκε την ανάγκη να αναφερθεί στο µεγάλο του πάθος γράφοντας ένα δοκίµιο, µέσω του οποίου έδωσε τη δική του οπτική για τη θήρα. Το παραθέτουµε αυτούσιο:

«Μανία και Χαρά του Κυνηγίου»
«Κάθε κυνηγετική περίοδο τα δασαρχεία µας εκδίδουν, όπως διάβασα κάπου, 100.000 κυνηγετικές άδειες. Είµαι ένας από τις αυτές τις 100.000 κυνηγούς και µπορώ να πω µαζί µε τον Ουγκώ ότι “και ένας ακόµα να ’µενε, αυτός θα ήµουν εγώ”. Γιατί δεν αγαπώ απλώς το κυνήγι, έχω το πάθος του. Και το πάθος αυτό είναι τόσο περισσότερο δυνατό κι αποκλειστικό, όσο είναι όψιµο. Με κατάλαβε άξαφνα κι απροσδόκητα “Nel mezzo del cammin” (στη µέση της διαδροµής) του βίου µου. Δεν λένε ότι τα όψιµα πάθη είναι τα πιο σφοδρά, τα πιο κυριαρχικά;
Ισαµε πριν από µερικά χρόνια το κυνήγι ήταν ότι µ’ ενδιέφερε λιγότερο, σήµερα ότι µ’ ενδιαφέρει περισσότερο. Μ’ απορρόφησε ολόκληρο. Οπως η Περσεφόνη ζούσε το µισό χρόνο στον Αδη και το άλλο µισό πάνω στη γη, έτσι κι εγώ αισθάνοµαι ότι ζω όσο κρατάει η κυνηγετική περίοδος και τον άλλο καιρό περιµένω, σ’ ένα είδος νάρκης, τον ξαναερχοµό της.

Δεν κάνω παρά σχέδια κυνηγετικά.

Τα όνειρά µου είναι κυνηγετικά. Να πάω στην Αφρική να σκοτώσω χοντρό κυνήγι ή στο Δέλτα του Δούναβη που είναι η ζούγκλα των υδροβίων πουλιών.
Δεν µετακινούµαι µέσα στην Ελλάδα παρά µόνο για να κυνηγήσω κι είµαι πρόθυµος να κυνηγήσω οπουδήποτε, µ’ οποιονδήποτε και για οσοδήποτε καιρό.
Στο σπίτι µου περιστοιχίζοµαι από καταλόγους κυνηγετικούς, δέχοµαι κατά προτίµηση κυνηγούς κι όπως οι µεγάλοι βιοµηχανικοί οίκοι έχουν παντού αντιπροσωπίες, έτσι κι εγώ έχω σε διάφορα µέρη της Ελλάδος τους ανθρώπους µου, που µε κρατάνε ενήµερο των τοπικών περασµάτων των αποδηµητικών πουλιών, ή που µε συνοδεύουν στο κυνήγι του ενδηµικού θηράµατος και που είναι για µένα ό,τι ήταν οι κοµµατάρχες για τους πολιτικούς µας. Η ιµατιοθήκη µου περιλαµβάνει πλήρεις αµφιέσεις για κάθε είδους κυνήγι: κάµπου, βουνού, δασών και βάλτων και για κάθε καιρό, ζέστη, δροσιά, παγωνιά, βροχή. Τα συρτάρια µου είναι γεµάτα φυσίγγια για όλων των ειδών τα θηράµατα, επιστηµονικά γοµωµένα για να έχουν άρτια απόδοση µε οποιαδήποτε καιρική συνθήκη. Κι όλα αυτά δεν είναι τίποτα!
Στο κυνήγι, και χάριν του κυνηγίου, εκβιάζω τον εαυτό µου ν’ αλλάζει τις πιο βασικές του ιδιότητες: Εγώ που απεχθάνοµαι το περπάτηµα, κάνω αγόγγυστα, αν και µε τη γλώσσα κρεµασµένη έξω, τις επίπονες και πολύωρες πεζοπορίες που απαιτεί. Εγώ που έχω το φόβο των µικροβίων, έχω πιει νερά κι έχω φάει πράγµατα πλέον ύποπτης καθαριότητας. Εγώ που αγαπώ τις ανέσεις µου, κλείνω τα µάτια σ’ όλες τις ταλαιπωρίες του κυνηγίου: στην αφόρητη ζέστη που µεταβάλλει τα σωθικά σε αναµµένο καµίνι, στο τουρτούρισµα της πρωινής παγωνιάς, στην ακαθαρισία του σώµατος, στα ζωΰφια κι άντεξα κάποτε να µείνω δέκα ολόκληρες µέρες, χειµώνα καιρό, σ’ ένα βουνό της Μακεδονίας, µέσα σε µια εγκαταλελειµµένη αχυροκαλύβα τσοπάνηδων, περιστοιχισµένος από χωρικούς µε τους οποίους συνέτρωγα από τα ίδια πιάτα, ακούγοντας τα ποντίκια να τραγανίζουν τα τρόφιµά µας δέκα πόντους µακριά από το κεφάλι µου, κοιµόµουν στο χώµα και ασφυκτιώντας από τον πυκνό καπνό της πελώριας φωτιάς που διατηρούσαµε αναµµένη τη νύχτα στο κέντρο της καλύβας και εν τούτοις ήµουν ευτυχισµένος.
Για την ικανοποίηση του πάθους µου, έχω γυρίσει λίγο-πολύ όλη την Ελλάδα, µ’ όλα τα µεταφορικά µέσα -από αεροπλάνο µέχρι µουλάρι- και κυνήγησα όλων των ειδών τα θηράµατα. Εχω περιέλθει τους γυµνούς µακεδονίτικους κάµπους για πεδινές πέρδικες, έχω σκαρφαλώσει στα πετρώδη (και τι πετρώδη) βουνά των Κυκλάδων για πετροπέρδικες, έχω κάνει καρτέρι γι’ αγριογούρουνα, το χειµώνα, µέσα στα δασώδη υψώµατα του Καµπιρλί, αγνάντια στο χιονισµένο Μπέλλες, έχω τσαλαβουτήσει για µπεκατσίνια στους βάλτους της Ράχης, έχω αντικρίσει κοπάδια λύκων στο Γαλλικό ποταµό, πήγα για πάπιες από τη Στυµφαλία έως τη Χαλκιδική, κυνήγησα νύχτα αγριοπερίστερα, µπαίνοντας στις θαλάσσιες σπηλιές τους µε βάρκα και µε πυροφάνι, βρέθηκα στα περάσµατα των τρυγονιών στην Τήνο και των ορτυκιών στη Μυτιλήνη και πήγα για λαγούς στην Ηπειρο.
Οταν απέκτησα ένα σκυλί που συνδυάζει τα τελειότερα φυσικά χαρίσµατα µε την τελειότερη εκγύµναση, χάρηκα περισσότερο παρά οποιαδήποτε ερωτική µου κατάκτηση κι ένιωσα περισσότερη υπερηφάνεια όταν σκότωσα ένα αγριογούρουνο, παρ’ όση για το ωραιότερό µου ποίηµα...
Είµαι όπως βλέπετε ένας από τους πιο µανιώδεις Νεµρώδ της Ελλάδας. Είµαι κι ένας από τους καλύτερους;
...Εγώ οµολογώ µε ειλικρίνεια ότι είµαι ένας πολύ µέτριος κυνηγός. Οταν βλέπω ένα λαγό ή ένα πουλί να πέφτει από τα σκάγια µου, αισθάνοµαι τόση χαρά, όση και... έκπληξη. Και δεν έχω ακόµα αποβάλει εντελώς τη συνήθεια να κοιτάζω γύρω µου, για να βεβαιωθώ ότι είµαι µόνος κι ότι το θήραµα που έπεσε δεν έπεσε από κανενός άλλου κυνηγού την τουφεκιά. Μολονότι έχω πάει παντού όπου βρίσκεται το περισσότερο θήραµα, ποτέ µου δεν σκότωσα σε µια ηµέρα περισσότερους από δύο λαγούς, ή από τέσσερις πέρδικες, ή από έξι τρυγόνια ή από δέκα ορτύκια κι ένας θεός ξέρει πόσα φυσίγγια έχω κάψει. Εξακολουθώ όµως να κυνηγώ µε την ίδια φιλοσοφική διάθεση, που ο Κάντιτ του Βολτέρου καλλιεργούσε τον κήπο του, γιατί η χαρά και η συγκίνηση του κυνηγίου δεν περιορίζονται σ’ ό,τι κανείς σκοτώνει!
Οσοι δεν κυνηγούν δεν ξέρουν κι ούτε µπορούν να διαισθανθούν πώς χτυπάει η καρδιά του κυνηγού, όταν το σκυλί του στέκεται σε µια “φέρµα”, ή όταν σηκώνει τ’ όπλο του σ’ ένα κοπάδι πέρδικες, που πετιούνται άξαφνα από µπρος του µ’ ένα πολυάριθµο και δυνατό θόρυβο φτερών, µε πόσο συγκεντρωµένο και αµείωτο ενδιαφέρον πεζοπορεί ώρες ολόκληρες σ’ αναζήτηση του θηράµατος όσο κι αν αυτό παίζει το παιχνίδι που έπαιξαν οι Ρώσοι στον Μεγάλο Ναπολέοντα κατά την προέλασή του ίσαµε τη Μόσχα, πόσο κατέχεται από την ελπίδα ότι αν απέτυχε σ’ αυτό το πουλί, θα πετύχει στο επόµενο που θα του παρουσιαστεί, τι γλυκό που είναι το ψωµοτύρι που τρώει κοντά σε µια πηγή λαλέουσα, ύστερα από ένα εξαντλητικό περπάτηµα και πόσο πληρέστερα και βαθύτερα από κάθε άνθρωπο νιώθει και χαίρεται τη φύση αυτός που διασχίζει κάµπους, ανεβοκατεβαίνει βουνά, σταµατάει σε πανοπτικά σηµεία των οριζόντων, µυρίζει θάλασσα και βραδιάζεται κάτω από βαθιούς έναστρους ουρανούς, µέσα σ’ ερηµιές όπου κλαυθµηρίζει η κουκουβάγια, κρίζουν οι γρύλοι και θροΐζουν µυστηριωδώς τα φυλλώµατα.
Oλα αυτά βάζουν τον κυνηγό σε µια κατάσταση θείας ευφορίας. Οι πλόκαµοι της καθηµερινής ζωής, µιζέριες, εναντιώσεις, φροντίδες, ανησυχίες, ξεσφίγγουν ολότελα και αφήνουν την ψυχή και το πνεύµα ελεύθερα, τα νεύρα του γαληνεύουν όπως κάτω από την επίδραση οπίου κι αποδίδεται στον εαυτό του τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσµου: Μονοκόµµατος, αφρόντιστος, ίσιος κι ελεύθερος».

=====================================================


Για την αντιγραφή

Κυνηγών «βίοι παράλληλοι»

«Από τον τόπο αυτό θα φύγουμε όταν δεν θα έχει μείνει σπορά». Τάδε έφη σε παρελθόντα χρόνο «νεοκυνηγός», ή όπως λέμε χωριάτικα, κατσαπλιάς των βουνών – αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα εγκαταλείψουν τον κυνηγότοπο όταν εξολοθρεύσουν και το τελευταίο γουρούνι.

Διότι άλλο πράγμα είναι το κυνήγι στα νόμιμα πλαίσια και άλλο πράγμα η αφάνιση του είδους. Κατά περιόδους και αποσπασματικά εμφανίζονται ολίγοι ευτυχώς που θεωρούν τους κυνηγότοπους τσιφλίκια του Αλή Πασά. Δεν είναι όμως έτσι. Σφάλλουν ή βρίσκονται σε σύγχυση αν νομίζουν ότι τα πασαλίδικα κόλπα έχουν ακόμα πέραση.

Οι Φλέσσας και Πίπας, είναι φίλοι μας και κυνηγούν τον «αυτιά». Μερικές φορές έρχονται στην παρέα μας για το μεγάλο τριχωτό. Κυνηγώντας κάποια ημέρα τον λαγό, τους ήλθε στα πόδια ένας άλλος, ξένος. Τον ντουφέκισαν, μάζεψαν και την σκύλα και περίμεναν. Έφτασε κατάκοπος από την ανηφοριά ο λαγάς, τους είδε και τους καλημέρισε. «Τι κυνηγάς φίλε;» τον ρώτησαν. Λαγό κυνηγάω αλλά η σκύλα μου σήμερα δεν έχει κέφια (!). «Καλά, πάρε το λαγό σου..».

Ο «Λιγνός» με την παρέα του κτύπησαν ένα γουρούνι ξένης ομάδας, έπιασαν το σκύλο και τον έδιωξαν. Σαν κατάλαβε η πληγείσα ομάδα τι ακριβώς συνέβη, επικοινώνησε με τον «Λιγνό» και άρχισε αυτός να τα λέει θολά τα πράγματα, να πέφτει σε αντιφάσεις - μη μπορώντας να κρυφτεί υπό το βλοσυρό βλέμμα της Αρτέμιδος της θεάς, που δεν συγχωρεί «χοντρές τανζανιές». Η ομάδα του «Λιγνού» έχει όμως και τα δίκια της. Μη μπορώντας να φέρει στα καρτέρια της δικά της γουρούνια, τη στήνει στα ξένα και χαμογελά καμιά φορά. Πασαλίδικα κόλπα, όπως αυτά που δίδαξε ο συγχωρεμένος ο Αλής στη χώρα της Παμβώτιδας πριν 200 περίπου χρόνια.

Έτερος βασιλεύς των ορέων (το έχετε διαβάσει το βιβλίο του Εδμόντος Αμπού;), μέγας συλλογέας κρέατος άνευ ορμονών και βλαπτόντων την υγεία συστατικών, στημένος στο καρτέρι για τον κάπρο, αντίκρισε στο βεληνεκές του όπλου του λαγό καταδιωκόμενο από ελληνικούς ιχνηλάτες. Ξεχνώντας το δικό του κυνήγι και μη υπολογίζοντας τους κόπους της ομάδας του – σκεφτόμενος και αυτός πονηρά σαν γνήσιος κατσαπλιάς των ορέων που είναι, ντουφέκισε τον ξένο λαγό και τον έκρυψε στο σακούλι του - αποκρύπτοντας μάλιστα το γεγονός από την ομάδα του που θα του τα «έλεγε στη γλώσσα του». Ο ληστής ετούτος την ώρα της λαμογιάς προφανέστατα θα εκσπερμάτωσε από ηδονή – κουβαλώντας ασφαλώς στο βουνό ψυχικές διαταραχές.

Στο βουνό, οι ειδήσεις και τα νέα, μεταδίδονται πολύ γρήγορα – αφού η Ηχώ βοηθά τα μέγιστα στον τομέα αυτό. Πληροφορήθηκα – και μαζί με εμένα και άλλοι το «κατόρθωμα» του «Έλληνος κυνηγού», και θυμώσαμε. Δυστυχώς, ο «παλιοκλέφτας» που θα ‘λεγε κι ο Γέρος του Μοριά, θα διηγείται με περηφάνια την ανάλγητη πράξη του και θα κορδώνεται.

Οι λαγοκυνηγοί που έχασαν τον λαγό τους από τον ληστή των ορέων, μάζεψαν τα σκυλιά τους και πήραν λυπημένοι τον δρόμο της επιστροφής. Στο μονοπάτι καθώς πήγαιναν, άκουσαν σκυλιά να «πηγαίνουν» από κοντά ένα γουρούνι. Κοντοστάθηκαν, σήκωσαν τα ντουφέκια τους και ο κάπρος έπεσε σχεδόν στα πόδια τους. Έπιασαν και τα σκυλιά και περίμεναν. Έφτασε η γουρουνοπαρέα, τους παρέδωσαν το θήραμα και τα σκυλιά και έφυγαν.

Πληροφορήθηκα εκ των υστέρων ότι η λαγοπαρέα που έπεσε θύμα του κατσαπλιά, ήταν από την Αθήνα, και μαζί της ο πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου Αιγάλεω ο κ. Γεωργακόπουλος. Ήταν η ίδια παρέα που παρέδωσε το ξένο γουρούνι.

Κάπως έτσι κυλούν τα πράγματα στα κυνηγοτόπια, ο ένας «χαίρεται» τον ξένο λαγό, άλλοι το ξένο γουρούνι, και ευτυχώς – λίγοι και ρομαντικοί, αληθινοί κυνηγοί και εραστές της φύσης, αγωνίζονται για το fair play που λέμε και στην Ελλάδα. Κάποιοι με τις πράξεις τους κερδίζουν φίλους και κάποιο κερδίζουν εχθρούς. Σοφά λέει ο λαός μας: όπως στρώσεις θα κοιμηθείς».

Μην μας κακοφαίνεται, μα, ο δρόμος ο καλός, ο δύσκολος, που είχε επιλέξει κάποτε και ο Ηρακλής, περνά από βράχια και γκρεμούς, από διάσελα και κορφές – και από εκεί όλα φαίνονται ξάστερα. Μέχρι τότε όμως, μέχρι το μακρινό μέλλον, ας κάνουμε υπομονή, και δυστυχώς ας ζήσουμε και στο βούρκο του ληστή των ορέων …

=============================================

Αφιερωμένο – και ας μην τον γνωρίζω, στον πρόεδρο του κυνηγετικού συλλόγου Αιγάλεω που δίδαξε κυνηγετική παιδεία.
=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Αυτή τη Τετάρτη και κάθε Τετάρτη


Κυνηγών "βίοι παράλληλοι"

=============================================

Ένα ελεύθερο περιοδικό, για ελεύθερους ανθρώπους, για ελεύθερους κυνηγούς