Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Οι πρώτες βοήθειες …

Πολύ καιρό είχα να πάρω την εθνική οδό Παρασκευή πρωί για το χωριό. Η κίνηση λιγοστή, οι ταχύτητες μεγάλες – πέραν των ορίων. Τρέχει πολύ ο κόσμος στους δρόμους, βιάζεται να συμπληρώσει το προσδόκιμο όριο της ζωής του.

Η δική μου η «γριά» παρ’ ότι κουβαλά στην πλάτη της 260.000 χλμ, (όσοι και οι κυνηγοί της ΚΣΕ!) ακούει στα γκάζια – αλλά για ποιο λόγο να ανεβάσω στροφές; Δεν με κυνηγά κανείς και το ταξίδι μου το θέλω στέρεο, με την καλή μου μουσική, με τα χρώματα της εποχής, με τη σιγουριά της στροφής.

Η καταχνιά και η απαλή βροχή όταν έφτασα στην «αετοφωλιά» έδιναν εικόνες απόκοσμες – αυτές που δίνουν χαρά σε μένα και φόβο στην «πάλαι ποτέ φαρμακοποιό». Τότε, ανάμεσα στο «δούναι και λαβείν» της αγάπης που την σταμάτησε η δύσκολη ώρα, μου χάρισε η κόμησα ένα πλήρες φαρμακείο – φτιαγμένο από τα χεράκια της. Μέχρι και ορό για αλλεργικό σοκ είχε, τόσο πλήρες ήταν.

Ο ορός ευτυχώς δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιηθεί, όμως τα υπόλοιπα χρήσιμα φάρμακα για τις πρώτες βοήθειες, έδωσαν άμεσες λύσεις στα προβλήματα του κυνηγίου στο βουνό.

Όταν ο αστυνόμος έκοψε βαθιά το χέρι του από ένα καπρί που χρειάστηκε να το ανοίξουμε στον κυνηγότοπο για να φύγει η καπρίλα και να πάει ασφαλές στο στέκι μας, το φαρμακείο της κόμησας σταμάτησε την μεγάλη αιμορραγία, με το οξυζενέ, το ιώδιο, τις γάζες και τις αλοιφές. Σε χρόνο ρεκόρ.

Όταν ένα ξύλο καρφώθηκε στο μάτι του αρχηγού και το αίμα έρρεε σαν το νεράκι της πηγής, πάλι η κόμησα με τις οδηγίες της έσωσε την κατάσταση και φτάσαμε στο νοσοκομείο ήσυχοι για το αποτέλεσμα της λαβωματιάς.

Είχε βέβαια την έφεση η κόμησα να σου δίνει ή να σου προτείνει συνέχεια φάρμακα, μα ο σκοπός ήταν καλός, ιερός. «κρυωμένος είσαι; πάρε το τάδε, τι έχεις; πονοκέφαλο; πάρε το δείνα» και ούτω καθ’ εξής. Ποτέ δεν ενέδωσα στα φάρμακα που μου πρότεινε. Όμως ακολούθησα με ευλάβεια τις οδηγίες της στα προβλήματα τραυματισμών που προέκυπταν.

Ήμουν τυχερός που είχα την «φαρμακοποιό μου». Αυτή με έμαθε να χρησιμοποιώ το φαρμακείο που έχω πάντοτε μαζί μου. Πολλοί όμως συνάδελφοι κυνηγοί δεν έχουν την ίδια με εμένα τύχη, και δυστυχώς οι μικροτραυματισμοί στο βουνό χρειάζονται πρώτες βοήθειες. Δεν είναι ότι θα σώσουν ζωές – που και αυτό μπορεί να συμβεί, μα κυρίως θα γίνει η μεταφορά στο πλησιέστερο κέντρο υγείας ή νοσοκομείο με περισσότερη ασφάλεια.


«Οι πρώτες βοήθειες» θα μπορούσαν να ήσαν ένα πολύ διδακτικό μάθημα από τους αρμόδιους κυνηγετικούς συλλόγους, χρήσιμο και επιβεβλημένο. Να καθόμασταν στο θρανίο και να ακούγαμε ένα γιατρό να μας μιλούσε για πάρα πολλά πράγματα πρώτης ανάγκης. Μία, δύο, και τρείς φορές κατ’ έτος να υπάρχουν ανάλογα σεμινάρια από εξειδικευμένους επιστήμονες – ο καθένας στο γνωστικό του αντικείμενο. Και να πηγαίνουμε στο βουνό γνωρίζοντας δυό ακόμα χρήσιμα και ωφέλιμα πράγματα. Αλλά ποιος νοιάζεται; Οι σύλλογοι; Οι κυνηγοί;

Στο βουνό καιροφυλακτούν πλείστοι όσοι κίνδυνοι, από ένα απλό στραμπούληγμα, έως και μία ανακοπή καρδιάς. Γιατί να μην γνωρίζουμε μέσα από τους συλλόγους μας δυό δράμια πράγματα που θα σώσουν τον φίλο μας ή τον συνάδελφο ή ακόμα και εμάς τους ίδιους;

Μα είναι υποχρεωμένοι κυνηγετικοί σύλλογοι να μου μάθουν εμένα τις πρώτες βοήθειες; Δεν ξέρω. Θα μπορούσαν όμως, ανάμεσα στις άλλες εκφάνσεις τους οι σύλλογοι να εντάξουν ακόμα και αυτές, ακόμα και πολλά άλλα, να γίνουν στην ουσία σύλλογοι πρωτοπόροι της πάσχουσας κοινωνίας μας – σύλλογοι για παράδειγμα στους χαλεπούς καιρούς μας.

Αστεία πράγματα ε; Μάλλον. Έχουν σοβαρότερα ζητήματα να λύσουν οι συνδικαλιστές μας, έχουν ένα «εχθρικό υπουργείο», έχουν να χαράξουν την πολιτική που χάριν της «έχουμε κερδίσει τόσα πολλά», έχουν τις εκλογές των Ομοσπονδιών και της ΚΣΕ που πρέπει «πάση θυσία» να συνεχίσουν τα ίδια πρόσωπα το «θεόσταλτο έργο τους», έχουν πάρα πολλά, μονάχα για εμάς που τους «ταΐζουμε» δεν έχουν …

=========================================

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010.
=========================================

Από σήμερα και κάθε Τετάρτη, θα φιλοξενούμε σε κάθε άρθρο μας από ένα σκίτσο, του καλού μας φίλου Γιώργου Σγούρδου, γιατρού, που ζει και εργάζεται στην Γενεύη Ελβετίας. Τον Γιώργο Σγούρδο τον βρίσκεται επίσης στο blog «Σκαριφήματα που δεν θ’ αλλάξουν τον κόσμο». Τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα για την συνεργασία αυτή.

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Σπάνιες Εορταστικές Συνταγές …

Ρέει ο γραπτός λόγος κάθε χρόνο για τα εδέσματα που θα γευτούμε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Και ο λόγος, γεμίζει σελίδες περιοδικών gourmet, προτάσεις διαφόρων γνωστών και άγνωστων σεφ.

Μακραίνει πολύ ο κατάλογος αν έχει κανείς κέφι και χρόνο για να ψάξει να βρει την «καλύτερη συνταγή» την νοστιμότερη, που θα βάλει στο πιάτο του τις γιορτινές ημέρες. Όλα τα Μέσα στη διάθεση μας, εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες, blogs, forums συνταγών – ακόμα και οι συνταγές της ελληνικής τηλεόρασης – που ο θεός με βοήθησε και την κατάργησα από την ζωή μου τα τελευταία 8 χρόνια – και μένω «ανημέρωτος» και ευτυχισμένος.

Γαλοπούλα γεμιστή, αγριογούρουνο σαλμί, λαγός με σάλτσα σκόρδου, είναι μερικές από τις συνταγές που ακούγονται συχνότερα στους γιορτινούς καιρούς. Και φυσικά πολλοί συνάνθρωποι μας γεύονται τις θεσπέσιες αυτές συνταγές συνοδεύοντας τες με το ανάλογο κρασί.

Εμείς όμως, σαν αιρετικοί που είμαστε και δεν μας ικανοποιούν οι γνωστές γεύσεις – αφού επί της ουσίας τις έχουμε δοκιμάσει ξανά και ξανά, θα προτείνουμε για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μερικά διαφορετικά εδέσματα, μη ξεχνώντας πως απευθυνόμαστε κυρίως σε κυνηγούς που είναι συνήθως καλοφαγάδες. Γιατί οι κυνηγοί - γουρουνάδες, λαγάδες, πουλάδες, του βάλτου και της ορεινής πέρδικας, τα νοστιμότατα κυνήγια τους τα έχουν χαρεί με ποικιλία συνδυασμών και συνταγών.

Ας κάνουμε όμως μία μικρή αναδρομή μερικές δεκάδες χρόνια πίσω, τότε που η ανέχεια χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία στην πλειοψηφία της.

Στις μεγάλες πόλεις και ειδικότερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, παραμονές των Χριστουγέννων περνούσε από τις λαϊκές γειτονιές (σαν μακρινό όνειρο) με το κοπάδι του ο τσοπάνος που έκτρεφε γαλοπούλες. Οι γαλοπούλες αυτές ήταν συνήθως ελεύθερης βοσκής και έβρισκαν χορτάρι και καρπό στα δάση πέριξ του οικιστικού ιστού. Ναι, κάποτε η Αθήνα είχε και δάση!

Περνούσε το κοπάδι με τις γαλοπούλες από τις γειτονιές και έβγαιναν στους δρόμους οι σπιτονοικοκυρές να διαλέξουν το καλύτερο «ζωντανό», να παζαρέψουν την τιμή του και να βάλουν στην αυλή τους την γαλοπούλα. Στη συνέχεια δουλειά έπιανε το μαχαίρι και η τέχνη της σπιτονοικοκυράς ή του σπιτονοικοκύρη και έφτανε στο γιορτινό λιτό τραπέζι η φρέσκια γαλοπούλα. Το έθιμο αυτό πότε εμφανίστηκε στην Ελλάδα και γιατί, μην με ρωτήσετε, δεν ξέρω, προφανώς όμως υιοθετήθηκε από την ελληνική κοινωνία - όπως και τόσα άλλα πράγματα που τελικώς τα «ελληνο-ποιήσαμε».

Αντίθετα με τις πόλεις, στην επαρχία – έτσι την ονομάζαμε παλαιότερα την περιφέρεια, και ειδικότερα στην Πελοπόννησο που γνωρίζω καλύτερα, οι οικογένειες στα χωριά παραμονές Χριστουγέννων έσφαζαν τα οικόσιτα γουρούνια και έφτιαχναν το περίφημο παστό. Σε άλλες περιοχές το λένε και σύγκλινο. Άλλοι πάλι το οικόσιτο γουρούνι το έσφαζαν στις Απόκριες.

Η προετοιμασία του παστού, ήταν για την οικογένεια πραγματική μυσταγωγία και συμμετείχε στην διαδικασία αυτή το κάθε μέλος της – ο παππούς και η γιαγιά μέχρι το παιδάκι που η περιέργειά του το έκανε πολύτιμο βοηθό στην οικογενειακή ιεροτελεστία. Μην με ρωτήσετε πότε εμφανίστηκε η συνήθεια αυτή, δεν θα απαντήσω με ακρίβεια – θεωρώ όμως ότι έρχεται από την αρχαιότητα επειδή η ανάγκη την επέβαλε. Η ανάγκη για την επιβίωση.

Οι άντρες της οικογένειας έσφαζαν το γουρούνι και ακολουθούσε η διαδικασία της αφαίρεσης του τομαριού – ότι ακριβώς κάνουμε κι εμείς με τα δικά μας αγριογούρουνα.

Σήμερα, θα φτιάξουμε παστό αγριογούρουνο για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Την καλύτερη συνταγή στον αιώνα των αιώνων, μακριά από μάγειρες περιωπής - με σύμβουλο πολύτιμο μονάχα τον χρόνο – γιατί αυτός είναι που καθορίζει αν μία συνταγή εν τέλει αξίζει να υπάρχει ή όχι στο διηνεκές.

Διαδικασία

Τεμαχίζουμε το αγριογούρουνο σε μικρά κομμάτια και τα τοποθετούμε στο καζάνι (λεβέτι) που είναι στη φωτιά γεμάτο με νερό.

Βράζουμε πολύ καλά το κρέας – και θα χρειαστούμε πολλές ώρες πάνω από το καζάνι να το γυρίζουμε με την κουτάλα. Παράλληλα ρίχνουμε αλάτι χοντρό ώστε να γίνει αλμυρό, και συνεχίζουμε να ανακατεύουμε.

Όταν, έπειτα από ώρες βράσης πιεί τα υγρά του, το βγάζουμε και το τοποθετούμε σε άλλο λεβέτι. Ρίχνουμε μέσα σε αυτό λάδι και το καλά βρασμένο κρέας – οπότε αρχίζουμε σιγά – σιγά να το τσιγαρίζουμε. Ρίχνουμε και λίγα κανελλο- γαρίφαλα αν θέλουμε, μερικές πορτοκαλόφλουδες και ένα – δυό κρεμμύδια. Συνεχίζουμε να γυρίζουμε με την κουτάλα το μείγμα μέχρι να ροδίσει καλά. Βγάζουμε το κρέας.

Όταν τελειώσει η επίπονη αυτή διαδικασία, αφήνουμε το κρέας να κρυώσει. Σε αυτό το μακρύ διάστημα της αναμονής, η οικογένεια δοκιμάζει τον κόπο της στον σοφρά καταναλώνοντας άφθονο κόκκινο κρασί. Από το τσιμπούσι σηκωνόμαστε μόνο όταν το κρέας μας έχει την θερμοκρασία που θέλουμε. Καταλαβαίνουμε όλοι μας τι ποσότητες οίνου ευφραίνουν την καρδιά μας.

Στη συνέχεια, παίρνουμε το καθαρό κιούπι (μερικοί χρησιμοποιούν «λάτα» – μεταλλικό δοχείο σαν και αυτό που χρησιμοποιούμε για το λάδι) και τοποθετούμε στην βάση του μία στρώση αλάτι χοντρό. Κατόπιν, γεμίζουμε αργά το κιούπι με το κρέας και στη συνέχεια το σφραγίζουμε. Το τοποθετούμε σε θερμοκρασία δωματίου - κάπου δηλαδή δροσερά.

Για το θεσπέσιο αυτό έδεσμα το ιδανικό μέρος για την παρασκευή του είναι φυσικά το χωριό, το σπίτι μας με τον μεγάλο αυλικό χώρο, και με όλες τις ανέσεις που προϋποθέτει η δημιουργικότητα στην αγκαλιά της φύσης.

Προτείνεται αγριογούρουνο που θηρεύεται στην αρχή της κυνηγετικής περιόδου και έχει στο σώμα του περισσότερο λίπος απ’ ότι στην συνέχεια του κυνηγίου. Στα οικόσιτα γουρούνια δεν χρησιμοποιούσαν λάδι στο τσιγάρισμα αλλά το ίδιο το λίπος του ζώου.

Το έδεσμα είναι έτοιμο για βρώση. Το προτείνω με την συνοδεία λαχανικών εποχής – και αν θέλετε, με βραστό λάχανο.


Πρωτοχρονιάτικη συνταγή

Επειδή όπως προανέφερα είμαι αιρετικός, για την ημέρα αυτή δεν θα δώσω κυνηγετική συνταγή αλλά μία άλλη – ταπεινή, που την συνήθιζαν εκτός από τα μέρη μου και σε περιοχές της Θεσσαλίας απ’ ότι γνωρίζω.

Έχουμε λοιπόν Κότα με κοτόσουπα

Συγκρατηθείτε, μιλάμε για θεϊκό έδεσμα - και αναφέρομαι σε εσάς που βιαστήκατε να δηλώσετε την αποστροφή σας στο άκουσμα της κότας. Άλλο κόκορας αλανιάρης, άλλο αλανιάρα κότα - την διαφορά όλοι μας τη γνωρίζουμε !.

Επιλέγουμε οπωσδήποτε την παχιά κότα από το χωριό και επ’ ουδενί από το εμπόριο. Το γιατί, όλοι μας το ξέρουμε – οι τροφές που καταναλώνει η κότα στο χωριό, σε περιβάλλον ελευθερίας, την καθιστούν μοναδική στη γεύση. Η κότα του εμπορίου, μπαϊλντισμένη από τις ζωοτροφές – στα δηλητήρια δηλαδή της διατροφικής αλυσίδας μας, έχει γεύση άχυρου και ουχί κότας.

Διαδικασία

Μαδάμε την κότα καλά και την καψαλίζουμε στη φωτιά για να φύγουν όλα τα υπολείμματα από τις φτερούγες της.

Την τοποθετούμε στην κατσαρόλα που έχει αρκετό νερό και αρχίζουμε να την βράζουμε σε σιγανή φωτιά. Την αλατίζουμε σωστά. Κάθε τόσο, με ένα κουτάλι ξαφρίζουμε και καθαρίζουμε την επιφάνεια του νερού ώστε αυτό να μένει πάντοτε καθαρό.

Όταν η κότα βράσει καλά, την αφαιρούμε από την κατσαρόλα και αφήνουμε σε αυτήν μονάχα το νερό που έχει ήδη πάρει όλο το λίπος της κότας.

Στον ζωμό πλέον της κότας ρίχνουμε ρύζι – ανάλογα με τα γούστα μας και αφήνουμε να σιγοβράσει το μείγμα. Όταν η σούπα μας είναι έτοιμη, ρίχνουμε μέσα αυγολέμονο αν μας αρέσει ή απλά δεν ρίχνουμε τίποτα.

Την σερβίρουμε στα πιάτα - και την κότα σε μία μεγάλη πιατέλα.


Καλή μας όρεξη …



Καλές Γιορτές σε όλους του κυνηγούς και στην ομάδα μου.

Καλές Γιορτές στον Ελεύθερο Τύπο και στην δημοσιογραφική ομάδα του περιοδικού «Κυνήγι» που νομίζει πως έχει να κάνει με «σοβαρό» αρθρογράφο!.

=============================================
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010.

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Την Τετάρτη αυτή, ένα εορταστικό κυνηγετικό περιοδικό διαφορετικό από τ' άλλα......


Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Σπάλα καπρίσια – κορμιά φιδίσια …

Η κυνηγετική περίοδος μέχρι τώρα τουλάχιστον κυλά ομαλά. Ελπίζω να τελειώσει δίχως τα περσινά παρατράγουδα, χωρίς «πολεμικά ανακοινωθέντα» και να φτάσει ο καιρός να κρεμάσουμε τα όπλα μας μέχρι την επόμενη φορά.

Κάποιοι όμως δεν «ξεκουράζονται» ποτέ, δεν το σταματάνε το ευλογημένο το κυνήγι και τα όπλα τους τα έχουν πάντα ανά χείρας. Σαν τους τυχοδιώκτες commandos που σφάζουν ανελέητα ανά τον κόσμο στο όνομα «του ισχυρού».

Οι δικοί μας οι τυχοδιώκτες βέβαια, δεν «χαλάνε» ανθρώπους μα την πανίδα της χώρας μας. Μακριά από Νόμους και διατάξεις – ίσως να έχουν και κάποιον «κολλητό πολιτικό φίλο» για την «κακιά ώρα» και η δουλειά κινείται κατά πως πρέπει.

Τα περισσότερα κυνήγια του σκότους, εκτός από τα ταβερνεία περιωπής καταλήγουν και στην κατσαρόλα «πολιτικών ή άλλων φίλων» που έχουν όνομα καλό και δύναμη στις τοπικές κοινωνίες. Παλιός λαθροθήρας που είχε φιλοξενήσει το περιοδικό μας συνέντευξή του πριν καιρό, μου έλεγε of the record: «να γνώριζες μονάχα πόσους και ποιους είχα ταΐσει τον παλιό καιρό της λαθροθηρίας, δεν θα πίστευες στα αυτιά σου. Τι σημαίνοντα πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας, τι διευθυντάδες του κρατικού μηχανισμού, τι κομματικούς φίλους. «Χαλάλι τους» όμως γιατί στις δύσκολες στιγμές «αυτοί μου βρέθηκαν», αυτοί με έσωσαν από τα χειρότερα».

Συμβαίνουν αυτά στην αγία μας κοινωνία. Όλα συνηθίσαμε να τα κάνουμε κάτω από το τραπέζι, στο ημίφως που η αχτίδα φωτός φτάνει χλωμή. Και αν κάποιος μιλήσει καθαρά και φωνάξει τη γνώμη του, το ίδιο το σύστημα θα τον πετάξει, θα τον χαρακτηρίσει «γραφικό», «τρελό», «ιδιοτελή» και ένα σωρό λόγια της συμφοράς για να κόψει την δύναμη του λόγου της αλήθειας.

Δεν ξέρω αν «τα καλύτερα παιδιά γύρισαν στο σπίτι» που τραγουδούσε κάποτε η Ελλάδα που έβγαινε από τις πληγές της, μα και αν δεν γύρισαν στο σπίτι, η δύναμη τους εξαντλήθηκε από τα αργύρια που αλλάζουν χέρια κάτω από το τραπέζι. Και αν δεν είναι αργύρια ίσως να είναι καμιά σπάλα καπρίσια.

Η παρανομία βρίσκεται παντού, από το κυνήγι θα λείψει; Ποιοι είμαστε; Μήπως εξέχοντα μέλη μιάς ιδεατής κοινωνίας; Αστεία πράγματα. Η παρανομία, σε όποια κατηγορία και αν την εντάξουμε, σπάνια θεραπεύεται. Είναι σαν τον καρκίνο, αν τον έχεις σπάνια απαλλάσσεσαι από αυτόν.

Γι’ αυτό λένε για τον καρκίνο πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν στην πρόληψη. Τον είδες στην αρχή του; Τον πολεμάς, δεν εξαπλώνεται, παλεύεις και καθαρίζεις. Το ίδιο μόνο μπορεί να γίνει και με το κυνήγι – πρόληψη – που σημαίνει κυνηγετική παιδεία. Να μαθαίνει ο άνθρωπος από την παιδική του ηλικία τα πάντα για το κυνήγι, από την νηπιακή ηλικία του ακόμα. Να μαθαίνει ο παιδαγωγός στο παιδάκι πέρα από τις πανέμορφες πεταλούδες και τα ναζιάρικα σκιουράκια και τον πόλεμο που γίνεται στην φύση ανάμεσα στο δυνατό και στο αδύνατο.

Το παιδί της πόλης σήμερα, που ξέρει την πανίδα από την τηλεόραση και τα ντοκιμαντέρ, πιστεύει ότι εκεί έξω, είναι όλα όμορφα – αμ δεν είναι – δύσκολα και επικίνδυνα είναι – που το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό – η τίγρης κατασπαράζει το ελάφι, το αδύναμο φύλλο πέφτει από τον ισχυρό άνεμο, η Άνοιξη διαλύει τον πάγο και γιομίζει τα ρέματα – και γενικώς η βία είναι μία φυσικότατη λειτουργία που άλλους τους τρομάζει και άλλους τους κάνει και σκέφτονται.

Ας σκεφτούμε - και μαζί με εμάς και οι συνδικαλιστές της παρέας μας (Πάνα μου σχώρα με!), πως θα εντάξουμε το κυνήγι σαν μάθημα στα σχολεία – να μαθαίνει το μικρό παιδί από νωρίς τι ακριβώς συμβαίνει «εκεί έξω» και να αποκτήσει μεγαλώνοντας πλήρη συνείδηση του τι εστί φύση – που ασφαλώς δεν είναι μονάχα ο άθλιος λαθροθήρας μα μια αλληλουχία πραγμάτων που ενώνοντας τα έχουμε τον ορισμό της ζωής.

Την «Ζωή» μπορούμε να την δούμε και σαν μία ωραία γυναίκα, με τα πλούσια κάλλη της (τι σκέφτομαι σήμερα;) τους χυμούς της, το φιδίσιο κορμί της και να θελήσουμε να την απολαύσουμε. Λένε πολλοί πως το παράνομο είναι «πιο γλυκό», εγώ θα ‘λεγα πως το νόμιμο είναι πιο υγιές …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Κάθε Τετάρτη


Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Οι «μαγεμένοι» τόποι …

Οι Τόποι για το κυνήγι του αγριόχοιρου είναι συνήθως «πιασμένοι» από την αρχή της σαιζόν. Συνήθως η κάθε ομάδα έχει ένα – δύο τόπους που προτιμά και επιλέγει σε κάθε κυνηγετική έξοδο.

Πολλές είναι όμως οι ομάδες που δένονται με τον Τόπο, τον συνηθίζουν, τον μαθαίνουν – και πάρα πολύ δύσκολα θα τον αφήσουν – και μόνο αν για μέρες αρκετές δεν βρουν θήραμα σε αυτόν. «Όσο ζω και κυνηγώ, από τον Τόπο αυτό δεν θα φύγω ποτέ», μου έλεγε πρόσφατα κυνηγός και αρχηγός ομάδας από την περιοχή της Πάτρας. «Το κυνήγι για την παρέα μου είναι άρρηκτα δεμένο με την περιοχή αυτή – αφού σε αυτήν κοιμόμαστε από βραδύς, ανάβουμε τη φωτιά μας, ψήνουμε στη θράκα το φαγητό μας και το ρόφημα μας, έχουμε συνηθίσει τη μυρωδιά του σπάρτου».

Καταλαβαίνω πολύ καλά τα λόγια του φίλου κυνηγού, αφού και η δική μας ομάδα, μα και όσες άλλες ξέρω, έχουν τις ίδιες συνήθειες. Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι ίδιες παρέες που κυνηγούν ανά περιοχή, ανταλλάσουν τηλέφωνα, μιλάνε ο ένας στην συχνότητα του άλλου όταν προκύπτει κάποια ανάγκη, και γενικώς η καλή γειτονία ωφελεί το ίδιο το κυνήγι.

Δεν απουσιάζουν και οι παρεξηγήσεις που συνήθως γεννιούνται από εκείνους που κυνηγάνε περισσότερο το κρέας παρά πάνε για την ουσία του κυνηγίου. Έχει συμβεί λίγες φορές – και πιστεύω όσο περνά ο καιρός να ελαχιστοποιούνται οι περιπτώσεις που φίλιες και γειτονικές ομάδες έρχονται σε προστριβές για ψύλλου πήδημα ουσιαστικά.

Η εντοπιότητα στο παρελθόν έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε προστριβές ομάδων. Γρήγορα όμως ξεπεράστηκε η παράμετρος αυτή αφού στην πράξη δεν βοήθησε το κυνήγι. Προστριβές επίσης στους Τόπους δημιούργησε στο παρελθόν και η μεγάλη ομάδα – εκείνη που ο αριθμός της ξεπερνούσε τα τριάντα και σαράντα μέλη. Ο χρόνος όμως τις λίγες αυτές πολυμελείς ομάδες τις διέλυσε – αφού, κακά τα ψέματα, όλα στην περίπτωση αυτή γινόντουσαν «παρά φύση».

«Να σου πω ένα παράπονο που έχω από τις γειτονικές ομάδες;» με ρώτησε ο ίδιος κυνηγός από την Αχαΐα. «σπάνια θα με ειδοποιήσει κάποιος συνάδελφος για τα σκυλιά μας, δεν μπορεί να χάνονται και κανείς να μην τα βλέπει ή έστω να τα ακούει. Γιατί εσείς πέρυσι ψάχνατε μαζί μας επί μία εβδομάδα για τα δυό σκυλιά μας που είχαμε χάσει και άλλοι δεν μας παίρνουν τουλάχιστον ένα τηλέφωνο;». Εύλογες οι απορίες του συνάδελφου και γείτονα - και δικές μας – αφού και εμείς έχουμε περιπλανηθεί για μέρες πολλές, για εβδομάδες προς ανεύρεση των σκυλιών μας.

Τα προβλήματα στο κυνήγι του αγριόχοιρου, τουλάχιστον στην Πελοπόννησο θεωρώ ότι είναι περισσότερα από της υπόλοιπης Ελλάδας – και αυτό γιατί, το συγκεκριμένο κυνήγι, ακόμα δεν έχει ενηλικιωθεί, δεν έχει πολλά χρόνια στην πλάτη του, αφού άρχισε κάπου στο 1996.

Σήμερα, που δημιουργείται η γνώση και στο κυνήγι αυτό – στην Πελοπόννησο, μαθαίνουμε τα χούγια του – και συνεχίζουμε να μαθαίνουμε κάθε μέρα. Μοναδικό κυνήγι το καθιστά εξάλλου ο τρόπος, το αναπάντεχο, το καινούριο, το απρόσμενο. Παράλληλα με το κυνήγι αυτό συνηθίζουμε να μαθαίνουμε και τους γείτονες μας κυνηγούς, εμείς τις συνήθειες τους και αυτοί τις δικές μας. Τα δεδομένα που συνεχώς έχουμε μπροστά μας και συνεχώς μεγαλώνουν, όφελος και κέρδος είναι για όλους μας.

Όλα στο κυνήγι μας ξεκινάμε και τελειώνουν από τους «Τόπους». Μία ομάδα ερωτεύτηκε τα σπάρτα, η άλλη το πουρνάρι, μία άλλη τις ευκολίες του ελάτου, μια τέταρτη την γλυκύτητα της ποταμιάς. Ότι Τόπο επιλέγει μία ομάδα, τον μαθαίνει καλά και γι’ αυτό τον λατρεύει. Τον έχει σαν το σπίτι της, ξέρει που θα πιεί νεράκι, έχει συγκεκριμένο σημείο που θα βάλει τη θράκα, γνωρίζει καλά τα απάγκια από τα χτυπήματα του βοριά. Για τον κυνηγό, «ο Τόπος του», είναι το δεύτερο σπίτι του – για να μην πω το πρώτο.

Αν μάθει η κάθε ομάδα να συλλέγει και τους κάλυκες της, τα σκουπίδια της, και γενικώς να μην ρυπαίνει το «σπίτι της», «ο Τόπος της» θα της ανταποδώσει το καλό …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Κάθε Τετάρτη



Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Στο «μυστικό δείπνο» …

Το πρωί παγωνιά - και το μεσημέρι ο ήλιος καντήλι να κατακαίει το πρόσωπο και να λιώνει το σώμα από τον ιδρώτα. Αλλόκοτος καιρός, ίδιος με την εποχή μας.

Στην παρέα μας ο «Αμερικάνος», αυτός που κυνηγούσε στην Washington D.C αρκούδες και βαριά κυνήγια, κατά καιρούς φέρνει στην παρέα μας – πάντοτε φυσικά με την άδεια του αρχηγού, φίλους του κυνηγούς απ’ όλες τις μεριές της χώρας μας.

Τελευταία, έφερε για δύο – τρία κυνήγια έναν «πολύ καλό κυνηγό», όπως μας διαβεβαίωνε με καμάρι. Ο «καλός κυνηγός» όμως απεδείχθη ιμιτασιόν, και έχω την απορία αν ο «φτεροπόδαρος» όπως τον ονομάσαμε, είχε ιδέα από κυνήγι – αν και ο ίδιος ισχυριζόταν πως ήταν μέγας και τρανός. Σιγά αδελφέ, μας έπεισες (!).

Το τελευταίο σαββατοκύριακο μας ήλθε ο «Αμερικάνος» με φίλο του κυνηγό από την Σπερχειάδα. «Αυτός πρέπει να είναι καλός, φαίνεται από την κοψιά του ο άνθρωπος» είπε στην ομήγυρη ο αρχηγός, «δεν είναι σαν τον «φτεροπόδαρο» που βάραγε στο ρυθμό τρείς λαλούν και δυό χορεύουν», συνέχισε ο αρχηγός στον πρωινό του λόγο πριν από το τελικό σχέδιο.

Όντως, ο «Ρουμελιώτης» φίλος, ήταν κυνηγός, έμπειρος, καλύτερος τουλάχιστον από ελόγου μου – για να μην πω καλύτερος από πολλούς δικούς μας. Αθόρυβος, ουσιαστικός, με μεγάλη συμμετοχή στην λειτουργία της ομάδας.

Ας τον ακούσουμε όμως πως είδε το κυνήγι μας στην πρώτη του μέρα μαζί μας – και έδειξε με σαφήνεια πως όχι μόνο εγκλιματίστηκε άμεσα με την ομάδα – μα κύρια, είχε επίγνωση σε κάθε στιγμή τι ακριβώς γινόταν: «τα μέρη σας είναι πολύ πυκνά, οι πουρναρίσιοι λόγγοι αδιαπέραστοι και στην ουσία αυτή είναι η διαφορά με τα δικά μας μέρη στην Σπερχειάδα. Έχουμε κι εμείς ένα τόπο με πυκνό αλλά τα περισσότερα κυνηγοτόπια μας είναι ελεύθερα στην περπατησιά, και συνήθως βγαίνουμε αμάτωτοι στην επιστροφή μας για το σπίτι. Μα και ο καιρός είναι διαφορετικός, στα μέρη μου είναι βαρύτερος ο χειμώνας, το κρύο χοντρότερο».

Στο κυνήγι μας, χρειάστηκε ο αρχηγός να ντουφεκίσει ένα μεγάλο γουρούνι μέσα στην παγάνα αλλιώτικα θα «τον πάταγε» όπως μας εξιστορούσε αργότερα: «Είχα δύο μπροστινά παγανοφύσιγγα και στην αποθήκη ένα μονόβολο – και για να προλάβω το θεριό μην φτάσει και με «φιλήσει», άδειασα τα δυό φυσίγγια αστραπιαία και έκανα τη δουλειά μου». Τα δυό γεμάτα παγανοφύσιγγα τα βρήκε ο «Ρουμελιώτης» αργότερα καθώς πήγαινε και αυτός για το τράβηγμα του θεριού, έσκυψε και τα έβαλε στη ζώνη του.

Οι λεπτομέρειες είναι αυτές που κάνουν έναν κυνηγό καλό ή «φτεροπόδαρο», η προσεκτική ματιά σε κάθε βήμα, τα κρυμμένα στα χορτάρια παγανοφύσιγγα, η περιέργεια για το κάθε τι που υπάρχει στο διάβα μας.

«Εμείς στα μέρη μας έχουμε γεμίσει από ζαρκάδια, περισσότερα από τα γουρούνια, έχουν κάνει κατάληψη στον χώρο και δεν λένε να πάνε αλλού», έλεγε στο τραπέζι αργότερα ο «Ρουμελιώτης». Ειπώθηκαν και άλλα στο τραπέζι, ιδιαίτερα όταν έσωσε το ταψί με τον μπακλαβά ο «ασφαλιστής» και μετά δεν είχε και πολύ όρεξη για την γενέθλια τούρτα που έφερε ο Φλέσσας που μάταια προσπαθούσε να σβήσει τα 46 κεράκια. Είδε και αποείδε, και άφησε μονάχα δύο. Αυτά τα κατάφερε καλά και η ομήγυρις κατάφερε και «έβαλε» την τούρτα σοκολάτα πάνω από τον μπακλαβά (!).

Το επόμενο πρωί, θες από τη θολούρα του μπακλαβά, θες από τις ιστορίες που στούμπωσαν το μυαλό, τα γουρούνια έφερναν βόλτες στο πυκνό ατάραχα. Μονάχα ο Γιωργάκης είχε κέφια και ζύγωσε στη στάμπα κατά το απόγευμα και έβαλε στο σακούλι του την γουρουνοκεφαλή. Τυχερός ο Γιωργάκης γιατί έφυγε νωρίς από το τραπέζι και είχε καθαρό μυαλό – τυχεροί και εμείς που έφυγε νωρίς.

«Θα ερχόμουν πάλι για να κυνηγήσουμε παρέα» μας έλεγε ο «Ρουμελιώτης» ή κατά κόσμο Γιώργος Κανέλος από τα μέρη της Σπερχειάδας, «αλλά είναι πολύ μακριά για μένα». ‘Έλα όποτε θέλεις και όποτε σε φέρει ο δρόμος, εμείς στην παρέα μας θέλουμε φίλους καλούς και κυνηγούς καλούς, που να μυρίζουν τον καθαρό αέρα ίδια με εμάς. «Φτεροπόδαρους» δεν θέλουμε που κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου στο καρτέρι …

============================================

Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Λόγω της απεργίας των Δημοσιογράφων, το τεύχος αυτό θα κυκλοφορήσει κανονικά την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010.


Περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς.