Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Κυνηγοί και «κυνηγοί» …


«Να αντιγράφεις στη Λογική, είναι παράλογο – να αντιγράφεις στην Ηθική είναι ανήθικο». Κάπως έτσι μου τα είχε πεί ο καθηγητής μας στο Γυμνάσιο κάποτε που με έπιασε στα πράσα να κάνω αντιγραφή σε διαγωνισμό. Δεν με τιμώρησε, με έκανε να ντραπώ και το θέμα έληξε εκεί.

     Περί λογικής λοιπόν δεν κατέχω και πολλά….. αλλά προσπαθώ όσο γίνεται και όσο οι πνευματικές μου δυνάμεις το επιτρέπουν. Και θα έλεγα, ότι, όσα συμβαίνουν στο κυνήγι μας πολλές φορές αγγίζουν το παράλογο. Για ηθική δεν μπορώ να μιλήσω, δεν είμαι αναμάρτητος! Αν εσείς είστε, ας μιλήσετε…

       Το παράλογο στο κυνήγι μας μπορούμε να το ειπούμε και καταπάτηση των Νόμων και της τάξης, μπορούμε να το ονομάσουμε και ασέβεια στις καταστατικές διατάξεις που το διέπουν. Ακόμα μπορούμε το να ειπούμε και απληστία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά για να μην χαθούμε στα σκόρπια λόγια.

     Γνωστό είναι στον κύκλο μας μα και ευρέως θα έλεγα, ότι οι πληθυσμοί του αγριόχοιρου αυξάνουν με ταχύ ρυθμό, έχει δηλαδή δημιουργηθεί ένας υπερπληθυσμός – και μάλιστα αυτός επιφέρει μεγάλες ζημιές σε καλλιέργειες κτλ. . Για τον λόγο αυτό σκέφτονται οι αρμόδιες υπηρεσίες – σε συνεννόηση με την Κεντρική μας Ομοσπονδία, να αυξήσουν τον αριθμό θήρευσης του αγριόχοιρου – ενέργεια που θα δώσει ανάσα σε παραγωγούς, αλλά κατ’ επέκταση και σε εμάς.

     Εμείς σαν «πρωτοπόροι», σαν άλλοι πιονέροι παρελθόντων χρόνων, ξεκινούμε το κυνήγι μας ξεχνώντας τους επιτρεπτούς αριθμούς θήρευσης, και ειδικά στα πρώτα κυνήγια παρατηρείται ένα ξέφρενο «πανηγύρι» που γεμίζει χαρά τις ομάδες αφού στο βιβλίο θήρευσης που κρατάνε, γράφουν μεγάλα νούμερα. Ποιες διατάξεις και πράσινα άλογα, ότι θέλουμε κάνουμε στο βουνό, ότι μας κάνει κέφι – και σε ποιόν θα δώσουμε λόγο, σε κανένα. Η θηροφυλακή; σιγά, τι θα μας κάνει; και που θα μας πιάσει;

     Κάπως έτσι, άρχισαν πάλι να κυλούν τα πράγματα στις εξοχές και στις εκδρομές προς άγρα κρέατος. Να γεμίσουμε τα άδεια «εγώ μας», να στουμπώσουμε τα στομάχια μας με μαύρο κρέας, υγιεινό και φρέσκο, να ξεχειλίσουμε τους καταψύκτες μας για τη δύσκολη ώρα της κατοχής που μπορεί και να έλθει. Νοικοκύρηδες πολλοί εξ ημών, μην πεινάσουν όπως τότε, στα δύσκολα χρόνια του ’40.


    Στη Γερμανία που βρέθηκα κάποια στιγμή, στο Dusseldorf συγκεκριμένα, από τα μανάβικα οι «κακοί και ελεεινοί» γερμανοί,  ψώνιζαν ένα μήλο, ή ένα πορτοκάλι, δεν γέμιζαν το σακούλι τους παρά με αυτά μονάχα που θα κατανάλωναν στην ημέρα τους. Δεν αγόραζαν κιλά για να τα αποθηκεύσουν, δεν είχαν οι «άθλιοι» τη δική μας νοοτροπία, δεν φημίζονται δα και για την ελληνική εξυπνάδα τους!

     Για να μην αδικούμε όμως τους γουρουνάδες, το ίδιο γίνεται και με τους κυνηγούς των άλλων θηραμάτων. Τα ίδια συμβαίνουν και χειρότερα. Ας είναι όμως, εμείς τελικά δεν είμαστε άνθρωποι των Νόμων, και το κακό δεν αφορά το κυνήγι μόνο, είναι γενικότερο. Μην αδικούμε λοιπόν μόνο τους εαυτούς μας, τη δική μας οικογένεια.

     Το κυνήγι μας και φέτος θα ακολουθήσει την καλή πορεία του. Πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες της κρίσης με τα επακόλουθά της, με πολύ λιγότερους νόμιμους κυνηγούς στο βουνό – αφού και οι άδειες λιγόστεψαν κατά πολύ, αλλά όσοι έχουν σκοπό να κυνηγήσουν θα το κάνουν και δίχως αυτές – το βέβαιο είναι, για όσους τουλάχιστον μπορούν να χαρούν το κυνήγι, πως θα το κάνουν όπως έχουν μάθει τόσα χρόνια. Θα γευτούν τις μικροχαρές του βουνού και της φύσης, θα ξεχαστούν σε απίθανα μέρη, θα κουραστούν μαζί με τα σκυλιά τους, και πολύ πιθανό να βάλουν και στο σακούλι τους λίγα θηράματα.

     Για τους κυνηγούς αυτούς, τους καθ’ όλα νομοταγείς, αξίζει κατά τη γνώμη μου να ασχολείται κανείς. Διότι οι κυνηγοί αυτοί έχουν παιδεία και αγαπούν πάρα πολύ τη φύση. Και είναι μπορώ να ειπώ, οι αληθινοί πρωτοπόροι, οι ικανοί να μεταλαμπαδεύσουν στις επόμενες γενιές τι σημαίνει αληθινό κυνήγι. Τι σημαίνει αγάπη για τη φύση.

    Οι κυνηγοί του καταψύκτη και της συλλογής κρέατος, οι μικροί παράνομοι ζωέμποροι θα συνεχίσουν το δικό τους δρόμο. Τουλάχιστον θα τους έλεγα: «αφού κάνετε τη ζημιά, ρίξτε και τις τιμές, κρίση έχουμε!, μην γίνεστε κι εσείς σαν τους «γερολαδάδες της κατοχής» …

=======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012. 

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Κυνηγώντας στις καταιγίδες …


Ο δυτικός καιρός του σαββατοκύριακου συντρόφευσε το πρώτο κυνήγι της περιόδου μας. Και τι καιρός! Όλο γλύκες, αφού άνοιξαν οι ουρανοί και σκέπασαν τη μισή Ελλάδα το Σάββατο και την υπόλοιπη μισή την Κυριακή.

    Ανοιχτοχέρης ο Δίας ο Βοροβρόντης, μοίρασε απλόχερα κεραυνούς και αστραπές, σε τέτοια έκταση και με τόση ένταση που θα ζήλευαν και οι προϊστορικοί διασώστες του ανθρώπινου γένους, Δευκαλίων, Νώε, και λοιπά ομορφόπαιδα. Και εμείς όμως, μαθημένοι  στα θεϊκά δώρα που λιπαίνουν τη γη και αναζωογονούν το διψασμένο χώμα, τα γευτήκαμε μέχρι το μεδούλι. Και κυνηγήσαμε.

      Στην πρώτη κυνηγετική αντάμωση της περιόδου, συνηθίζουμε – όπως και πολλές άλλες ομάδες, και περνούμε τη βραδιά μας στο βουνό. Μαζευόμαστε ολόγυρα από το λιτό δείπνο και σαν άλλοι μύστες κοινωνούμε τα όμορφα πράγματα της ζωής. Και σαν αρχίσουν οι κουβέντες, τα περασμένα λάθη και οι καινούριες τακτικές της ομάδας, και σαν ειπωθούν παλιά και φρέσκα – σιγά-σιγά, μπαίνουν σε τάξη τα μελλούμενα σχέδια, και τότε ο χώρος σιωπά για να ακούσει τον αρχηγό που αναπτύσσει τις βαθύτερες σκέψεις του. Συνήθως, ο τελικός λόγος του αρχηγού είναι σύντομος, δεν κουράζει, και κυρίως είναι απλός και απόλυτα κατανοητός. Δυό-τρείς κουβέντες, κοφτές – και συνεχίζεται η πόση μέχρι τελευταίας σταγόνας.


    Το πρωί όμως, σαν σηκωθούμε, πιασμένοι μέσα στα αυτοκίνητα, ή μουσκεμένοι από την αξημέρωτη καταιγίδα αφού μερικοί από εμάς επιλέγουν τον ύπνο τους να τον γευτούν κατάχαμα – δεν θυμόμαστε και πολλά από τα ειπωμένα με σοφία λόγια τα αρχηγικά. Και αρχίζουν πάλι τα σχέδια και οι προτάσεις, μέχρι να σωθεί ο καφές από την κούπα, και να αρχίσουμε τη δράση.

     Όταν λοιπόν αρχίσαμε να χωριζόμαστε για τις ιχνηλασίες – και ήμασταν τυχεροί στο διάστημα αυτό γιατί η καταιγίδα κουράστηκε και έκανε στάση – δεν λάβαμε υπόψη μας τον απρόβλεπτο παράγοντα που με μιάς διέλυσε τόσες βαθυστόχαστες σκέψεις μας.  Τη χρονική στιγμή που αντάμωσε ο Φλέσσας με τα δυό καπριά. Ανέβαινε εποχούμενος για τον δικό του τομέα και πετάχτηκαν μπροστά του τα δυό θεριά. Τράβηξε χειρόφρενο, έβγαλε από τη θήκη την καραμπίνα, γέμισε, και μπάμ…

     Όλα αυτά έγιναν πολύ γρήγορα, και στάθηκε τυχερός ο Φλέσσας γιατί τα άγρια είχαν πάρει τον ανήφορο – υπήρχε δηλαδή ο ελάχιστος χρόνος γι’ αυτόν να κάνει το καθήκον του. Το ένα καπρί έμενε ακίνητο όταν φτάσαμε όλοι στον τόπο του επεισοδίου.  Το άλλο, λαβωμένο ελαφρά, πρόλαβε και χάθηκε στο πυκνό. Κάπως έτσι, στήθηκε η πρώτη παγάνα μας, από μία τυχαία συνάντηση την ώρα της ιχνηλασίας. Και απέδωσε γρήγορα γιατί σε μικρό σχετικά διάστημα, τα σκυλιά εντόπισαν και σταμπάρισαν τον λαβωμένο κάπρο.

    Στους κοντινούς με εμάς κυνηγότοπους, γνωστές ομάδες από την Πάτρα, την Αμαλιάδα, την αρχαία Ολυμπία, την Κόρινθο, την Αρκαδία κτλ. έδωσαν το παρόν. Στα πρώτα κυνήγια όλα πάνε καλά για όλους. Στη συνέχεια όμως – όπως έγινε και πέρυσι άλλωστε, οι ομάδες θα αραιώσουν λόγω της οικονομικής κρίσης. Πρώτα οι περισσότερο απομακρυσμένες, αυτές που διανύουν πολλά χιλιόμετρα για τον κάπρο, και θα ακολουθήσουν οι κοντινότερες. Να ευχηθούμε για το αντίθετο, δύσκολα να πιάσει η ευχή μας μιας και η βενζίνη που είναι στα ύψη δεν καταλαβαίνει από τις ανάγκες μας. 

     Η ακρίβεια των καυσίμων, θα ευνοήσει τις ντόπιες κοινωνίες που είναι μέσα ή κοντά στους κυνηγότοπους. Οι κυνηγοί που ξεκινούν από τα αστικά κέντρα θα μετρήσουν κάθε έξοδο προβλεπόμενο και απρόβλεπτο και θα προτιμήσουν πρώτα τις οικογενειακές προτεραιότητες και αν μείνει χρήμα, θα κυνηγήσουν. Δυστυχώς, όπως πηγαίνει η κατάσταση, το κυνήγι θα ακολουθήσει τα βήματα της Αγγλίας για παράδειγμα, που είναι καθαρά ελιτίστικο, και το βιώνουν οι έχοντες, τα ανώτερα δηλαδή κοινωνικά στρώματα της εγγλέζικης κοινωνίας. Εδώ στα δικά μας, την μεσαία και μικρομεσαία τάξη που είχε το χρήμα και κινούσε την αγορά, την κατέστρεψε το πολιτικό σύστημα χάριν της άγριας λιτότητας. Και ο κυνηγός που ανήκε σε αυτή τη μεγάλη πλειοψηφία, ο δάσκαλος, ο γιατρός, ο βιοτέχνης, ο έμπορος, ο εργάτης, ο δημόσιος και ιδιωτικός υπάλληλος – προσπαθεί να περισώσει ότι μπορεί από τη ληστρική επιδρομή του ελληνικού κρατικού μορφώματος, που δεν λέει να τελειώσει.

      Το κυνήγι μας, είναι πραγματική λύτρωση αφού στέκεται μακριά από την άγρια καθημερινότητα. Και πραγματικά, οι κυνηγοί, χρειάζονται μεγάλα αποθέματα ψυχικών δυνάμεων για να βρεθούν στους κυνηγότοπους. Ας ελπίσουμε όλοι μας για το καλύτερο…   

=======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012. 

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Κάθε Τετάρτη




Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Κάθε Τετάρτη







Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΟΜΑΘ - παράνομη χρήση ηχομιμητικής συσκευής


Οι Ομοσπονδιακοί Θηροφύλακες της ΣΤ’ Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας – Θράκης εντόπισαν και καταμήνυσαν δύο άτομα για παράνομη χρήση ηχομιμητικής συσκευής προσέλκυσης πτηνών.



      Συγκεκριμένα την Κυριακή το βράδυ (9/9/12) Ομοσπονδιακός Θηροφύλακας κατά την εκτέλεση υπηρεσίας εντόπισε μία ηχομιμητική συσκευή εν λειτουργία στην περιοχή Μονοπήγαδο  του Ν. Χαλκιδικής. Αμέσως ειδοποίησε συναδέλφους προς ενίσχυση και μαζί με άλλον έναν Ομοσπονδιακό Θηροφύλακα παρέμειναν στην περιοχή, περιμένοντας να έρθουν οι κάτοχοι της παράνομης συσκευής. Πράγματι μετά από ολονύκτια φύλαξη και παρακολούθηση, τη Δευτέρα το πρωί (10/9/12) ήρθαν τα δύο άτομα που είχαν τοποθετήσει τη συσκευή και άρχισαν να κυνηγούν γύρω από την παράνομη συσκευή. 

Συνέχεια του Δελτίου της ΚΟΜΑΘ εδώ.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Οι ομάδες …τότε και σήμερα!


Όταν ένας σκύλος (φύλακας…..), κάπου στα βόρεια προάστια της Αθήνας σκοτώνει ένα βάτραχο μέσα στο σπίτι – και αντικρίζει την σκληρή εικόνα η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, κραυγάζει από τον τρόμο. Όχι επειδή ο σκύλος έκανε τη δουλειά του, αλλά, «που διάολο βρέθηκε ο βάτραχος;»…

     Δεν σκέφτηκε η καλή μου φίλη ότι εκεί κοντά από το σπίτι, διέρχεται ρέμα παλιό ερχόμενο από την Πεντέλη. Και πολύ φυσικό είναι να κυκλοφορούν και βατράχια, ακόμα και μέσα στο σπίτι!. Διότι, ναι μεν η Αθήνα και τα περίχωρά της είναι πυκνοκατοικημένη περιοχή, πλην όμως και η πανίδα κυκλοφορεί ελεύθερη μη αναγνωρίζοντας οικιστικούς ιστούς και πολεοδομικά τετράγωνα. Το ίδιο συμβαίνει και στον Υμηττό, όπου οι αλεπούδες προς εύκολη αναζήτηση τροφής, πιάνουν τα πρανή του βουνού και φτάνουν ακόμα και στα σκουπίδια της Ηλιούπολης, τρομάζοντας ενδεχομένως όσα ανθρώπινα μάτια τις αντικρίσουν ξαφνικά.

    Η φύση, ακόμα και μέσα στις πόλεις ή έξω από αυτές, ψάχνει για ζωτικούς χώρους. Και πάντα βρίσκει τρόπους να δηλώσει την παρουσία της. Ακόμα και οι λαγοί, μη αναγνωρίζοντας κινδύνους, κυκλοφορούν ανέμελα τα βράδια και πολλάκις κάνουν «κόντρες» στην περίφημη «ανάβαση Πεντέλης». Το κακό με την Αττική είναι ότι ενώ έχει στη γη της πολλά είδη της πανίδας μας, δεν έχει μυρίσει ποτέ στους αιώνες «καπρίσιες» διαδρομές. Φαίνεται ότι ο κάπρος δεν καταδέχτηκε ποτέ να περπατήσει στη μυστήρια Πεντέλη ή στον παλαβό Υμηττό.

     Εκ των πραγμάτων λοιπόν, εμείς οι κυνηγοί του κάπρου, τον ψάχνουμε σε άλλη γη και σε άλλα μέρη. Και να, που επιτέλους έφτασε η κατάλληλη στιγμή και από μεθαύριο θα πάρουμε τα βουνά της τίμιας πατρίδας μας προς αναζήτησή του. Δεν αντιλέγω, όλα τα κυνήγια έχουν τη δική τους νοστιμάδα, με κορυφαίο ίσως εκείνο της πέρδικας. Όμως το κυνήγι του κάπρου είναι ακόμα ένα βήμα μπροστά, πάντα κατά τη γνώμη μου.

    Αν πάμε αιώνες πίσω στην ιστορία του ανθρώπου, θα δούμε ότι κυνηγούσε οργανωμένα και πάντοτε σαν μέλος μιας ομάδας για καλύτερα αποτελέσματα προς αναζήτηση της τροφής του. Κυρίως τον κάπρο που απέφερε σε αυτόν όχι μόνο αρκετό κρέας αλλά και το λίπος, και το δέρμα του ζώου, και που ήσαν πολύτιμα λάφυρα για την επιβίωσή του. Αν κινηθούμε λοιπόν παράλληλα με τις εποχές, θα διαπιστώσουμε ότι το κυνήγι αυτό εμπεριέχει μία ομαδικότητα που το καθιστά μοναδικό.

      Στην εποχή μας πάλι, η ομαδικότητα αυτή περνά μέσα από πολλά προβλήματα. Διότι υπάρχουν και Νόμοι (που δεν υπήρχαν), υπάρχουν και άλλα ήθη και άλλες αξίες, εντελώς διάφορα από την παλιά εποχή. Η ομάδα τότε ας πούμε, ήταν πολυπληθής και για την ασφάλεια της από τους κινδύνους που εγκυμονούσαν. Σήμερα αν είναι πολυπληθής (πέραν των 10 ατόμων) είναι παράνομη. Τότε με το κρέας του κάπρου περνούσαν οι φαμίλιες αρκετό διάστημα, σήμερα το κρέας (που συλλέγουν οι παράνομες ομάδες) πηγαίνει στο παραεμπόριο. 

       Υπάρχουν σημαντικές διαφορές από την παλιά εποχή. Όπου όμως το πνεύμα της συλλογικότητας αναπνέει ακόμα, το κυνήγι του κάπρου μας αποφέρει πολλαπλά οφέλη. Και δεν αναφέρομαι στο κρέας μονάχα (αλλοίμονο), αλλά στις σχέσεις που σφυρηλατούνται από τα κοινά ενδιαφέροντα, ή ακόμα και από τις φιλίες που διαλύονται – αφού είναι γνωστό σε όλους μας ότι οι δύσκολες συνθήκες στο κυνήγι αυτό, απαιτούν και χαρακτήρες δυνατούς, ευκολοπροσάρμοστους  σε συνθήκες ακόμα και ακραίες.

      Η δύναμη μίας ομάδας επικεντρώνεται συνήθως γύρω από τον αρχηγό της. Αυτόν δηλαδή τον έμπειρο κυνηγό, τον ήρεμο σε καταστάσεις δύσκολες, που θα αποφασίσει – αλλά και θα καθοδηγήσει την ομάδα όχι μόνο με μαεστρία αλλά κυρίως (και το σοβαρότερο), θα την επιστρέψει με ασφάλεια στη βάση της. Ο αρχηγός είναι η καρδιά της ομάδας, και είναι αυτός που τις περισσότερες φορές κουράζεται περισσότερο απ’ όλους – αφού συνήθως βρίσκεται μέσα στη παγάνα και βιώνει όλες της τις εκφάνσεις. Σε αντίθεση με τον κυνηγό – καρτέρι (καρτεριτζή κοινώς) που ο ρόλος του είναι περισσότερο καθορισμένος.

       Ο ρόλος λοιπόν του αρχηγού καθορίζει επί της ουσίας και το κυνήγι του κάπρου. Η ομάδα έχει καλούς ιχνηλάτες, έμπειρα και καλά καρτέρια, εξίσου καλούς παγανιέρηδες, πολύ καλά σκυλιά, προμήθειες σε φάρμακα, τροφές, και άλλα χρήσιμα υλικά . Αρχηγό έχει μόνο έναν. Και επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο, έχει επικρατήσει στο κυνήγι του αγριόχοιρου και όταν μιλάμε για ομάδες, να λέμε: η ομάδα του τάδε, ή η ομάδα του δείνα.

Καλά κυνήγια συνάδελφοι …

======================

Δημοσιεύθηκε στο "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012 

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Κάθε Τετάρτη



Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρή αναδρομή του κάπρου …


Πιτσιρικάς ήμουν και έχει αποτυπωθεί βαθιά στο μυαλό μου μια φωτογραφία με έναν τεράστιο κάπρο στο καπό ενός ρώσικου Polski . Κυνηγός και ιδιοκτήτης του ωραίου αυτοκινήτου ήταν ο Τάσος…… τυπογράφος με ένα παλιό τυπογραφείο στην καρδιά της Αθήνας.

    Ο Τάσος, έπαιρνε τον δρόμο κάθε χρόνο για ένα μήνα περίπου και πήγαινε στη Μακεδονία και στη Θράκη να κυνηγήσει αγριογούρουνα. Την εποχή εκείνη, στην Πελοπόννησο το μεγαλύτερο ζώο της πανίδας ήταν ο λαγός!, γιατί ο κάπρος έφτασε έπειτα από κάμποσα χρόνια. Έτσι λοιπόν ο Τάσος ταξίδευε σε πλούσιους κυνηγότοπους. 

    Αργότερα, σαν μεγαλώσαμε, ένας παιδικός φίλος με καταγωγή από Άρτα, ο Ηλίας, πήγαινε για αγριογούρουνα στην Ήπειρο. Ξεκινούσε με παρέα από την Αθήνα και τράβαγαν για την «Ιόνιο Οδό» μέχρι τους κυνηγότοπους. Όμως, τι παράξενο, σε κάθε κυνηγετική έξοδο προς την Ήπειρο, έβρισκε αυτός και η παρέα του κατεστραμμένα τα λάστιχα των αυτοκινήτων τους. Πήγαν μία φορά, δύο, τρείς, δεν ξαναπάτησαν για κυνήγι στην Ήπειρο. 

   Το «λάθος» του Ηλία και της παρέας του, ήταν ότι πήγαιναν «ακάλεστοι» σε άγνωστους κυνηγότοπους, και δεν είχαν την «έγκριση» των ντόπιων κυνηγών. Και τα αυτοκίνητά τους τα φόρτωνε η ΕΛΠΑ τότε για την άδοξη επιστροφή. Η βαρβαρότητα δεν έχει πατρίδα, και ναι μεν παλαιότερα τα πράγματα ήσαν καλύτερα από πλευράς ήθους των κυνηγών, από την άλλη όμως, τα επεισόδια αυτά δεν έβλεπαν το φως της δημοσιότητας διότι τότε το android δεν είχε βρει τις εφαρμογές του! και οι οπτικές ίνες ήσαν σε πειραματικό στάδιο.

    Στην Πελοπόννησο, όταν δόθηκε το επίσημο σήμα από την Ομοσπονδία για το κυνήγι του κάπρου – κάπου στο 1996 – διότι στη λάθρα όλο και κάποιοι κυνηγούσαν, έγινε το έλα να δεις. Ποιοι Νόμοι και ποιες Ρυθμιστικές, ποιες αποφάσεις Δασαρχείων και ποιες εκκλήσεις, άγρια δύση θύμιζε το σκηνικό, με συμμορίες που είχαν ντυθεί κυνηγοί, με διμοιρίες ολάκερες που είχαν στρατιωτική δομή, με αλλοδαπούς που έφεραν όπλα και υπηρετούσαν το αφεντικό για ένα μεροκάματο άνευ ασφάλειας παρακαλώ, και μύρια όσα ακόμα, που σήμερα ναι μεν προκαλούν γέλιο και θλίψη, δεν παύουν όμως να αποτελούν μέρος της τότε αντίληψης για το μεγάλο κυνήγι. Και θύματα δεν ήσαν μόνο τα αγριογούρουνα αλλά και οι τοπικές κοινωνίες που βίωναν μία αλλιώτικη και πρωτόγνωρη ίσως νοοτροπία, μια βία διαφορετική – αφού τόπο πολύ είχαν ξεφύγει από την κοινή λογική όλοι αυτοί κατσικοκλέφτες, που εμπόδιζαν τους αγρότες να πάνε στα κτήματά τους, έκλειναν ολάκερους δρόμους επειδή «γούσταραν», και έκαναν παρελάσεις κατά φάλαγγα μέσα από τα χωριά κραδαίνοντας τα όπλα τους. Γελοία πράγματα και θλιβερά.

    Αυτά όλα τα δυσάρεστα χρειάστηκαν το χρόνο τους για να ομαλοποιηθούν – γιατί ακόμα δεν εξαφανίστηκαν, και δεν θα μπορούσαν άλλωστε αφού πατρίδα μας είναι η Ελλάδα και όχι ας πούμε η Αμερική. Τούτο σημαίνει ότι ήμασταν ένα τεράστιο ξέφραγο αμπέλι και σήμερα έχουμε γίνει απλώς ξέφραγο. Στην κατά μέρος ομαλοποίηση ή και εξαφάνιση των βάρβαρων ενεργειών, συνετέλεσαν τα μέγιστα, ο έντυπος κυνηγετικός τύπος με την δημοσίευση παράνομων ενεργειών και άρθρων σχετικών με τα «κακώς κείμενα» του κυνηγίου αυτού, και βοήθησαν επίσης οι κυνηγετικές οργανώσεις με αποκορύφωμα την δημιουργία της Θηροφυλακής που έδωσε σαν καινούριος φορέας το δικό του στίγμα και φρέναρε τις βαρβαρικές συνήθειες.

    Η βαρβαρότητα δεν έχει πατρίδα και καταγωγή, υπήρχε παντού και υπάρχει ακόμα. «Ο φόβος φυλά τα έρμα» όμως σύμφωνα με την λαϊκή παροιμία, και η παρουσία των θηροφυλάκων στους κυνηγότοπους σκόρπισε και κομμάτιασε παλιές συνήθειες. Χάθηκαν οι διμοιρίες και οι κατσαπλιάδες των ορέων από το κυνήγι μας και μονάχα κάτι απομεινάρια τους κινούνται εδώ κι εκεί για να θυμίζουν τους νταβέληδες αλλοτινών εποχών.

    Σήμερα στο χωριό με σταμάτησε συμπατριώτης και κρατώντας στα χέρια του ανακοίνωση του Δασαρχείου για το κυνήγι, μου λέει: «10 άτομα η ομάδα γράφει εδώ και όχι 20 και 30 που βλέπουμε να γυρνάνε ούλο το χειμώνα». Θα φτιάξουν τα πράγματα, του απάντησα, και τι να του έλεγα άλλωστε; Ο συμπατριώτης δεν κυνηγά αλλά βλέπει πολυπληθείς ομάδες κάθε χρόνο να κλείνουν τα βουνά και αναρωτιέται; «μα καλά, τόσα όπλα για ένα αγριογούρουνο; Τι ευχαριστιούνται οι κυνηγοί αυτοί από κυνήγι; Και πόσα θα σκοτώσουν;». Τι να του εξηγούσα; Ότι και το κυνήγι είναι καθρέπτης της κοινωνίας μας; Και μέρος της νοοτροπίας μας; …

=================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012. 

Τα πρώτα κλαφουνήματα …


Ο καιρός γάρ εγγύς….. αλλά ο καιρός έφτασε για τον κάπρο Η ώρα της αλήθειας, των κόπων, των προετοιμασιών, είναι μπροστά μας. Ας καλωσορίσουμε λοιπόν την έναρξη και του δικού μας  κυνηγίου, του μεγάλου τριχωτού της χώρας μας.

    Από τον περασμένο Γενάρη (Δεκέμβρη για την Πελοπόννησο), μέχρι και σήμερα, ετοιμαζόμαστε για τις ημέρες που έρχονται. Πρώτο και κύριο μέλημά μας τα σκυλιά μας, και μετά τα υπόλοιπα που είναι πολλά. Τα σκυλιά όμως βρίσκονται στην κορυφή του ενδιαφέροντος μας, της αγωνίας μας, και φυσικά της εκπαίδευσής τους. Πετύχαμε; Αποτύχαμε; Είμαστε καλοί ή όχι εκπαιδευτές, θα φανεί στη πράξη και στο αληθινό κυνήγι.

    Οι «έριδες» μεταξύ των κυνηγών καλά κρατούν για το ποιος έχει το καλύτερο σκυλί και επίσης ποιο είναι το καλύτερο σκυλί για τον κάπρο. Η κάθε ομάδα έχει τις δικές της συνήθειες, τα δικά της χούγια και προτιμά συνηθέστερα και τη δική της ράτσα. Περί ορέξεως λοιπόν….. δεν μας πέφτει λόγος. Θα πω μονάχα ότι κανείς από τους κυνηγούς δεν μπορεί να μιλήσει «αντικειμενικά» παρά να αρκεστεί στα δικά του πιστεύω.

   Αρκετά χρόνια πίσω, ξέραμε σαν ένα καλό γουρουνόσκυλο τον «γκέκα», που στη συνέχεια βεβαίως μετονομάστηκε σε «ελληνικό ιχνηλάτη» - και καλώς ονομάστηκε έτσι, και αναγνωρίζουμε στη ράτσα αυτή ένα αξιόλογο σκυλί για τριχωτά θηράματα. Υπάρχουν πάρα πολλές άλλες ράτσες και ο καθένας μας διαλέγει τι τον εξυπηρετεί στο κυνήγι του. Έχω δει στο κυνήγι ακόμα και ποιμενικό να σταμπάρει κάπρο.

    Στην αρχή του το κυνήγι μας έχει αντικειμενικές δυσκολίες που έχουν να κάνουν κυρίως με την ανομβρία του καλοκαιριού. Το έδαφος έχει πετρώσει από την κάψα του καύσωνα, και η πέτρα σκληραίνει από το αδιάκοπο φως. Καλούμαστε πρώτα εμείς και στη συνέχεια τα σκυλιά μας, να ανακαλύψουμε ίχνη καπρίσια σε τόπο διψασμένο. Πολύ δύσκολα θα διακριθούν οι περπατησιές του κάπρου και της φαμελιάς του ακόμα και στο κοκκινόχωμα – αφού κι αυτό μαραμένο στέκεται και πετρωμένο.

    Εάν θέλουμε να χαλάσουμε ένα φρέσκο σκύλο που αρίστευσε στα εκπαιδευτικά κυνήγια, δεν έχουμε παρά να τον ρίξουμε στα πρώτα δύσκολα χνάρια. Σε αυτά οφείλουμε να δώσουμε λόγο στα έμπειρα σκυλιά μας, που και πάλι θα δυσκολευτούν να μυρίσουν γνώριμες μυρουδιές. Το δυσκολότερο ίσως κομμάτι στην αρχή του κυνηγίου μας να είναι αυτό. Γιατί στη συνέχεια, με τις ζωογόνες βροχούλες τα πράγματα αλλάζουν με τρόπο θεαματικό και η ιχνηλασία αποκτά νοστιμάδα και μας κρατά σε τάξη, εφόσον ακολουθούμε συγκεκριμένους κανόνες και τρόπους.

    Το οξύμωρο με τα πρώτα κυνήγια μας είναι ότι ενώ δυσκολευόμαστε αρκετά με τον ντορό του κάπρου, μετά πολύ εύκολα, τον πιάνουμε αδιάβαστο, αφού για τόσο μεγάλο διάστημα έχει ξεχαστεί και έχει γίνει απρόσεκτος – ενίοτε και αδιάφορος. Μέχρι φυσικά να πονηρέψει πάλι και να βιώνουμε εμείς και αυτός τους ρόλους μας στη φύση – «κυνηγός και θήραμα». Σχέση διαχρονική, παλιά όσο και η ζωή, και καρφωμένη στην καρδιά του dna μας.

    Ένα καλό γουρουνόσκυλο αξίζει πολλά στην αγορά. Περισσότερο όμως (κατά τη γνώμη μου) αξίζει το σκυλί που έχεις εκπαιδεύσει εσύ ο ίδιος και το βλέπεις στο βουνό να σφυροκοπά αδιάκοπα με τις φωνές του τον κάπρο. Δεν έχει να κάνει τόσο με τα χρήματα που γλύτωσες από μία αγορά έτοιμου σκύλου, αλλά με την χαρά, με την αίσθηση που σου δημιουργείται για το δικό σου έργο. Κακά τα ψέματα, η εκπαίδευση του γουρουνόσκυλου είναι επίπονη. Απαιτεί χρόνο, επιμονή και υπομονή, διάθεση. Είναι μεράκι και χαρά και δεν πληρώνεται, αλλά και δεν ανταλλάσσεται.

    Το κακό με λίγους ευτυχώς κυνηγούς, είναι ότι βλέπουν τον σκύλο τους σαν ένα εργαλείο που πρέπει να αποδώσει στο κυνήγι. Αν δεν πετύχει ο σκύλος στην αποστολή του μία, δυό, τρείς φορές, βιώνουμε δυστυχώς το φαινόμενο των παρατημένων σκυλιών σε βουνά και λαγκάδια. Το σκυλί θέλει πρώτα αγάπη, κουβέντα και χάδι από το αφεντικό, φροντίδα, καλό περιβάλλοντα χώρο, περίθαλψη. Και μετά η εκπαίδευση, για να νιώσει κι αυτό τη φύση του. Και πιστεύω ακράδαντα ότι ένα σκυλί που έχει, που ζει με τα παραπάνω ωφελήματα, θα αποδώσει και στο κυνήγι τα μέγιστα. Οι κυνηγοί κατ’ επέκταση που αφήνουν τα σκυλιά τους στα βουνά επειδή δεν τους βγήκαν όπως τα ήθελαν, ας κοιτάξουν πρώτα τον καθρέπτη τους, το μέσα τους – και ας αναρωτηθούν τα γιατί.

    Τέτοια φαινόμενα ας μην τα ζήσουμε φέτος, διότι δεν μας τιμούν ούτε σαν ανθρώπους ούτε σαν κυνηγούς. Και δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής στο κυνήγι μας, δεν είναι τα φυσίγγια μας, ούτε τα ωραία όπλα μας, ούτε τα μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητά μας, ούτε τα ακριβά ρούχα μας, και ούτε εν τέλει εμείς. Πρωταγωνιστής στο κυνήγι του κάπρου, αυτός που δίνει τον ρυθμό και την κίνηση, αυτός που υλοποιεί τα σχέδια μας, αυτός που μας δίνει τον κάπρο σε πεδίο βολής, είναι ο σκύλος μας. Ας τον τιμήσουμε, και κυρίως ας τον αγαπήσουμε.

==============

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012.

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Κυνηγετικά προβλήματα …


Στον μικρο-καύσωνα που το χωριό ξεκουράζεται μέσα στα δροσερά σπίτια με τους πέτρινους τοίχους, κι εγώ, σαν ξωτικό, στο μπαλκόνι που το χτυπά το ελαφρό αεράκι από τα δυτικά, δεν θέλω  να χάσω τις στιγμές αυτές με το μοσχοβόλημά τους.

    Νωρίτερα το πρωί, συνάντησα φίλους από την ομάδα μας και μιλήσαμε για όσα μας νοιάζουν και αγαπάμε για το κυνήγι μας που αρχίζει σύντομα. Τα σκυλιά μας στα εκπαιδευτικά απέδωσαν άριστα και δείχνουν έτοιμα και ανυπόμονα για τον κάπρο. Ακόμα και δυό κουτάβια που πρωτοβγάλαμε για τα μυρίσματα του «άγριου», φαίνεται πως μαθαίνουν γρήγορα κοντά στα μεγαλύτερα και στα εμπειρότερα.

    Άδειες δεν έχουν βγάλει οι περισσότεροι, μα όταν έρχεται εκείνη η ώρα όλα είναι τακτοποιημένα κατά πως πρέπει. Συνήθως όμως τις αλλοτινές εποχές – έτσι κάπως θα ονομάζουμε την προ του μνημονίου εποχή, οι άδειες έβγαιναν με το πρώτο δημοσίευμα. Η οικονομική δυστοκία όμως, φέρνει αναβολές, ενίοτε και γκρίνια δικαιολογημένη.

    Εντύπωση προκαλεί σε μερικές περιπτώσεις και η πρακτική ορισμένων ξενοδόχων – όπως λόγου χάρη συνέβη και σε γνωστή παρέα, που εξομολογήθηκαν εν μέσω θλίψης ότι δύσκολα να κυνηγήσουν φέτος αφού ακόμα και το ξενοδοχείο όπου διέμεναν κάθε σαιζόν, ανέβασε τις τιμές του. Ανεξήγητη και εντελώς αψυχολόγητη η ενέργεια αυτή του ξενοδόχου και τη στιγμή μάλιστα που είχε σε κάθε κυνηγετική περίοδο 30 περίπου διανυκτερεύσεις 5-6 κυνηγών. Τέτοιες πρακτικές μικροξενοδόχων, που ποτέ δεν θα γέμιζαν τα ξενοδοχεία τους την περίοδο που διαρκεί το κυνήγι, και βαδίζοντας αντίθετα από το πνεύμα της οικονομίας και της αλληλεγγύης, αντί να μειώσουν τις τιμές τους και να δώσουν μάλιστα και επιπλέον κίνητρα για τον κυνηγετικό τουρισμό, αυτοί, δρώντας ανεγκέφαλα, αυξάνουν τις τιμές. Ίσως στο βάθος του μυαλού τους να πιστεύουν πως ο κυνηγός μπορεί να πληρώσει όσο – όσο το μεράκι του και την τρέλα του.

    Τέτοιες δύσκολες και πρωτόγνωρες εποχές για όλους μας, πολλοί είναι εκείνοι που επιδιώκουν και περπατούν πέρα από κάθε λογική, ανάποδα και ανορθόδοξα. Ενώ θα πρέπει να είναι ρεαλιστές, προσπαθούν στην αναμπουμπούλα της κρίσης να γιομίσουν το μπαούλο όσο περισσότερο μπορούν. Ε! δεν γεμίζει με τρόπους ανάλγητους το μπαούλο – γιατί ο κυνηγός, ξοδεύει πολλά για ότι αγαπά σε εξοπλισμό, σκυλιά, καύσιμα (που έγιναν κόστος δυσβάστακτο πλέον), φυσίγγια κτλ.. μα δεν περισσεύουν για να χρυσοπληρώνει τη ματαιοδοξία κακών ξενοδόχων. Και εν πάση περιπτώσει, ο χαμένος από την λαθεμένη επιλογή του ξενοδόχου να ανεβάσει τις τιμές, θα είναι ο ίδιος, όχι ο κυνηγός.

    Ο κυνηγός μαθημένος είναι στις κακοτοπιές και στους δύσκολους καιρούς. Μπορεί το ξενοδοχείο να του προσφέρει ζεστό ύπνο και μπάνιο για να ξεκουράσει το σώμα από την ολοήμερη ταλαιπωρία, όμως, και με -10 θα κοιμηθεί μια χαρά αν στήσει ένα καλό αντίσκηνο και χωθεί σε μεταξένιο σλίπ μπάνγκ. Και ενδεχομένως αρκετοί κυνηγοί ίσως να στραφούν στα αντίσκηνα χάριν της οικονομίας αλλά γιατί όχι και χάριν της επιστροφής στη φύση.

    Ο κυνηγός δεν φοβάται τους νυκτερινούς ήχους που βομβαρδίζουν το δάσος – και το γράφω αυτό διότι γνωρίζω συμπολίτες μας που ναι μεν αγαπούν τη φύση αλλά από μακριά, από δορυφορικά κανάλια και από διηγήσεις τρίτων. Η επιβίωση για τον κυνηγό ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο είναι θέμα οργάνωσης και τίποτα περισσότερο, τα υπόλοιπα τα γνωρίζει καλά από την πολυετή ενασχόλησή του με τα καμώματα του βουνού.

    Εν πάση περιπτώσει, ο χαμένος από την αύξηση των τιμών μερικών ξενοδοχείων που λειτουργούν αποκλειστικά με κυνηγούς, δεν θα είναι ο κυνηγός αλλά ο ξενοδόχος. Αλλά και τα πλεονεκτήματα από την διαβίωση των κυνηγών στη καρδιά της φύσης, είναι όχι μόνο οικονομικά μα κυριότερα παιδευτικά. Δυό – τρείς σκηνές στημένες σε κύκλο, και στη μέση η φωτιά να πυρώνει από την παγωνιά και να ζεσταίνει το πρόχειρο φαγητό, τη σούπα και τον καφέ, και τα παραμύθια να πλάθονται και να υψώνονται σε αλήθειες.

    Χαμένοι ασφαλώς από τέτοια ενδεχόμενη κατάληξη πολλών κυνηγών, θα είναι και η τοπική μικρο-οικονομία, αφού, δεν θα δουλέψει ούτε η ταβέρνα, ούτε το μπακάλικο, και φυσικά ούτε το καφενείο για τα τσίπουρα και τους καφέδες. Αυτά τα απαραίτητα, ο αυτάρκης κυνηγός εύκολα τα προμηθεύεται και χωρίς κόπο - μα με χαρά θα έλεγα, θα τα βάλει στις αποσκευές του και θα τα ανοίξει στον κυνηγότοπο. Και ο ξενοδόχος θα κλείσει οριστικά μία σταθερή πηγή εισοδήματος. Και κοντά σε αυτόν και άλλοι επαγγελματίες.

======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη στις 29 Αυγούστου 2012.