Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Κάθε Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Όμορφοι τόποι – έρημοι τόποι …


Εδώ είμαστε…. στη καλύτερη εποχή του κυνηγίου. Η μέχρι σήμερα μαλακωσιά του καιρού δίνει το βήμα από εδώ και πέρα στον καλό χειμώνα – που ας σημειωθεί, σύμφωνα με τα Μερομήνια προβλέπεται να είναι χειμώνας γερός, και θα έχει και διάρκεια. Για να δούμε…..

    Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς οι πουλάδες, για εμάς όμως τους οπαδούς των τριχωτών και μεγάλων θηραμάτων, ένα έχω να ειπώ: υπάρχει θήραμα εν αφθονία. Από την Θράκη και την Ήπειρο, μέχρι την Πελοπόννησο και την Αττική – ναι, την Αττική, που την έχουν ζώσει την κατακαημένη τα άγρια κοπάδια και μαθαίνουν νέα κατατόπια.

   Φέτος – τι ειρωνεία άραγε, που τα άγρια κάνουν βόλτες ανεμπόδιστα στην εξοχή, εμείς δεν βρισκόμαστε στα βουνά και στα καταράχια. Κάνουμε αιματηρές οικονομίες να πληρώσουμε τα χαράτσια και το δημόσιο χρέος – που γνωστό τοις πάσι είναι, ότι, το βάλαμε στην πανταλόνα! Και μας κυνηγάνε θεοί και δαίμονες, σαν άλλους κακοποιούς, και δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Μάλιστα, κάποιοι λένε, πως το κράτος στήνει μπλόκα και στα βενζινάδικα – και όποιος κάνει το λάθος και προμηθευτεί πετρέλαιο θέρμανσης, τον πάνε δεμένο χειροπόδαρα στη στενή για το πόθεν έσχες!

     Ωραία κόλπα στη ζωή μας την πολυτάραχη, νέα ήθη επίσης που ξεπήδησαν εν μία νυκτί και σκοπό έχουν να μας κάμψουν. Αλλά, δεν ξέρουν οι σχεδιαστές της οικονομίας και της «προόδου», ότι, εμείς, δεν καταλαβαίνουμε από φόβους και τρόμους, από παιχνίδια πολιτικής και εξουσίας. Εκείνο που καταφέρνουν – και σίγουρα δίχως να το προβλέψουν οι προβλεπτές της παγκόσμιας κρίσης (φεύ!), είναι ότι μας στερούν σε μεγάλο βαθμό το κυνήγι.


    Δυστυχώς, τα βουνά άδειασαν από κυνηγούς – και όπου υπάρχουν, λιγοστοί είναι, σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Ολόκληροι κυνηγότοποι, πλούσιοι σε θηράματα, μένουν φέτος απάτητοι, τα μονοπάτια τους νιώθουν μοναξιά από την γλυκιά πατημασιά του κυνηγού, οι ταπεινές πηγούλες σκιάζονται από τη μοναξιά. Αληθές είναι δυστυχώς, και το παρατηρεί ο καθένας μας στον δικό του κυνηγότοπο – που άλλοτε, «στέναζε» από βουές, από πειράγματα, από τους καπνούς της φωτιάς. Σώπασε κι αυτή που ζέσταινε τα πρωινά τις παρέες, που έψηνε το τσουκάλι με τα ροφήματα, χώθηκε από πέτρες περασμένων κυνηγίων.

   Πράγματι, η φετινή εμπειρία από τα κυνηγοτόπια, είναι εξωπραγματική. Ολόκληρες εκτάσεις, πλάγια ατελείωτα, κοιλάδες γεμάτες ζωή, φρέσκες από την εποχή της βροχής – διάσελα αμέτρητα και γυμνά κορφοβούνια – δεν έχουν τον σύντροφό τους, τον κυνηγό - άλλες, και απαραίτητα αναγκαίες οι φετινές προτεραιότητές του, που να βρεθεί χρόνος, ή διάθεση, ή χρήμα έστω και λιγοστό, για μια βόλτα στη φύση.

   Δεν πάω μακριά, στη δική μας ομάδα, για πρώτη φορά, το τελευταίο Σαββατοκύριακο δεν κυνηγήσαμε. Η μισή ομάδα μαζεύει ελιές – αφού και η ελιά στον καιρό της είναι, και η άλλη μισή που έρχεται από την Αθήνα, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στην συνηθισμένη μας συνάντηση. Πέρα από τις επαγγελματικές ασχολίες του καθενός μας με τα απρόοπτα αρκετές φορές (ο ένας πήγε Αμερική σε Συνέδριο, ο άλλος στη Θεσσαλονίκη σε σεμινάρια, ο τρίτος, ο ταξίαρχος, είχε υπηρεσία, κτλ.), αφήσαμε τον κυνηγότοπο μοναχό του.

   Όπου δεν πατά την αρβύλα του ο κυνηγός, να την μουσκέψει με ιδρώτα της ανηφοριάς, δρα ανενόχλητος, ανεμπόδιστος ο πανταχού παρών λαθροθήρας – αυτό το όνειδος της κυνηγετικής μας δραστηριότητας. «Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται» λέει σοφά ο λαός μας. όχι όμως για πολύ, γιατί με μαθηματική ακρίβεια, ο κάθε κατεργάρης πιάνεται κάποτε στη φάκα. Μπορεί ο λαθροθήρας να δραστηριοποιείται όπως τον βολεύει την δύσκολη αυτή εποχή, στατιστικά όμως, θα νιώσει κάποτε το μακρύ χέρι του Νόμου. Και το χειρότερο γι’ αυτόν είναι ότι τα παλιά αποκούμπια που είχε, ρεμπεσκέδες πολιτευτές και άλλους κολλητούς της κρατικής μηχανής, δεν θα τους έχει ποτέ πάλι. Τα αποστήματα της δημόσιας ζωής μας, η ίδια η ζωή και οι συνθήκες της, τα απέβαλαν δια παντός.

    Ένα Σαββατοκύριακο αφήσαμε τον κυνηγότοπό μας και νιώθουμε ένα μεγάλο κενό, ένα σφίξιμο στη καρδιά, μία λύπη να μας διαπερνά. Όμως όχι, ακόμα και γυμνοί, τον όμορφο τόπο μας θα τον περπατούμε, να παίρνουμε δύναμη απ’ τα’ άγια χώματά του …   

======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012. 

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Κάθε Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

ΚΟΜΑΘ - Δράση της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής ...


Το ξεκίνημα της κυνηγετικής περιόδου 2012-2013 βρήκε καλά προετοιμασμένη την Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή της ΣΤ’ ΚΟΜΑΘ. Κατά γενική ομολογία οι περιοχές της Βόρειας Ελλάδας διατηρούν σε καλή κατάσταση τα κυνηγοτόπια τους, αλλά η άσκηση της κυνηγετικής δραστηριότητας οφείλει να γίνεται σύμφωνα με τις οριζόμενες από την Πολιτεία διατάξεις.

      Η παρουσία της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής έχει προληπτικό και κατασταλτικό χαρακτήρα για την προστασία των θηραμάτων και της άγριας πανίδας εν γένει, ενώ παράλληλα ενημερώνει τους κυνηγούς.
   Από την έναρξη της νέας κυνηγετικής περιόδου οι 61 ομοσπονδιακοί θηροφύλακες της ΣΤ΄ΚΟΜΑΘ πραγματοποίησαν εκατοντάδες χιλιόμετρα περιπολιών, παρόλη την οικονομική κρίση και την στενότητα των οικονομικών πόρων της Ομοσπονδίας. Το έργο τους επικουρείται από τους θηροφύλακες των Κυνηγετικών Συλλόγων, ενώ αρκετοί Σύλλογοι, που είχαν την δυνατότητα, συνέδραμαν οικονομικά στο κόστος καυσίμων των οχημάτων θηροφυλακής.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Ο μικρός ποιμενικός …


Κατεβαίνοντας προς το Αλεποχώρι, αντίκριζα στο βάθος του ορίζοντα το λυκόφως που χανόταν προς τα δυτικά και έδινε ρόλο στο σούρουπο που άρχιζε να σκιάζει ολόκληρο τον κόλπο. Η εικόνα του κορινθιακού με τη δύση να τον κυκλώνει, είναι μοναδική.

    Έτρεχα να προλάβω έστω και λίγο φώς, να δω από κοντά τον κούταβο τον ποιμενικό – πρόσφατο απόκτημα του Μπάμπη – που για χάρη του μικρού ταξίδεψε μέχρι την Κοζάνη. Αλλά δεν πήγε μονάχος του, ήθελε και παρέα. Και τον ακολούθησαν στο όμορφο ταξίδι η Μαρία και η Σίσσυ. Αρχικά νόμισα ότι θα έκλειναν 50αρι πούλμαν αλλά με διαβεβαίωσαν ότι τρία άτομα – απόλυτα εξειδικευμένα με τα σκυλιά, έφταναν και περίσσευαν για να μεταφέρουν τον δυόμιση μηνών ποιμενικό. 

    Ο μικρός ποιμενικός έλαμπε από ζωντάνια και χαρά και έδειχνε να είχε ξεχάσει το μεγάλο ταξίδι που έκανε από τα βόρεια προς τα νοτιότερα. Την ίδια λάμψη που φανέρωνε περισσή χαρά όμως, είχε και το πρόσωπο του Μπάμπη, του αφεντικού του μικρού. Μέχρι να ψήσει τον καραβίσιο καφέ ο Μπάμπης, καθόμουν στη βεράντα κι έπαιζα με τον μικρό. Ό άτιμος όμως, μόλις δυό ημέρες στο καινούριο σπιτικό του – φύλακας κι αφέντης, πεταγόταν μέχρι την πόρτα να δεί αν ο Μπάμπης τελείωνε με τον καφέ.


    «Όταν τον πρωτοείδα», άρχισε να ιστορεί ο Μπάμπης, «μπορώ να σου πω ότι δεν μου άρεσε, δεν είχα αντικρίσει στη ζωή μου την πολυτάραχη εξάλλου άλλον τέτοιο κούταβο. Αμέσως όμως όταν τον πήρα στα χέρια μου και με κοίταξε, σαν να με μάγεψε, αυτό ήταν. Τον βλέπεις τώρα; Όλο στα πόδια μου βρίσκεται, με παρακολουθεί ότι και αν κάνω». Μήπως πεινάει βρε Μπάμπη ο μικρός;. «Αμάν…. Αν δεις πως τρώει θα πέσεις ξερός από τα γέλια».

    Καθόμασταν στη βεράντα, και ο μικρός σαν άλλος λέων είχε κουρνιάσει στα πόδια του Μπάμπη. Δεν διάλεξε μόνο ο Μπάμπης σκύλο, διάλεξε και ο μικρός Λέων αφεντικό. Ά… ναι, ξέχασα, το όνομα του μικρού εδόθη από το αφεντικό – και όπως πληροφορήθηκα, η παρ’ ολίγον νονά Σίσσυ, ήθελε να δώσει όνομα βαρύ και ποιητικό, κάτι σε Φοίβο ή σε Άρη, δεν θυμάμαι και καλά. Άσε μας κούκλα μου που θα δώσουμε στον ποιμενικό ονόματα ρεμπεσκέδων της ελληνικής μυθολογίας. «Μα όσοι φίλοι μου τον έχουν δει, σαν λιοντάρι λένε μοιάζει, πως μπορώ να τον ονομάσω Φοίβο;», συνέχιζε το παραμύθι του ο Μπάμπης – τάχα μου ότι λυπόταν που δεν έκανε το χατίρι της νονάς!

    Ήπια τον καραβίσιο καφέ μου (αμάν Μπάμπη!) και σηκώθηκα για την επιστροφή στη πόλη. Στο δρόμο, σκεφτόμουν την μικρή ιστορία του μικρού ποιμενικού – που τρείς άνθρωποι, έκαναν 1000 χιλ. για χάρη του. Τρείς άνθρωποι που αγαπούν πολύ τα σκυλιά και τα φροντίζουν, τους δίνουν την αγάπη τους, τα μεταχειρίζονται ως μέλη της οικογενείας τους, νοιάζονται για να είναι υγιή και ευτυχισμένα. Ο μικρός Λέων, ο τυχερός Λέων, βρήκε νοικοκύρη καλό και θα περάσει καλά.

    Αλλά οι σκέψεις έρχονται στο νου άτακτα όταν είσαι στους εθνικούς δρόμους. Και οι εικόνες από παρατημένα κυνηγόσκυλα στο βουνό, πανέμορφα beagles ή ελληνικούς ιχνηλάτες -  είναι εικόνες που μας προσβάλουν όλους. Γιατί; Διότι αυτοί οι κατ’ επίφαση κυνηγοί, ποτέ δεν τα αγάπησαν, ή ας το ειπώ διαφορετικά, δεν ξέρουν, δεν μπορούν να αγαπήσουν τα σκυλιά, απλά τα μεταχειρίζονται, τα έχουν σαν εργαλεία για το κυνήγι και τίποτε άλλο. Τα χρησιμοποιούν με τρόπο σκληρό, και αν τα άτυχα σκυλιά δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα, πηγαίνουν σε ένα βουνό, τα εγκαταλείπουν και επιστρέφουν αλαφρωμένοι από ένα δύσκολο γι’ αυτούς πρόβλημα. Τα χιλιάδες σκυλιά που κυκλοφορούν ελεύθερα στα βουνά ή στις πόλεις, προέρχονται κατά κύριο λόγο ή από κάκιστους κυνηγούς, ή από «φιλόζωους» - που δεν διστάζουν να εγκαταλείπουν τα σκυλιά τους για να πάνε δίχως «έννοιες» πέντε ημέρες διακοπών.

    Τυχερός λοιπόν ο μικρός ποιμενικός – και συγχώρα με Μπάμπη, μπορεί να μοιάζει σαν λιοντάρι, αλλά είναι σκύλος και όχι ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος! Επιτέλους….. δώσε στον μικρό ένα αξιοπρεπές όνομα, εύηχο και μικρό, δωρικό όσο γίνεται – αφού είναι και Μακεδόνας στη καταγωγή…

=========
Σημείωση: Ευχαριστώ θερμά τον Χρήστο Δερμιτζάκη, από τον Άργιλο της Κοζάνης που έδωσε στους καλούς μου φίλους τον υπέροχο ελληνικό ποιμενικό. Για να ξέρεις Χρήστο, ο μικρός θα περάσει βασιλική ζωή!.

=========

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012. 

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο ...

Κάθε Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Οι κυνηγοί που «έφυγαν» …


Ο σοφός λαός, από αρχαιοτάτων χρόνων έδωσε δικαιώματα και στους νεκρούς του ανθρώπους, διασφαλίζοντας με άγραφους ή γραπτούς Νόμους τις επιθυμίες αυτών για την μετά θάνατο ζωή τους.

    Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι διαθήκες, και οι εν γένει επιθυμίες τους για όσα εν ζωή κατείχαν, διανέμονταν ανάλογα με τα θέλω τους. Αλλά πέραν των υλικών αγαθών που άφηναν συνηθέστερα στους οικείους τους, άφηναν εν αγνοία τους και άυλα πράγματα, ιδέες, αξίες ζωής, πνευματικές κληρονομιές – και πολλά άλλα πράγματα που δεν είχαν καν σκεφτεί οι ίδιοι όσο ζούσαν.

    Εμείς θυμόμαστε, ή αναφερόμαστε σε έναν νεκρό, χωρίς να διακρίνουμε τον χρόνο που μας άφησε, και που μπορεί να είναι μία ημέρα, ένας μήνας, ένας αιώνας, ή ακόμα και χιλιάδες χρόνια. Όσοι πέρασαν από τη ζωή και άφησαν το στίγμα τους, μικρό ή μεγάλο – δεν έχει και τόση σημασία το μέγεθος, έγιναν αθάνατοι. Όπως καλή ώρα οι δικοί μας άνθρωποι που έρχονται στο νου μας όταν η οικογένεια συγκεντρώνεται σε ένα μεγάλο τραπέζι – και παρατηρείται τότε, να εξιστορούμε περιστατικά δικά τους, και το δάκρυ να ανακατώνεται  με το γέλιο, η θύμηση με τη γλυκύτητα της αγαπημένης μορφής, και ρέει ο οίνος ανακατωμένος με λόγια της τάβλας, και άθελά μας, μετέχουμε ενός μυστηρίου, παλιού, όσο και η ίδια η ζωή.

    Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, στάθηκε ο θάνατος ενός νέου θηροφύλακα, του Γιώργου Τρίχα. Ενός κυνηγού - διότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι θηροφύλακες, είναι πρώτα κυνηγοί. Πολλοί είναι οι κυνηγοί που «έφυγαν» νωρίς, άλλοι χτυπημένοι από ανίατες αρρώστιες, άλλοι λόγω γήρατος, μερικοί εντελώς ξαφνικά (από μία ανακοπή ίσως), λιγότεροι ίσως από κυνηγετικά ατυχήματα, και ίσως ακόμα λιγότεροι, την ώρα που κυνηγούσαν στο βουνό.

    Οι ξαφνικοί θάνατοι, για τους στενούς συγγενείς είναι πόνος δυσβάστακτος, αναπάντητα γιατί βαραίνουν τις σκέψεις τους. Ο πόνος βέβαια αφορά κάθε απώλεια αγαπημένου προσώπου. Αλλά να, αν ταλαιπωρείται από ασθένειες ο οικείος μας, δίχως να το θέλουμε, περιμένουμε τα «χειρότερα», που αν έλθουν, σκεφτόμαστε μέσα στον καημό μας: «τουλάχιστον ησύχασε»…

     Όμως, μην πάει ο νους σου φίλε αναγνώστη ότι τούτο το άρθρο είναι πεσιμιστικό. Όχι, κάθε άλλο. Διότι εσύ, εγώ, όλοι μας, ίσως να φοβόμαστε το θάνατο, αλλά κακώς αν το κάνουμε. Ο θάνατος είναι η φυσική συνέχεια πάνω στη φύση. Και συμβαίνει σε όλα τα έμψυχα είδη, συμβαίνει ακόμα και στο πεσμένο φύλλο του Νοέμβριου. Ακόμα και στον πάγο που θρυμματίζεται την Άνοιξη και γιομίζει το ρέμα με νεράκι φρέσκο.  Πόσο μάλλον σε όλους εμάς τα έλλογα όντα.

    «Κυνηγός χάθηκε από τους φίλους του στο βουνό και έπειτα από ώρες βρέθηκε νεκρός στο καρτέρι». Αυτή η είδηση ακούγεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια μιας κυνηγετικής περιόδου. Σκέφτομαι τη στιγμή…… είσαι στο καρτέρι, νιώθεις ένα πόνο ίσως αστραπιαίο, και μετά τίποτα. Κυνηγάς, βιώνεις με πάθος την αγάπη σου για το βουνό, ακούς το σκυλί σου να κλαφουνάει, η αδρεναλίνη είναι στα ύψη, η χαρά επίσης αμέτρητη – και έρχεται μια στιγμή, και αυτά που συμβαίνουν μπροστά σου, δεν τα αντιλαμβάνεσαι πλέον, περνάς το ποτάμι παρέα με τον βαρκάρη τον πολύπειρο, απέναντι, στην αιώνια όχθη.

    Ειλικρινά, μακαρίζω όσους κυνηγούς φεύγουν με τέτοιο τρόπο. Κυριολεκτικά όρθιοι και υγιείς – και τυχεροί που δεν βιώνουν δοκιμασίες επίπονες από αρρώστιες. Όντες μακάριοι, αφού γεύονται μέχρι τελευταίας στιγμής όσα αγάπησαν. Και πιστεύω ότι πολλοί από εμάς, έστω και μια φορά στη ζωή μας, θα έχουμε σκεφτεί ότι ένα τέτοιο «πέρασμα» θέλουμε.

    Η ζωή είναι τόσο όμορφη και συναρπαστική στην κάθε στιγμή της, που δεν πρέπει να αφήνουμε χώρο για «μαύρες σκέψεις». Και όταν μιλάμε για θάνατο, κατά νου να έχουμε τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα, την αγάπη, την δημιουργία. Τη ζωή τη ζούμε, την αναπνέουμε, την αισθανόμαστε. Τον θάνατο (κατά Επίκουρο), δεν τον συναντάμε ποτέ, όταν αυτός φτάνει, εμείς είμαστε ήδη αλλού. Ορίστε! Πως ζει και ο Επίκουρος έπειτα από χιλιάδες χρόνια, και τον ανακατεύουμε στο λόγο μας.

    Όταν φτάσει και η δική μου ώρα για το «συναρπαστικό ταξίδι», θέλω να το αρχίσω, καθισμένος οκλαδόν δίπλα σε μια μικρή βρυσούλα στο βουνό. Και εκεί που θα αγναντεύω τον ξάστερο ορίζοντα, να με πάρει ο αέρας και να με πάει «αλλού»…

======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Κάθε Τετάρτη




Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Κυνηγώντας στον καλό χειμώνα …


Σαν να άρχισε ο χειμώνας να κάνει τα πρώτα του βήματα….. Για εμάς τους κυνηγούς ο χειμώνας είναι ευλογία – και για όσους γενικότερα νοιάζονται και αγαπούν την φύση. Για άλλους, ειδικότερα για όσους κάθονται απέναντι από μία οθόνη plasma και ακούνε συνεχώς για τον φόβο και τον τρόμο, μάλλον είναι δυστυχία.

    Από την πρώτη ημέρα που άνοιξε το κυνήγι, τον χειμώνα περιμένουμε για να δούμε «άσπρη μέρα», για να ανταμώσουμε τα θηράματά μας και να γευθούμε τους κόπους μας. Θα πυκνώσουν οι μπεκατσάδες, θα φανούν περισσότεροι ρομαντικοί περδικάδες, και σαφώς θα δούμε κι εμείς οι γουρουνάδες περισσότερα και φρέσκα αχνάρια να κάνουν βόλτες στο βουνό.


    Τον ζητάνε, τον θέλουν τον χειμώνα τα αγριογούρουνα, τους έχουν λείψει οι καλές λούτσες για να πάρουν το λασπωμένο μπάνιο τους, να τριφτούν και να ξυστούν σε κορμούς δέντρων και να μας δηλώνουν με παρρησία την παρουσία τους, σαν να μας φωνάζουν: «εδώ είμαστε, πιάστε μας….». Και βέβαια, εμείς στις προκλήσεις δείχνουμε διάθεση καλή. Η ιχνηλασία από εδώ και πέρα αποκτά άλλη νοστιμάδα, η εμπειρία από το ψάξιμό της μας ωφελεί πολλαπλά, η ομάδα αρχίζει και λειτουργεί καλύτερα, σοφότερα, δείχνει περισσότερη αποφασιστικότητα, η σιγουριά καθρεφτίζεται σε κάθε γελαστό πρόσωπο.

    Όταν βγαίνει ο κάπρος για σεργιάνι και κάνει σαματά στο διάβα του, αναζητώντας πότε την τροφή του και πότε τον έρωτα στις λούτσες – αδιάντροπος σαν είναι και μπερμπάντης, εμείς έχουμε ελπίδες. Και όταν αρχίζει το κυνηγητό, κατά περίεργο τρόπο, το βουνό σωπαίνει, και ακούγονται τα ακούραστα σκυλιά να ακολουθούν με ευλάβεια τη φύση τους.

    Με το κυνήγι όσοι ασχολούνται, είναι σε θέση να καταλάβουν πως είναι η πραγματική ζωή. Όχι σαν άλλους που την ωραιοποιούν και την θέλουν μπάσταρδη. Η ζωή είναι σκληρή, βίαιη, εμπεριέχει πολύ πόνο και φόβο, τα αδύνατα τρέμουν στο πέρασμα των δυνατών, και πάντοτε επικρατεί ο δυνατότερος. Μπορεί, αν επεκτείνουμε την διαδικασία αυτή, να μας ξενίσει, να μας κακοφανεί ο νόμος ο φυσικός. Αλλά αυτός είναι, δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε παρά μόνο να προσαρμοστούμε σε αυτόν. Και όσο καταφέρνουμε να ακολουθούμε την προσαρμογή αυτή, έχουμε ελπίδες και για το αύριο. Αν δεν τα καταφέρνουμε, το μέλλον στέκεται αβέβαιο και θολό.

    «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», έλεγαν οι δικοί μας άνθρωποι εδώ και χιλιάδες χρόνια – γιατί εκείνοι οι τύποι είχαν κατανοήσει απόλυτα τις λειτουργίες της ζωής και της φύσης και προσαρμόζονταν εύκολα. Εμείς λοιπόν, κυνηγοί όντες της ζωής και του θηράματος, δεν περιμένουμε τίποτα να μας χαριστεί, το διεκδικούμε, και το παίρνουμε. Και μπορεί αυτό να λέγεται αγριόχοιρος, ή μπεκάτσα, ή πέρδικα, αλλά και ζωή. Μπορεί να είναι η καθημερινότητα, μπορεί ο έρωτας και η αστραφτερή ματιά, μπορεί ακόμα η μικροχαρά της στιγμής. Δικά μας είναι όλα, και τα αρπάζουμε. Δεν ρωτάμε.

    Ευλογημένο λοιπόν το κυνήγι και τα επακόλουθά του. Ευλογημένη και η ζωή. Το κυνήγι δημιουργεί αντιστάσεις σωματικές και ψυχικές, η ζωή είναι το πέρασμα στο επέκεινα. Δικά μας όλα, να τα ορίσουμε όπως θέλουμε, όπως αρμόζει σε ανθρώπους ελεύθερους και αξιοπρεπείς.

     Τώρα τον καλό χειμώνα, που θα είναι ο δυσκολότερος που έζησε η δική μας γενιά, όπως λένε αυτοί που νομίζουν πως «παλεύουν» για την ευημερία μας, εμείς μπορεί και να ματώσουμε με όσα θα περάσουμε. Μπορεί να γευθούμε πίκρες. Αλλά το κεφάλι δεν θα το σκύψουμε, δεν θα αφήσουμε κανένα φελλό και κανένα ανθρωποφάγο όν, να μας κάνει ζάφτι.

    Εκεί ψηλά στο ξεροβούνι, βρίσκεται μια πέτρα μοναχή της. Και την τρυπά στην καρδιά της μια πηγή, που αναβλύζει γάργαρο νεράκι, ολόφρεσκο, χωνευτικό και γευστικότατο. Για εμάς τους «μύστες», τους κυνηγούς, αυτό λέγεται ζωή. Και είμαστε τυχεροί που αντικρίζουμε τέτοια μοναδική εικόνα. Τυχεροί που μετέχουμε στη διαδικασία της ζωής. Τυχεροί, και πάνω απ’ όλα άνθρωποι, αφού μπορούμε και κοιτάζουμε πάντοτε ψηλά.

    Όταν θα ανταμώσετε την σκληρή πέτρα να ξερνά από τα σπλάχνα της τη ζωή την ίδια, σταματήστε, και ευλαβικά κοινωνήστε την. Αυτό είναι το κυνήγι …

===================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ανακοίνωση ΚΟΜΑΘ - Γεώργιος Τρίχας


Αγαπητοί φίλοι,

Σας ενημερώνουμε ότι μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο, έχασε τη ζωή του την Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012 σε ηλικία 46 ετών ο Ομοσπονδιακός Θηροφύλακας της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας – Θράκης και Συντονιστής των Θηροφυλάκων της Θράκης Γεώργιος Τρίχας. Η Ομοσπονδία μας, η ΚΣΕ και ο Κ.Σ. Κομοτηνής συμπαραστάθηκαν, κατά το δυνατόν, σε όλη την περίοδο της άνισης μάχης του και εκτιμούμε πως πρέπει να το κάνουμε και στο μέλλον, μιας που ο Γιώργος άφησε πίσω του άνεργη γυναίκα και μια κόρη μόλις τεσσάρων ετών.

     Γνωρίζουμε, φυσικά, πως όλοι περνάτε-περνάμε μια τραγική οικονομική κατάσταση. Παρόλα αυτά, η κυνηγετική οικογένεια πάντα έβρισκε τη δυνατότητα να στηρίξει από το υστέρημά της αυτούς που είχαν ανάγκη, πόσο μάλλον όταν αυτοί ήταν και οι ίδιοι μέλη της. Για αυτό παρακαλούμε και εσείς να ενισχύσετε την οικογένεια του Γιώργου καταθέτοντας έστω και ένα ευρώ στο λογαριασμό της Αγροτικής Τράπεζας 1920103862724 στο όνομα Δαλκίδη Αναστασία (σύζυγος του Γ. Τρίχα).

      Όλοι θα τον θυμόμαστε για τον εξαίρετο χαρακτήρα του, για την άψογη συνεργασία που είχαμε μαζί του, την οργανωτικότητά του και την σπουδαία παραγωγή έργου στην πάταξη της λαθροθηρίας και την προστασίας της άγριας πανίδας.

Ο Γιώργος ήταν ένα λαμπρό παιδί της κυνηγετικής οικογένειας

.