Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Του χιονιά τα παράξενα …

Ο καιρός είναι στα κέφια του παρ’ ότι ο Μάρτης βαδίζει προς το τέλος του. Οι βροχές στα πεδινά και το χιόνι στα ψηλότερα, κάνουν τον δυτικό καιρό κυρίαρχο. Είναι αυτός εξάλλου που φέρνει στα μέρη μας το πολύ χιόνι ανατρέποντας πολλές φορές τις μετεωρολογικές προβλέψεις.
 
    Την προηγούμενη ημέρα είχαμε παρακολουθήσει το περπάτημα ενός μικρού κοπαδιού αγριογούρουνων από την «Παναγιά» προς του «Πέτα». Εκεί στο μεγάλο λιοστάσι, ένας βράχος απόκρημνος οριοθετεί τον τόπο, και στα ριζά του κυλά με δύναμη ο Αλφειός. Απέναντι ακριβώς, νότια, φανερώνεται η μορφολογία του ηλειακού πεδίου, που γαληνεύει το μυαλό με τα σχέδια του.
    Ο βράχος στου «Πέτα» είναι τόσο κοφτός και τραχύς, που δεν ρισκάρεις να φτάσεις στο μπαλκόνι του, ένα απλό φύσημα του αγέρα μπορεί να σε κάνει πουλί και να χαθείς στη χαώδη λαγκαδιά που χάσκει από κάτω σου. Επιβλητικός τόπος, και είναι αυτός που διαλέγουν τα έμπειρα καπριά για να περάσουν τα σύνορα των Νομών δίχως διόδια.
    Που έχουν βρει μονοπάτι τα άγρια και κατεβαίνουν βράχο- βράχο, όσο και αν προσπαθήσαμε, δεν καταφέραμε να ανακαλύψουμε ακόμα. Πολλές υποθέσεις κάνουμε αλλά στέκονται ανούσιες, αφού και στην άλλη πλευρά του ποταμού δεν φανερώνονται. Που πάνε τα άγρια και γιατακιάζουν; Σε καμιά σπηλιά μήπως;
    Σήμερα το πρωί όμως πήραμε τον δρόμο για τα βουνά τα ψηλά. Στην αρχή δεν δώσαμε μεγάλη σημασία στο χιονόνερο που μας υποδέχτηκε. Όσο ανεβαίναμε όμως, μας απάντησε το χιόνι που είχε προλάβει με τη δύναμή του και είχε απλώσει το κατάλευκο χαλί του. Δυσκολευτήκαμε λίγο στο κλειστό πέταλο της ανηφοριάς, αλλά μετά συνεχίσαμε με προσοχή την ανάβασή μας. Φτάσαμε στις πηγές που βαρούσαν με δύναμη τη πραμάτεια τους που έσκαζε από τη σκοτεινή γης. Σταματήσαμε και βγήκαμε έξω.
    Μας έλουσαν γρήγορα οι λευκές νιφάδες μα ήμασταν καλά εξοπλισμένοι – με νιτσεράδες, σκουφιά, γάντια, αρβύλια, ρούχα ζεστά. Τραβήξαμε την ανηφοριά για τα «μνήματα» και το αλώνι μας. Από το αλώνι, η ματιά ελέγχει ένα μεγάλο μέρος του αλπικού τοπίου που φανερώνεται μπροστά μας. Εκεί, στα λιθάρια του αλωνιού βρήκαμε μικρό απάγκιο και καθίσαμε. Βγάλαμε τα σακίδια μας, φτιάξαμε το τσάι μας και περιμέναμε. Στα πόδια μας η γης τρανταζόταν, ένα υπόγειο νερό είχε το δικό του δρομολόγιο εκεί κοντά και έκανε φασαρία.
    Δεν πρέπει να πέρασε πολύ ώρα όταν από το πυκνό, βγήκε ο αρχηγός στο μεγάλο χέρσο χωράφι για να το διασχίσει και να προχωρήσει στα πλαϊνά τοιχώματα του Χαλασμένου βουνού. Αδιάφορα σχεδόν, και άφοβα, πίσω από τον κάπρο το κοπάδι, έβγαινε, και έβγαινε, και έβγαινε. Τι οικογένεια είναι τούτη; Ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο αρχηγός. Μετράς; Πόσα είναι; 50; 60; Πόσα; Όχι, έπαψα να μετρώ, στο λευκό χαλί από κάτω μας είχε απλωθεί ολάκερο ασκέρι και έκανε πορεία κατά φάλαγγα! Και πήγαινε ατάραχο, ήσυχο, τεμπέλικα.
    Ανέβηκε στην πλαγιά το κοπάδι και χάθηκε πάλι στο πυκνό. Τον δρόμο του όμως τον γνωρίζαμε σπιθαμή προς σπιθαμή. Πήγαινε να παίξει στις λούτσες που θα συναντούσε μπροστά του, και από εκεί θα συνέχιζε για το κονάκι του. Σηκωθήκαμε και ανηφορίσαμε στο διάσελο, να έχουμε εικόνα από την ανέμελη πορεία του κοπαδιού. Πράγματι, στις λούτσες έκαναν στάση για ριλάξ. Αλλά μας πήραν είδηση. Μας κοίταξαν όλα τα άγρια! Και αδιάφορα σχεδόν συνέχισαν την πορεία τους.
    Πήραμε τον κατήφορο με το χιόνι να συνεχίζει ρυθμικά να μας δροσίζει στο πρόσωπο.  Φτάσαμε παγωμένοι σχεδόν στο αυτοκίνητο, βγάλαμε τις αρματωσιές μας και ξεκουραστήκαμε. Ο καφές τούτη τη φορά έσπασε με τις μυρωδιές του την παγωνιά. Καθίσαμε κάτω από το πουρνάρι που μας περίμενε και ακούγαμε μονάχα το νερό που κυλούσε με δύναμη και έκανε ζωγραφιές στο χιόνι. Άναψα ένα τσιγάρο, ο καπνός του χάθηκε στη παγωνιά. «Δεν μου λες αρχηγέ, γιατί όλα αυτά τα γουρούνια δεν τα ανταμώνουμε στο κυνήγι μας; Αφού ξέρουμε με κάθε λεπτομέρεια τα πάντα για δαύτα, τι φταίει, μπορείς να μου πείς; Τις συνήθειες τους τις έχουμε σπουδάσει, τα δρομολόγια τους τα έχουμε καταγράψει, ακόμα και τις στάσεις τους, που και πότε θα τις κάνουν, τα γιατάκια τους επίσης τα γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια, τι δεν κάνουμε καλά όταν τα κυνηγάμε, για πές μου;
    Με κοίταξε ο αρχηγός και με ύφος σοβαρό είπε: «μας έχουν ματιάσει»! Τραντάχτηκε ο τόπος από γέλια. Τα δικά μας να ήταν άραγε μονάχα;
================
 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

ΣΤ ΚΟΜΑΘ - Περιβαλλοντικές ενημερώσεις μαθητών

Μετά από πρόσκληση του 4oυ Δημοτικού Σχολείου Βέροιας, ο Επιστημονικός Συνεργάτης της Στ ΚΟΜΑΘ και του Κ. Σ. Βέροιας κ. Α. Γκάσιος, την Τρίτη και την Τετάρτη 27 και 28/3/2013, επισκέφτηκε το συγκεκριμένο σχολείο όπου παρουσίασε στους μαθητές της 2ας, της 4ης και της 6ης τάξης, σειρά διαφανειών για τη χλωρίδα και την πανίδα του Βερμίου, στα πλαίσια σχετικού προγράμματος που υλοποιείται από το διδακτικό προσωπικό του σχολείου. Στο τέλος των παρουσιάσεων με την προτροπή των δασκάλων, ο κ. Γκάσιος ανέλυσε στους μαθητές το κυνήγι σαν έννοια, τους τρόπους με τους οποίους ασκείται και τους κανόνες που το διέπουν.
     Η συμμετοχή των μαθητών ήταν ιδιαίτερα ενεργή και το επίπεδο των γνώσεων όπως φάνηκε από τις ερωτήσεις τους αρκετά υψηλό, γεγονός το οποίο μας οδηγεί στο να δώσουμε συγχαρητήρια στο διδακτικό προσωπικό του 4ου Δημοτικού Σχολείου της Βέροιας για το έργο που παράγουν.

Ωρίων - Συνελεύσεις και Αρχαιρεσίες των Κυνηγετικών Συλλόγων

Συνάδελφε κυνηγέ,

Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι πολλοί κυνηγοί ασκούν έντονη κριτική προς τις κυνηγετικές οργανώσεις. Ακούμε συχνά στα κυνηγετικά στέκια, κυνηγούς να παραπονούνται ότι «ο σύλλογός μου δεν κάνει τίποτα», «είναι μόνο για τις άδειες», κλπ. Όμως, το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των Κυνηγετικών Οργανώσεων προβλέπει τη διενέργεια αρχαιρεσιών κάθε δεύτερο έτος, δίνοντας έτσι δυνατότητα τακτικής αξιολόγησης της εκάστοτε διοίκησης και εκλογής νέων, ικανότερων στελεχών.
     Επομένως, αγαπητέ συνάδελφε, για ό,τι κάνει αλλά κυρίως για ό,τι δεν κάνει ο σύλλογός μας, ο καθένας από εμάς φέρει ένα σημαντικό μερίδιο της ευθύνης. Μην κοιτάς τι δεν έκαναν ή τι έκαναν στραβό οι... άλλοι! Όλα αυτά δεν αποτελούν άλλοθι για τη δική σου απραξία. Κοίτα τι μπορείς να κάνεις εσύ ο ίδιος για να βοηθήσεις τον κυνηγετικό σύλλογό σου και το κυνήγι γενικότερα!.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Κυνηγετική τράπεζα …

«Βουλευτής δεξιώθηκε συναδέλφους της με λαγούς» … Όμορφα πράγματα, το κυνήγι σαν υγιή ενασχόληση πολλοί το εμίσησαν, τα αποτελέσματά του όμως ουδείς.


     Λέω καμιά φορά πως η υποκρισία σε τούτο τον τόπο περισσεύει. Πολλές φορές οι ίδιοι άνθρωποι που βγάζουν σπυριά μόνο με φωτογραφίες κυνηγών, για τις καλές τους, τις επίσημες στιγμές τους, που θα πάνε για ψώνια; Στον μπακάλη της γειτονιάς τους; Στο
delicatessen της κεντρικής λεωφόρου; Στα βιολογικά καταστήματα; Όχι βέβαια, πουθενά από τα παραπάνω. Στον κυνηγό θα απευθυνθούν, μέσω του γραμματέα τους, ή έστω του κομματάρχη τους – που ακόμα και η δουλειά αυτή είναι στα βασικά του καθήκοντα.

     Ελλάδα μου, δεν θα πεθάνεις ποτέ! Γιατί στα τραπεζώματα αυτά, δεν καταναλώνεται ένα λαγός αλλά κοπάδι ολάκερο. Που βρέθηκε τόσο κυνήγι για τον βουλευτή μας; για τον φίλο μας τον πολιτικό; Δύο τρόποι είναι οι πλέον γνωστοί για την συγκομιδή τόσων θηραμάτων. Ο πρώτος τρόπος είναι ο γνωστός, ο καθόλα νόμιμος, εκεί δηλαδή στον κυνηγότοπο που ο λαγάς συναντά τον «αυτιά». Ο δεύτερος τρόπος, που αποφέρει μεγάλους αριθμούς θηραμάτων, είναι ο επίσης γνωστός, ο λαθραίος και καθόλου νόμιμος. Το πλιάτσικο όμως, ακόμα και της φύσης δεν νομιμοποιείται.

     Δεν ισχυρίζομαι ότι η συγκεκριμένη βουλευτής κέρασε την καλή συντροφιά της με λαγούς παράνομους. Όχι ασφαλώς, αλλά, μπορεί και να το ελέγξει; Αναρωτήθηκε που βρέθηκαν τόσοι λαγοί; Μάλλον όχι, γιατί συνηθίζουν οι πολιτικοί μας να μην αναρωτιούνται και όλα να τα προσπερνούν προς χάρη στιγμιαίων ευδαιμονισμών.

     Όμως οι πολιτικοί μας δεν είναι σαν εμάς; Δεν είναι οι φίλοι μας, οι γνωστοί μας, οι συγγενείς μας; Όταν ένας λαθροθήρας προσφέρει έστω με την καρδιά του ένα και δύο και πέντε λαγούς σε ένα φίλο του πολιτικό, γιατί θα πρέπει εκείνος να εξετάσει ακόμα και το ενδεχόμενο της παράνομης πράξης; Μα και γιατί να τον ενδιαφέρει. Διότι, ας μην ξεχνάμε, πλην ελαχίστων πολιτικών, όλοι οι άλλοι, μπορεί μεν να αποφασίζουν και να ψηφίζουν νομοθετήματα εις βάρος του κυνηγίου, αλλά δεν το κάνουν επειδή είναι αντικυνηγοί ή έστω φανατικοί οικολόγοι. Όχι βέβαια, Ο βασικός λόγος που το κάνουν είναι αυτός της κομματικής γραμμής, ο άβουλος τρόπος . Αγνοούν δε τις περισσότερες φορές και τι αναφέρει ο κάθε νόμος. Αλλά οφείλουν την ύπαρξή τους στο κόμμα, στο κάθε κόμμα, και ως εκ τούτου, δεν μπορούν, δεν έχουν τα κότσια να πορευθούν μακριά και αντίθετα από τον κέρβερο τσοπάνη.

     Όσο λοιπόν θα υπάρχουν κόμματα, πολιτικοί φίλοι, κομματάρχες, τραπεζώματα και δημόσιες σχέσεις, ο κυνηγός (αδιάφορο αν είναι νόμιμος ή παράνομος), θα είναι ωσεί παρών μέσω των κυνηγετικών εδεσμάτων.

     Και δεν λέω, ωραία είναι όλα αυτά, οι συγκεντρώσεις φίλων γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι – γιατί τέτοιες μαζώξεις μας θυμίζουν συμπόσια – στα οποία έρρεε όχι μόνο ο άκρατος οίνος αλλά και ο λόγος. Και τον λόγο τον δίκαιο τον έχουμε ανάγκη όλοι μας σαν κυνηγοί. Η παραπληροφόρηση παρελθόντων χρόνων κατακάθισε και άφησε το στίγμα της, και μας αδικεί η λανθασμένη άποψη, η αστήριχτη, η δόλια και η κατευθυνόμενη.

     Μπορούμε λοιπόν, σαν κυνηγοί, να ιδρύσουμε μία τράπεζα κυνηγίου, τριχωτών και πετούμενων θηραμάτων. Και κάτι σαν χρέος μας, μαζί με την κυνηγετική άδεια που θα βγάζουμε, να καταθέτουμε στην τράπεζα έκαστος και από ένα θήραμα. Η συλλογή των θηραμάτων θα αποθηκεύεται σε ψυγεία βαθιάς κατάψυξης όσο καιρό θα χρειασθεί. Και με τα θηράματα αυτά που θα μοιράζουμε σε βουλευτές και πολιτικούς θα ζητάμε και αντισταθμιστικά οφέλη.

    Όμορφες δουλειές, νομότυπες, ελεγχόμενες, με τις οποίες θα επιτύχουμε δύο σημαντικούς σκοπούς. Στον πρώτο σκοπό, αφαιρούμε την έννοια του παράνομου κυνηγίου που προσφέρουμε στους καλούς μας φίλους. Και στον δεύτερο, κερδίζουμε ένα βήμα για να ακουστούν οι θέσεις μας με κάθε σοβαρότητα.

     Μην ξεχνούμε ότι μέχρι σήμερα, αποτύχαμε στις δημόσιες σχέσεις μας σαν κυνηγοί, παρ’ ότι το δίκιο ήταν πάντοτε με το μέρος μας. Όμως, δεν αρκεί να έχεις δίκιο. Απαιτείται η σωστή διαχείρισή του από μέρους μας. Ως εκ τούτου, την αρχική είδηση για βουλευτή μας που τραπέζωσε με λαγούς τους φίλους της, δεν την βρίσκω αρνητική. Συλλέγω όμως την πληροφορία αυτή, την καταχωρώ, και την αξιοποιώ.

     Εξάλλου, η δράση μας δεν σταματά μόνο στους κυνηγότοπους. Συνεχίζεται και μακριά από αυτούς, όπου οι ανάγκες για το κυνήγι μας καλούν. …

================= 

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Στη μακεδονική γη …

Οδηγώντας κάτω από πολύ δύσκολες καιρικές συνθήκες, δίχως βιάση, απολαμβάνοντας την αγριότητα της εποχής, κατευθυνόμασταν προς την κοιλάδα του Πηνειού.
 
     Το κονάκι μας, ήταν κοντά, στην παλιά συνοικία της πόλης που την στεφάνωνε ο όγκος των πύργων, των ορέων της χριστιανοσύνης. Εκεί, στα ριζά ενός Μετέωρου, πολύ κοντά στο όριο του οικισμού, ένα θεσπέσιο μονοπάτι αρχίζει την ανηφορική του πορεία. Αλλά δεν πήγαμε για το μονοπάτι τόσο δρόμο, είχαμε άλλο σκοπό στο νου μας.
     Το κυνήγι στην περιοχή είναι άφθονο, ακόμα και το ποταμίσιο ψάρι για πολύ εξειδικευμένους ψαράδες – κυνηγούς. Μα ούτε για ψάρι βγήκαμε στο διάβα του ποταμού. Μετά το πλούσιο πρωινό μας δίπλα στη ζεστασιά της φωτιάς, αρματωθήκαμε με τα κατάλληλα ρούχα – γιατί ο καιρός στα μέρη αυτά έχει ζόρια, και ανεβήκαμε στα οχήματα για τον στόχο μας.
     Η περιοχή από τη γέφυρα της Μουργκάνας μέχρι τα Γρεβενά, κάτασπρη σαν ένα τεράστιο σεντόνι, με τον παγωμένο φιδωμένο δρόμο να χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, που σαν άλλος μικρός εξερευνητής τρυπώνει σε μέρη απίστευτης ομορφιάς, εμβολίζει με δύναμη ποτάμια αρχαία, και σε οδηγεί αργά μα σταθερά, στη φιλόξενη μακεδονική γη. Γιατί η Δυτική Μακεδονία δεν μοιάζει με κανένα μέρος του κόσμου.
     Την διαδρομή αυτή που είναι δεν είναι μια, μιάμιση ώρα, με τις στάσεις για εισπνοές του παγωμένου αγέρα, με μικρές πεζοπορίες στις παγωμένες αυλακιές των χωραφιών, την κάναμε σε χρόνο τριπλάσιο σχεδόν. Καταφέραμε ακόμα και να ιδρώσουμε με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να μας κυκλώνει υπό το μηδέν συνεχώς.
     Ούτε τα Γρεβενά ήταν ο σκοπός μας, αλλά ούτε και ένα μικρούτσικο χωριό, που το ζωντάνευε η ταβέρνα με τα παραδοσιακά εδέσματα. Στη μακεδονική γη, μπορείς να γευτείς τα πάντα, να πεις στο τέλος: «ά….. ωραία ήταν». Όμως στην κάθε περιοχή μπορείς να ανακαλύψεις τις κρυμμένες ομορφιές, αρκεί να ψάξεις, να ρωτήσεις, να ασχοληθείς. Και στα δικά μου τα μέρη υπάρχουν σημεία, μακριά από τα τετριμμένα, αλλά θέλουν δρόμο, ή και ανάλογο ενδιαφέρον. Και στα μέρη μου, σαν κυνηγός που είμαι, γνωρίζω καλά που θα βρω ας πούμε αγριόχοιρο που να σπάει τον ουρανίσκο. Για την Μακεδονία όμως δεν γνώριζα, απλά, πηγαίναμε. Και ο αγριόχοιρος παϊδάκια που γευτήκαμε μέλωσε το στόμα μας με τη γλυκύτητα του, με την ονειρική γεύση του. Και τόσο μαλακός, σαν να σπάζεις μαρουλόφυλλο.
     Στην περιοχή, πέρα από τους καλούς κυνηγούς των αγρίων θηραμάτων, υπάρχουν και οι μερακλήδες τροφοσυλλέκτες. Οι παλιοί εκείνοι μύστες της γης ήξεραν ότι αυτή  σου δίνει τα πάντα, αρκεί να σκύψεις με ευλάβεια στο χώμα της και την ανακατέψεις. Και ευτυχώς, από τους παλιούς η γνώση πέρασε στους νεώτερους, και η παράδοση η αιώνια συνεχίζει να υπάρχει, από την αγάπη και την φροντίδα των ανθρώπων της φύσης. Και η μακεδονική γη, δεν παράγει μόνο κρόκους φημισμένους, αλλά και μανιτάρια, άγρια σαν τους καιρούς τους δύσκολους,  γευστικά όσο το άρωμα της γυναίκας. Και αν σταθείς τυχερός και δοκιμάσεις μανιτάρια ψητά της περιοχής, καταλαβαίνεις μονομιάς πως ένιωθαν οι θεοί τους παλιούς χρόνους που γεύονταν την αμβροσία τους. Για νέκταρ δε, δεν τίθεται θέμα, οι αμπελουργοί πιστοί στους όρκους του προς τον Διόνυσο, παράγουν τον κόκκινο σαν αίμα οίνο που απλώνει τα αρώματά του στη ανθρώπινη ψυχή.
     Σκοπός μας ήταν να φύγουμε για οπουδήποτε, χωρίς σκοπό, δίχως άγχος, δίχως προορισμό. Και Φτάσαμε στον Τρικαλινό Πηνειό, και από εκεί μας πήγαινε η μοίρα. Αφεθήκαμε σε αυτήν, χωρίς αγωνία για το που, για το πότε. Μονάχα για το παρόν, και ναι, μας αντάμειψε με χίλια καλά. Μας έδωσε απλόχερα γιατί την εμπιστευτήκαμε. Και γιατί, ακόμα και στα παγωμένα χωράφια κυλιστήκαμε, να πάρουμε τη δύναμη και τη γνώση, την παλιά σοφία ίσως της μακεδονικής γης.
     Δεν ξέρω τι καταφέραμε, μα δεν μας απασχολούσε καν το ζήτημα αυτό. Το βράδυ σαν επιστρέψαμε στη φωτιά κάτω από το Μετέωρο, βγάλαμε τα λερωμένα ρούχα μας και φορέσαμε καθαρές αλλαξιές. Κυκλώσαμε σταυροπόδι τη φωτιά, αργοβράζαμε τις ρακές μας και με ρεχάτι βρέξαμε το στόμα μας. Φωτιά στη φωτιά ολόκληρη η μέρα μας, πώς να μην νιώθαμε καλά; …
===============
Δημοσιεύθηκε στο "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013.