Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Φύση - αξεπέραστο μυστήριο …

Διάβασα πρόσφατα ένα κυνηγετικό παραμύθι (και δυστυχώς δεν θυμάμαι που), που μιλούσε για ένα κυνηγό που πυροβολώντας το θήραμα σε ένα θάμνο, άκουσε ένα «Ώχ!», αλλά παραδόξως δεν βρήκε ούτε το θήραμα μα ούτε κάτι άλλο που να δικαιολογούσε το παράξενο «Ώχ!».
 
Αφού ο κυνηγός εξάντλησε όλες τις εκδοχές για το άγνωστο «Ώχ!», και αφού δεν έβγαζε άκρη, κάθισε σε μια πετρούλα και παρατηρούσε τα πράγματα γύρω του. Μέτρησε στον ουρανό χιλιάδες αποχρώσεις του γαλάζιου, καταχώρησε χιλιάδες διαφορετικούς ήχους στο μυαλό του, διαπίστωσε επίσης χιλιάδες διαφορετικά είδη χλωρίδας σε μια ακτίνα πολύ μικρή από αυτόν. Ξέχασε το κυνήγι και το ανεξήγητο «Ώχ!» και αφέθηκε στο μεγαλείο της φύσης.
Το παραμύθι αυτό, είμαι βέβαιος, προέρχεται από κυνηγό. Από άνθρωπο δηλαδή που κοινωνεί τα μυστήρια της φύσης, που ζει σε αυτήν, που αντλεί την τροφή του από αυτήν, και το κυριώτερο – είναι μέλος της αναπόσπαστο. Ο σκοπός λοιπόν του κυνηγού είναι η εμπλοκή του σε τούτο το μυστήριο της φύσης.
Μπορεί να ξενίζει αρκετούς η θέση αυτή, και ασφαλώς πολλές απόψεις θα βρεθούν αντίθετες. Όμως, ας μην ξεχνάμε, ότι όλοι εμείς που διάγουμε μέρος του βίου μας στα δάση, στα βουνά, στις λαγκαδιές, στα ποτάμια και στις λίμνες, φέροντας μαζί μας ένα όπλο και τον πιστό μας φίλο τον σκύλο, δεν κάνουμε τίποτα λιγότερο από το να ακολουθούμε τους χιλιάδες ήχους και χρώματα που κυκλώνουν τη ζωή μας.
Αρνητική πρακτική είναι αυτή που δεν μας αφήνει χρόνο όταν κυνηγάμε, να απολαύσουμε το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε και το οποίο εξ αντικειμένου είναι μοναδικό. Και τούτο γιατί λαθεύουμε στο στόχο μας που ουσιαστικά δεν είναι η καταβολή του θηράματος αλλά η δική μας σωματική και πνευματική πληρότητα από τη σχέση αυτή.
«Να σου πω κάτι που παρατήρησα και που δυστυχώς συνέβη και σε μένα», μου έλεγε προχθές ο καλός φίλος ο Μπάμπης, από την ωραία παρέα που κουτσοπίναμε σε ταβερνάκι της Ψάθας. «Ήμασταν στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής στο Μονοδέντρι, πάνω από τη χαράδρα του Βίκου. Όλοι και όλες βγάζαμε χαζοχαρούμενες φωτογραφίες με φόντο τη μονή ή τη φαραγγιά, αλλά ουσιαστικά, δεν καθίσαμε με την ησυχία μας ούτε έστω 5 λεπτά να απολαύσουμε το εκπληκτικό εκείνο σημείο της ελληνικής γης».
Από την Αγία Παρασκευή, του είπα, ένα μονοπάτι, φτιαγμένο πάνω στο βράχο, συνεχίζει και σε 10 λεπτά σε οδηγεί σε μια σπηλιά που χάσκει στην απότομη μαγευτική χαράδρα. Μάλιστα, πριν από χρόνια, λίγο πριν τη σπηλιά, το πέτρινο μονοπάτι είχε υποχωρήσει και στο κενό που δημιουργήθηκε, είχαν απλώσει πρόχειρα κάτι τάβλες για να περάσεις. Εκεί στη σπηλιά πήγατε; Τον ρώτησα. «όχι, δεν πήγαμε, μα σου είπα, χάσαμε ουσιαστικά την ομορφιά τραβώντας φωτογραφίες στημένες και κάναμε «ζζζζζζζ» για να φαίνονται τα ωραία μας δόντια!».


Όσο εμείς τα πίναμε στην άκρη του κύματος και λέγαμε ιστορίες που τις γεννά η καλή διάθεση και η απλότητα, , πίσω στο σπίτι του Μπάμπη, ο μικρός ποιμενικός που πρόσφατα απόκτησε,  εκπαίδευε την παρ’ ολίγο νονά του και της έδειχνε πώς να του φέρεται για να είναι υπάκουος. Εκείνη εκτελούσε με ακρίβεια τις οδηγίες του και – τόσο πειστικός ήταν ο μικρός ποιμενικός, που στο τέλος αφέθηκε στις διαταγές της (και καλά!).
Τα μυστήρια της φύσης όπως προείπα, βρίσκονται παντού, στο τραχύ δάσος και στην σκληρότητα της σάρας, αλλά και δίπλα μας, στον κήπο μας, εκπαιδεύοντας ένα σπάνιο σκύλο. Σπάνιο όχι επειδή δεν υπάρχει άλλος σαν αυτόν, μα διότι, η κάθε οντότητα, ο κάθε άνθρωπος και ο κάθε σκύλος, το κάθε ζώο εν ολίγοις, έχει τη δική του μοναδική και σπάνια ιδιοσυγκρασία. Την δική του μυστήρια αφετηρία και τον δικό του άγνωστο δρόμο. Και επειδή ειδικότερα ένας μικρός ποιμενικός έρχεται από πολύ μακριά, από τη χάση του χρόνου και του φεγγαριού, τόσο περισσότερο το μυστήριο δυναμώνει και φτιάχνει τις δικές μας ιστορίες, τα παραμύθια σαν αυτό που διάβασα. Ουσιαστικά, μιλώντας σε έναν αρχαίο σκύλο, μαθαίνουμε, άθελα μας, ή μάλλον μυούμαστε στα μυστήρια στα αληθινά, αυτά που η φύση έστησε πάνω στη γη μας, για να δώσει στη ζωή μας περισσότερη ομορφιά.
Γιατί, αν κάποιος μας νοιάζεται πραγματικά αυτός δεν είναι άλλος από τη φύση. Αρκεί να ανακαλύψουμε την καλοσύνη της. Και την απλοχεριά της.  
============== 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο ...

Κάθε Τετάρτη






Για ελεύθερους ανθρώπους

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Κυνηγώντας σε δύσκολους καιρούς …


Το 1801 κυκλοφόρησε το ελληνικό χρονικό του Γάλλου περιηγητή Sonnini[i], ενός πραγματικού φιλέλληνα – που μάλιστα το χρονικό του δημοσιεύθηκε σε μια εποχή που το ανθελληνικό κλίμα στην Ευρώπη το είχε γιγαντώσει το έργο του Γερμανού φιλοσόφου Pauw, που δίχως να επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα, έγραψε ένα λυσσαλέο λίβελο εναντίον της, άδικο, υβριστικό, συκοφαντικό, ανεδαφικό και γεμάτο προκαταλήψεις. Ο Pauw ήταν ο πρόδρομος του Φαλλμεράϋερ και από μια άποψη των ναζιστικών θεωριών περί αρείας φυλής και φυλετικών διακρίσεων.
     Ο Sonnini, είχε συλλάβει τις ανακατατάξεις και ζυμώσεις που σημειώνονταν στον ελληνικό χώρο, την αφύπνιση της λαϊκής ψυχής, τον άνεμο φιλελευθερισμού που έπνεε και τη βαθύτατα ριζωμένη πίστη για εθνική αποκατάσταση. Και ο λόγος του ήταν προφητικός: «Η οθωμανική κυβέρνηση, κολοσσός άμορφος με πήλινα πόδια, είναι έτοιμος να σωριαστή. Και η Ελλάδα, που συνθλίβεται τώρα από το αβάστακτο βάρος της τυραννίας, δεν θα αργήση, κατά τα φαινόμενα, αν όχι να ξαναποκτήση την παλιά της δόξα, τουλάχιστον να συντρίψη τις αλυσίδες της και να καταλάβη τη θέση που της ταιριάζει ανάμεσα στα έθνη.»
     Ο φιλελληνισμός του Sonnini είναι μαχητικός. Και το χρονικό του αποτελεί καρπό περιηγήσεων μιας διετίας, στα νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη, Μ. Ασία, Μακεδονία, Στερεά και στην Πελοπόννησο. Και περιγράφει σε αυτό με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του Έλληνα, την καθημερινότητα του, αλλά και την δεισιδαιμονία του. ασχολείται λεπτομερώς με την παραγωγή και φυσικά και με το κυνήγι: «Η Ελλάδα είναι πλούσιος κυνηγότοπος. Αφθονούν οι λαγοί με το γκρίζο χρώμα. Επειδή ο μωαμεθανικός νόμος απαγορεύει να φαγωθή ένα ζώο αν δεν ματώση, οι κυνηγοί κόβουν το λαιμό για να τρέξη αίμα. Αλλά έτσι χάνει τη νοστιμάδα του!»
     «Οι Έλληνες είχαν ζαγάρια καταπληκτικής ράτσας». Ο ίδιος μάλιστα κυνηγούσε με ένα τέτοιο λαγωνικό. Ήταν μικρόσωμο αλλά είχε απίστευτο θάρρος. Μια μέρα καταδίωξε δύο κατσίκια στους βραχόλοφους της παραλίας. Παρά την ταχύτητα και την ευκινησία των δύο ζώων, που πηδούσαν από βράχο σε βράχο, ο σκύλος πρόφτασε το ένα και το έπνιξε. Το άλλο για να σωθή έπεσε στη θάλασσα. Αλλά και εκεί το ακολούθησε το ζαγάρι, μ’ όλο που η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη. Η καταδίωξη μέσα στα κύματα κράτησε ένα τέταρτο. Τελικά έπνιξε και το άλλο κατσίκι και το έσυρε στην ακτή, στο σημείο που βρισκόταν το αφεντικό του».
     Το «ζαγάρι» είναι λέξη διαδεδομένη σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, δάνειο εκ της τουρκικής γλώσσας ή της αραβικής και δηλώνει το κυνηγόσκυλο. Κατά τον Κριαρά (επιτομή του λεξικού του), και η λέξη «ζαγαρογυρευτής» δηλώνει το κυνηγόσκυλο και πιθανώς τον ιχνηλάτη. Το Ζαγάρι, ράτσα παλιά και ελληνική, ενδεχομένως ο σημερινός ελληνικός ιχνηλάτης (αν κάνω λάθος ας με διορθώσουν οι φίλοι αναγνώστες), ήταν και είναι ένα θεσπέσιο κυνηγόσκυλο. Και το γνωρίζουν καλύτερα όσοι φίλοι μας κυνηγούν με αυτό.  
     Η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει ένας πλούσιος κυνηγότοπος. Η χαρά όμως μεγαλώνει όταν διαβάζουμε σε παλιά βιβλία για το κυνήγι που υπήρχε και ήταν στη βασική διατροφική συνήθεια του Έλληνα. Και υπάρχουν πάρα πολλές πηγές που μπορούμε να αντλήσουμε ανάλογες πληροφορίες, να δούμε τις διαφορές του τότε με το σήμερα, μα και τις ομοιότητες. Γιατί, η ζωή δεν άλλαξε, ο άνθρωπος δεν άλλαξε. Κυνηγός ήταν και κυνηγός παραμένει. Οι συνθήκες διαφοροποιήθηκαν αλλά οι ανθρώπινες συνήθειες έχουν δύναμη και αντιστέκονται στα επίπλαστα και στα δήθεν που επικρατούν σήμερα, και που θέλουν τον κυνηγό μακριά από τη φύση του. Τον άνθρωπο μακριά και ξεκομμένο από τις ρίζες του.
     Πολλοί βρέθηκαν και θα βρεθούν σαν τον γερμανό φιλόσοφο Pauw να γράψουν για εμάς, ψεύδη και συκοφαντίες. Έχουν όμως όλοι αυτοί ένα ελαφρυντικό, δεν μας ξέρουν. Την ελληνική ψυχή δεν την έμαθαν και ας διάβασαν όλη την αρχαία γραμματεία. Γιατί τον Έλληνα δεν τον μαθαίνεις μέσα από τα βιβλία (χρήσιμότατη η ανάγνωση τους), τον μαθαίνεις από τον βίο του τον καθημερινό, τον μόχθο του και τις αγωνίες του, από το αιώνιο κυνήγι της επιβίωσης της ράτσας που ασέλγησαν πάνω της κατακτητές όπως ακόμα και οι τελευταίοι γερμανοί της κατοχής.
     Το κυνήγι αυτό καθεαυτό, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την επιβίωσή μας. Και ευτυχώς που υπήρξαν άνθρωποι σαν τον Sonnini – και αναγνωρίζοντας την αξία του, στάθηκαν με γλαφυρό τρόπο σε αυτό …
================ 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 17 Απριλίου 2013
 
 


[i] Πολύτιμος βοηθός του παρόντος, ο Κυριάκος Σιμόπουλος με το έργο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα».

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Ο αγώνας ο καλός …

Κοιτάζοντας τη ζωή του ανθρώπου μέσα στο χρόνο, από τα έργα παλιών και νεώτερων συγγραφέων, διαπιστώνει κανείς ότι από «τότε» μέχρι και τις ημέρες μας, η ζωή είναι ακριβώς η ίδια, σαν να μην έχει περάσει ούτε μία ημέρα και ας έχουν φύγει αιώνες.

     «Το μόνο που άλλαξε είναι το κλίμα», έλεγε μία φίλη μου χαριτολογώντας. Ίσως για το λόγο αυτό (σκέφτηκα), έσπευσε η προηγούμενη κυβέρνηση και έφτιαξε το υπουργείο κλιματικής αλλαγής (παγκόσμια πρωτοτυπία απ’ όπου και αν το δει κανείς). Και διόρισε σε αυτό αν θυμάστε μία «σπουδαία επιστήμονα που τα έβλεπε όλα πράσινα».
     Τότε άρχισε και ένας ύπουλος πόλεμος που στόχο είχε εμάς τους κυνηγούς, τους «εγκληματίες της φύσης» όπως τεχνηέντως διέδιδαν τα κοράκια της πράσινης μεν αλλά λαίλαπας δε. Αναπολώ την εποχή εκείνη που μου φαίνεται και πολύ μακρινή, και γελάω με όσα τότε ζήσαμε, με όσα διαβάσαμε, με όσα έγιναν – στο όνομα παρακαλώ της προόδου μας και της ανάπτυξης μας!.

Πέρασαν τα χρόνια, μα η ανάπτυξη δεν φάνηκε, το κλίμα δεν διορθώθηκε, εμείς σαν οι «κακοί» του συστήματος ξεχαστήκαμε. Και όμως, εμείς είμαστε ακόμα εδώ, κυνηγάμε όταν επιτρέπεται, ζούμε στη φύση όσο περισσότερο καιρό μπορούμε, αναπνέουμε τον καθαρό και τίμιο αέρα του δάσους και της βουνοκορφής. Χάθηκαν όμως οι οικολόγοι (του ακραίου ακτιβισμού), δεν μιλάνε, δεν γράφουν μύρια όσα κακόβουλα για εμάς, δεν υπάρχουν καν. Που είναι οι αρχηγοί της οικολογίας, οι ευρωβουλευτές εκείνοι που θα ίσιωναν τον κόσμο.
     Την κρίση που ζούμε και είναι βάρβαρη σε οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, ας την δούμε και θετικά. Κόπηκαν οι στρόφιγγες των εκατομμυρίων ευρώ προς τις Μ.Κ.Ο, που κύρια μέσα από το χρήμα αυτό είχαν λόγο και ύπαρξη όλες αυτές οι θλιβερές οργανώσεις. Φάνηκε δηλαδή καθαρά ότι η έγνοια πολλών οργανώσεων για τη φύση, άρχιζε και τελείωνε με το ευρώ!
     Εμείς πάλι, οι «κακοί», με όσα άσχημα ακολουθούν τη ζωή μας, παλεύουμε, προσπαθούμε, αγωνιούμε – κάθε ημέρα και ώρα, για το πράσινο, για το δάσος. Πέρα από το κυνήγι, είμαστε εκείνοι οι άξιοι φυσιολάτρες που μπορούμε, με ιδίους πόρους να διαφυλάξουμε ότι αγαπάμε και ότι μας αρέσει πολύ, τη φύση. Είμαστε εκείνοι που όποτε χρειάστηκε δώσαμε το παρόν, τον αγώνα μας και τον χρόνο μας. Πρώτοι και στις κατασβέσεις των πυρκαγιών, και στη πυρασφάλεια, και σε προσφορά κοινωνική. Με χρήμα δικό μας, σεβόμενοι απόλυτα τον δημόσιο και πολύπαθο κορβανά.
     Εμείς λοιπόν οι κυνηγοί, έχουμε αποδείξει έμπρακτα ότι μπορούμε. Είμαστε πάντοτε έτοιμοι για οποιαδήποτε προσφορά μας ζητηθεί ή δεν μας ζητηθεί. Και προσφέρουμε απλόχερα. Ακόμα και όταν δεν έχουμε. Γιατί, πρώτα είμαστε άνθρωποι, και μετά κυνηγοί. Δυό ιδιότητες που βαδίζουν αντάμα από τους αρχαίους καιρούς. Προσπάθησαν, την αλυσίδα αυτή να την σπάσουν άνθρωποι άβουλοι και αδύνατοι και φυσικά έσπασαν τα μούτρα τους.
     Οι καιροί είναι όντως πολύ δύσκολοι, για όλους μας. Όμως, αναγεννήθηκε πάλι η αλληλεγγύη. Αρχίζουμε όλοι μας και κοιτάζουμε, ακούμε τους γύρω μας. Και προστρέχουμε όλοι μας, όπου μπορούμε, με όποιο μέσο. Επειδή είμαστε κυνηγοί. Επειδή μάθαμε να βλέπουμε τη ζωή διαφορετικά απ’ ότι οι «οικολόγοι φίλοι μας».
     Στην διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων, μας βοήθησε το βουνό, η αγάπη μας για την πέτρα τη χιλιοπατημένη, ο ιδρώτας που χύνουμε ανεβαίνοντας στο μονοπάτι. Μπορεί να μην έχουμε συνειδητοποιήσει όλα τα οφέλη από το κυνήγι μας, μα η ουσία είναι αυτή, σε αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο η αγάπη μας για ότι έχει σχέση με τον άνθρωπο.
     Μπορεί οι «οικολόγοι» να προσπάθησαν να μας περιορίσουν μέσα στα τείχη της πόλης, μα δεν τα κατάφεραν. Φάνηκε προς στιγμή ότι τα κατάφερναν. Μα όχι, πως μπορεί να νικηθεί η φύση με τρόπους ψεύτικους; Με λόγια του αέρα; Μόνο με το χρήμα; Και ως εκ θαύματος, όταν το ζεστό χρήμα χάθηκε από το ταμείο, χάθηκε και ο «αγώνας ο καλός των οικολόγων».
     Η διαφορά μας είναι ότι εμείς, ερχόμαστε από πολύ μακριά, δεν είμαστε φτιαγμένοι μέσα σε γραφεία. Και μπορεί όποιος θέλει, να μας ανταμώσει στη φύση. Τον «οικολόγο» ας τον αναζητήσει πάλι, μέσα στη πόλη, να μαθαίνει τα μυστικά της ζωής μέσα από δορυφορικά κανάλια και ωραία ντοκιμαντέρ.
=================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

"Κυνήγι" - Ελεύθερος Τύπος

Κάθε Τετάρτη




Για ελεύθερους ανθρώπους ...