Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Στις αποχρώσεις του γκρίζου …


Παλαιότερα ήμασταν όλοι μπασκετολόγοι (ας είναι καλά ο Νίκος Γκάλης και η τότε παρέα του), μετά, γίναμε αναλυτές και κριτικοί επί παντός, είτε αυτό ήταν πολιτική, είτε πόλεμος, είτε τέχνη, είτε οτιδήποτε μας έφτιαχνε τη διάθεση για οργή, θυμό, απογοήτευση κτλ. Ά ναι, και αναλυτές χρηματιστηρίων, μην το ξεχάσω το εθνικό μας σπορ.
     Σήμερα έχουμε την ΕΡΤ και τις συνέπειες μίας επιπόλαιης και άδικης απόφασης, να κατεβάσουν τους διακόπτες της, μη μπορώντας οι κυβερνώντες να λύσουν τον γόρδιο δεσμό της. Και επέλεξαν την Αλεξάνδρεια λύση, όπου δεν μπορεί η λογική και η θέληση, μπορεί το μαχαίρι, η βία, το σοκ.
     Καλά, μας ενημέρωνε η δημόσια τηλεόραση όπως λέγουν όλοι τώρα οι φίλοι της αλλά και οι στερνοί εχθροί της; Όχι βέβαια, από της ιδρύσεως της σαν ΕΙΡ την προπολεμική εποχή μέχρι και των ημερών μας – και περνώντας μέσα από θύελλες πολέμου, ναζιστικής κατοχής, εμφυλίου, δικτατορίας, μεταπολιτευτικής περιόδου, ποτέ μα ποτέ δεν στάθηκε η δημόσια ΕΡΤ στην αληθινή, στην απρόσκοπτη ενημέρωση του Έλληνα πολίτη. Πάντα, μέχρι των ημερών μας, έκαναν τα «παιχνίδια τους» οι εκάστοτε κυβερνώντες. Η κάθε κυβέρνηση και η κάθε κομματοκρατία.
     Μέσα όμως στην ζοφερή ενημέρωση που μας παρείχε η ΕΡΤ, υπήρχαν εκπομπές ή προγράμματα που έσωζαν όσο μπορούσαν τον χαρακτήρα της – την υπηρεσία της δηλαδή στις ανάγκες μας. Και ευτύχησε η κρατική ραδιοφωνία αλλά και εμείς κατ’ επέκταση, και, ο Μάνος Χατζηδάκης δημιούργησε το Τρίτο Πρόγραμμα – αληθινή όαση στην ερημιά της πολιτιστικής Ελλάδας. Υπήρξε και η Φωνή της Ελλάδας, που έφτανε σε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε υπερπόντιο θαλασσοπόρο που περίμενε να επιστρέψει στην Ιθάκη του, σε κάθε Έλληνα της μετανάστευσης και του νόστου. Μέσα από τις συχνότητες των βραχέων και των μεσαίων – με τους ήχους του πραγματικού ραδιοφώνου. Και η ΕΡΑ2 στη ζώνη του σαββατοκύριακου είχε την αγνή Στρουμπούλη με τα παραμύθια της για μικρούς και μεγάλους. Και άλλες εκπομπές ακόμα, αξιολογότατες, φτιαγμένες από άξιους παραγωγούς και δημοσιογράφους.
     Και βέβαια, στην πρωινή ζώνη του σαββατοκύριακου, στην ΕΡΑ σπορ, υπήρχαν οι «ελληνικές ιχνηλασίες», δίωρη πρωινή εκπομπή για το κυνήγι στην Ελλάδα. Πανελλαδικής εμβέλειας εκπομπή, που τα σαββατοκύριακα, τις ώρες που πηγαίναμε ή είχαμε φτάσει στους κυνηγότοπους, μας ένωνε με συναδέλφους από την Θράκη και την Ήπειρο, από την Μακεδονία και τη Ρούμελη, από τη Θεσσαλία και το Μοριά, από το Αιγαίο και το Ιόνιο, από την Κρήτη και όπου αλλού υπήρχε ελληνική φωνή. Και την εκπομπή εκείνη δεν την αγάπησαν μόνο κυνηγοί, αλλά πολλοί περισσότεροι άνθρωποι που είχαν δίψα για πράγματα άγνωστα σε αυτούς και που δεν είχαν οικολογικές παρωπίδες.  Χάθηκε όμως η εκπομπή αυτή, σταμάτησε για την ακρίβεια λόγω της οικονομικής κρίσης. Ιδιωτική παραγωγή ήταν, δεν βάρυνε το δημόσιο ταμείο. Και έκλεισε τον κύκλο της. Όπως κάθε μέρα τον κλείνουν χιλιάδες καταστήματα που δεν βασίζονται στην ασφάλεια του δημόσιου κορβανά.
     Τι θέλω να πω; Ότι με την ενημέρωση που μας παρείχε η ΕΡΤ όλα αυτά τα χρόνια, δεκανίκι στάθηκε της εξουσίας και όχι αναδεικνύοντας τα προβλήματα της κοινωνίας μας (πλην ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων).  Και αυτοί που φωνασκούν σήμερα για το δικαίωμα στην ενημέρωση, τόσα χρόνια δεν μας το παρείχαν. Τώρα που η απαράδεκτη πολιτική της τριτοκομματικής και του ίδιου του πρωθυπουργού τράβηξε τον διακόπτη και εμφανίστηκε η μαύρη οθόνη, επί των ημερών της λειτουργίας της η οθόνη ήταν πάντα γκρίζα.
     Η υποκρισία περισσεύει σε αυτό το τόπο. Αλλά με αυτήν δεν υπάρχει πρόοδος. Ούτε με καθεστωτικές αντιλήψεις, πόσο μάλλον με «πράξεις νομοθετικού περιεχομένου». Η δημόσια τηλεόραση και ραδιοφωνία είναι αγαθό, και το πληρώνουμε με χαρά λέω. Και πέρα από αυτά που μας πληγώνουν όλους απ’ όποια πλευρά και αν σταθούμε, ακόμα και αυτό το γκρίζο της ΕΡΤ, ήταν ανεκτό. Και ας έχουν καταστρέψει οι συνδικαλιστές και τα παρωχημένα καταστατικά σωματείων ότι έχει να κάνει με τον πλουραλισμό και την ελεύθερη διακίνηση της πληροφορίας και της ενημέρωσης μέσα από κρατικούς διαύλους και κανάλια.   
 ==================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Φλυαρίες τότε και τώρα …

«Χαλεπός[1] ήν ημίν ο στρατιώτης, χαλεπός, επεί γάρ ήκε δείλης οψίας και κατήχθη ού κατά τύχην αγαθήν εις ημάς, ούκ επαύσατο ενοχλών τοίς διηγήμασι, δεκάδας τινάς και φάλαγγας ονομάζων, είτα σαρίσας και καταπέλτας και δέρρεις, και νύν μέν ως ανέτρεψε τους Θράκας …………………»
     «Δύσκολος, πολύ δύσκολος, ήταν για μας ο στρατιώτης. Ήρθε προχωρημένο δειλινό και τοποθετήθηκε σε μας για δυστυχία μας και δεν έπαψε να ενοχλεί με τις αφηγήσεις του, μιλώντας για δεκαρχίες και φάλαγγες, σάρισες, καταπέλτες, ασπίδες και θώρακες και πως κυνήγησε τους Θράκες, χτυπώντας τον αρχηγό τους με ακόντιο και πως διαπέρασε με τον κοντάρι και σκότωσε τον Αρμένιο.
      
Σε όλους έλεγε για αιχμαλώτους που έπιασε και καυχιόταν για γυναίκες που, όπως έλεγε, του τις έδωσαν οι στρατηγοί από τη λεία για να βραβεύσουν την ανδρεία του.
      
Του γέμισαν μία κούπα μεγάλη που πιστεύεται πως είναι φάρμακο της φλυαρίας κι αυτός την ήπιε, όχι μόνο αυτή, αλλά και άλλες απανωτά κι αφού ήπιε κάμποσες δεν έπαψε να φαφλατίζει».
      Τα παραπάνω λέγονταν και γράφονταν στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ φίλων. Τι έχει αλλάξει στη ζωή μας από τότε μέχρι και σήμερα; Πολλά και τίποτα! Οι άνθρωποι ίδιοι είναι, οι συνθήκες διαφοροποιούνται. Τώρα, αν αναρωτηθεί κανείς πότε ήταν καλύτερα, δεν ξέρω αν θα βρει κατάλληλη απάντηση.
      Το βέβαιο πάντως είναι ότι η φλυαρία δεν έχει αλλάξει καθόλου. Οι φαφλατάδες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ίδιοι ανά τους αιώνες, δίχως να νοούν πότε πρέπει να αρχίσουν και πότε να βάλουν τέλος στο λόγο τους και στον κομπασμό τους.  Την ίδια ανάγκη που είχε ο στρατιώτης που κυνηγούσε τους Θράκες, την ίδια κι απαράλλαχτη έχει ο σύγχρονος άνθρωπος που πιστεύει πως κάτι μεγάλο και σπουδαίο κυνηγά στη ζωή του, και που αυτό μπορεί να είναι, το χρήμα, η ματαιοδοξία, η πληρωμένη στιγμιαία ευτυχία, η αθανασία της ψυχής του και του σπουδαίου του ονόματος.
      Την απλότητα της ζωής εν τέλει, την κυνηγούν (τότε και πάντα) οι λίγοι άνθρωποι, οι ολιγαρκείς, οι ταπεινοί, εκείνοι που τους δίδαξε η φύση και διδάχθηκαν από αυτή. Αυτοί οι άνθρωποι που το μυαλό τους άφησε μακριά τα φτιασιδωμένα και έφτασαν με κόπο και αγάπη στην πληρότητα.
      Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος και ας του έχει δημιουργήσει η εποχή μας ανάγκες απροσπέλαστες. Και ένας τρόπος αλάνθαστος για να τις δει και να τις ακυρώσει από τη ζωή του, είναι το κυνήγι. Όχι αυτό καθεαυτό, μα με όλες τις εκφάνσεις του. Με τους τρόπους εκείνους που μας ωφελεί, όχι μόνο σωματικά ή συναισθηματικά, αλλά κυρίως νοητικά. Το κυνήγι, αν δεν σταθούμε μόνο στην κάρπωση του θηράματος, μας γεμίζει με άπειρα δώρα. Και κυρίως μας καθαρίζει το μυαλό, μας κάνει να σκεφτόμαστε λογικά, να γινόμαστε δέκτες αισθήσεων που υπάρχουν φωλιασμένες μέσα μας.
      Σίγουρα όμως, όπως είναι δομημένο στη χώρα μας, δεν βοηθά ούτε εμάς αλλά ούτε και το ίδιο το κυνήγι σαν φυσική δραστηριότητα. Οι υποδομές που χτίστηκαν – οργανώσεις κυνηγών, καταστατικά, νοοτροπίες – δεν του προσδίδουν την αληθινή του έννοια, αλλά την ανθρώπινη ανάγκη να ισχυροποιηθεί μέσα από συλλογικά όργανα. Και ενδεχομένως, αν δεν έγινε ακόμα σε μεγάλο βαθμό, θα γίνει σίγουρα στο άμεσο μέλλον, ένα αποκούμπι που το γεννά η ανασφάλεια, η έλλειψη παιδείας και κατ’ επέκταση η συνείδηση περί των αξιών της φύσης. Ότι συνήθως συμβαίνει και με τα κόμματα, εκεί δηλαδή που προστρέχουν οι άνθρωποι για να βρουν μία δουλειά, έναν πλάγιο διορισμό στο δημόσιο, μη πιστεύοντας οι ίδιοι ότι είναι ικανοί να τα καταφέρουν στη ζωή με τις δικές τους δυνάμεις.
Η αλληλεξάρτηση της πολιτικής, διάβρωσε και το κυνήγι. Η ανικανότητα γέννησε την ίντριγκα, για να μπορεί να επιβιώνει ο κάθε ένας που διακατέχεται στην ουσία από φόβο. Αλλά φόβο σε τι;   
 ==================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013


[1] Επιστολή του Πρατίνου προς τον Μεγαλοτέλη κάπου στον 2ο μχ. Αιώνα!
 

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Στο κίτρινο της σοδειάς ...

Διανύουμε την «νεκρή εποχή» για το κυνήγι μα ο νους μας όλο και τρέχει στα βουνά και στα λαγκάδια, στις αρχέγονες καταβολές μας. Γιατί το κυνήγι για εμάς είναι κάτι περισσότερο από μία ξερή ντουφεκιά.
 
     Και δεν τα λέω εγώ τούτα τα πράγματα, αλλά οι κυνηγοί, οι άνθρωποι της υπαίθρου. Εκείνοι όλοι που διάγουν τον βίο τους στον καθαρό αέρα, στον πυρωμένο ήλιο, με το ιδρωμένο μέχρι το μεδούλι σώμα τους, συντηρώντας όχι μόνο την τέχνη της γεωργίας, κυρίως συντηρώντας όλους εμάς με τα προϊόντα τους.  
     «Οι άνθρωποι της υπαίθρου», οι σοφοί κατά τον Κόντογλου και όχι μόνο άνθρωποι. Αυτοί που εξακολουθούν να διαχειρίζονται με σοφία, με την εργατικότητά τους, με την αγάπη τους, όχι μονάχα την ευλογημένη γη, αλλά ολόκληρο το γεωγραφικό ανάγλυφο της πατρίδας μας, από τον πλούσιο κάμπο μέχρι το φτωχό πεζούλι στο ξερό βουνό. Με τον διαρκή αγώνα τους καρπίζει η γης, γεμίζουν τα σταροχώραφα με τις χρυσές αποχρώσεις, λαμποκοπά το πράσινο, και ευωδιάζει ο ντουνιάς.
     Μία βόλτα την εποχή αυτή στη φύση, και να το κίτρινο της σοδειάς, να το φρούτο της πρωινής δροσιάς, και το αμπέλι που το κορφολογεί ο αμπελουργός. Κι από κοντά το πολύβουο μελίσσι να παίρνει τον ανθό της ακακίας και της κουμαριάς, και η ζωή εκεί έξω να έχει νόημα, νοστιμάδα, να γεννά ελπίδα.
     Όταν η φύση εργάζεται, εμείς πρέπει να σωπαίνουμε, να αφουγκραζόμαστε, να παρατηρούμε, να μαθαίνουμε. Να στεκόμαστε με σεβασμό στην σπάνια δημιουργία και να την ευχαριστούμε που μας έδωσε πνεύμα να την αναπνέουμε. Αλλά, όχι, δεν το κάνουμε. Σαν βέβηλοι πολλές φορές, καταπατούμε τις βουλές της, αλλοιώνουμε την προσφορά της, και τρέχουμε να χαραμίσουμε τον χρόνο μας με τα δήθεν, με τα τεχνητά, με τα ψεύτικα.
     Δεν βαδίζουμε στον ηράκλειο δρόμο, πήραμε την κατηφοριά. Θαρρούμε ότι ανάγκη έχουμε τα εύκολα, τα ευδαιμονικά. Και χάνουμε ότι πολύτιμο στον κόσμο έχουμε, το μυαλό μας και την ψυχή μας, με τετριμμένα, με αστεία πράγματα, προβάλλοντας το «εγώ μας» μπροστά σε μεγαλείο ανυπέρβλητο.
     Λαθέψαμε αφήνοντας την τύχη μας σε πολιτικά συστήματα που τάχα μου γίνηκαν για το καλό μας. Φερθήκαμε επιπόλαια περιμένοντας τα ανθρωπάκια να μιλήσουν για εμάς. Χάσαμε τον προορισμό μας, το «άνω θρώσκω»,  υπηρετώντας την μιζέρια, την κλεψιά, την κατάπτωση. Και περιμένουμε τους δυστυχείς μικρούς ανθρώπους να αγωνιστούν για εμάς, αυτούς τους ίδιους που έννοια τους μόνη είναι η καλοπέραση τους και τα πλούτη τους.
     Τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία, αυτό είναι βέβαιο. Μα και η ζωή, δεν περιμένει εμάς πότε θα ξυπνήσουμε από τον βαθύ ύπνο. Τρέχει, δεν μας καρτερεί. Κι εμείς, αντί να την αρπάξουμε από τα γκέμια, καθόμαστε αδρανείς, σαν πεθαμένοι και περιμένουμε. Τι άραγε;
     Η φύση και πάλι δίνει τις λύσεις. Είναι το γιατρικό, το βάλσαμο, η χαρά. Και εμείς μπορούμε να αντικρίσουμε τον κόσμο όπως διαμορφώνεται, όπως αλλάζει. Ίσως επειδή γελάμε με τα παραφύση έργα των πολιτικών συστημάτων που επιδιώκουν «το καλό μας». Πόσο αλήθεια γελοίο ακούγεται, να «τρέχουν» όλοι για το καλό μας, να ιδροκοπούν, να κουράζονται.
     Η ζωή, αυτή η θεία δημιουργία, δεν προσμένει από πουθενά. Ότι θέλουμε λοιπόν, απλώνουμε και το παίρνουμε. Το κόβουμε με το μαχαίρι και το αποκτούμε. Ανήκουμε στη φύση και μας ανήκουν όλα πάνω της. Μια αιώνια αμφίδρομη σχέση που την ταράζει κατά περιόδους η ανθρώπινη μιζέρια και η παλιοκοτιά.
     Κοιτάζοντας στον κάμπο, στο βουνό που υψώνεται μπροστά μας, στον αφρισμένο κυματισμό της θάλασσας, ένα πράγμα οφείλουμε να σκεφτόμαστε: πως γεννηθήκαμε για να βλέπουμε, για να τα ζούμε όλα αυτά. Έ…. ας το κάνουμε …
=========== 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Εκλογές στον Κυν. Σύλ. Αμαρουσίου

Εκλογές στον Κυνηγετικό Σύλλογο Αμαρουσίου
 
     Την Κυριακή 2 Μαΐου 2013, στις 9 το πρωί πραγματοποιείται η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου και στην συνέχεια, μετά το πέρας των εργασιών της, θα ξεκινήσει η διαδικασία της ψηφοφορίας για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβούλιου και Εξελικτικής Επιτροπής.
Η ψηφοφορία θα διαρκέσει μέχρι τις 7 το βράδυ.
     Για πολλά χρόνια, ο Σύλλογος του Αμαρουσίου πέρασε συμπληγάδες με την κάκιστη διοίκηση του. Όταν όμως προ τριετίας διορίσθηκε ο Απόστολος Αντωνάκης προσωρινός πρόεδρος από την Διεύθυνση Δασών, και στην συνέχεια αιρετός πρόεδρος για την διετία που μας πέρασε, κατόρθωσε, αν και το διάστημα αυτό ήταν πολύ μικρό, να εξυγιάνει τον Σύλλογο και να τον οδηγήσει στην ευημερία και στην προσφορά στην κοινωνία και στην κυνηγετική οικογένεια.
     Έχουμε χρέος να στηρίξουμε τον Απόστολο Αντωνάκη και τους συνεργάτες τους και πάλι. Πολλά μας έδωσαν την διετία που πέρασε, περισσότερα θα πράξουν στην συνέχεια, απαλλαγμένοι από «εσωτερικά μαχαιρώματα» και νοοτροπίες παλιομοδίτικες.
     Αύριο Κυριακή, στηρίζουμε τους άξιους, και αυτούς που μπορούν. Στηρίζουμε Απόστολο Αντωνάκη.

Επιλογές & Εκλογές ...

Υπάρχουν κυνηγετικοί σύλλογοι – λίγοι θέλω να πιστεύω, που το μόνο που κάνουν είναι να φέρουν απλά το πρόθεμα «κυνηγετικός». Από εκεί και πέρα ουδέν, καμία δραστηριότητα, καμία ενημέρωση των μελών, ουδεμία προοπτική.
 
     Αυτό συμβαίνει σε μικρούς συλλόγους (με λίγα μέλη) και έχει παρατηρηθεί το θλιβερό φαινόμενο, ακόμα και οι συνελεύσεις και οι εκλογές, να γίνονται από την «παρέα» που θέλει να κρατά διακαώς τα κλειδιά ενός συλλόγου, μόνο για το πρεστίζ και ως εκεί.
     Υπάρχουν ασφαλώς και μεγαλύτεροι σύλλογοι – και ένας από αυτούς και ο Κυνηγετικός Σύλλογος Αμαρουσίου, ο μεγαλύτερος της Αττικής και από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Ελλάδας, που για είκοσι περίπου χρόνια βρισκόταν σε τέλμα, σε αδράνεια, κυριολεκτικά στην ανυπαρξία. Ευτύχησε όμως ο σύλλογος αυτός και από το 2011 και εντεύθεν, η αιρετή διοίκηση του Απόστολου Αντωνάκη και των συνεργατών του, οδήγησαν τον ιστορικό σύλλογο στην επικαιρότητα και σε δράσεις που αρμόζουν σε σοβαρούς κυνηγετικούς συλλόγους και υπεύθυνους κυνηγούς.
     Η κυνηγετική οικογένεια, μικρογραφία και αυτή της κοινωνίας μας, για πολλά χρόνια, δεκαετίες ίσως, αφέθηκε σε χέρια ανίκανα να την οδηγήσουν με όραμα και σχέδιο μπροστά, στη προκοπή και στη προσφορά. Οι εξαιρέσεις πάντα υπήρχαν - και σήμερα, στην εποχή μας, έχουν πληθύνει οι σύλλογοι που έχουν αντιληφθεί ότι έργο τους δεν είναι μόνο η έκδοση της κυνηγετικής άδειας, αλλά και η συνεχής προσφορά στην κοινωνία. Και ελπιδοφόρο είναι το γεγονός ότι φρέσκα μυαλά ανά την Ελλάδα, έχουν αρχίσει να διοικούν, να πατάνε στέρεα σε άλλα μοντέλα, μακριά από εκείνα τα παλιομοδίτικα της μικροπολιτικής.  
     Οι δύσκολες εποχές μας όπου ο κυνηγός και το ελεύθερο κυνήγι βάλλονται από πολλά μέτωπα, απαιτούν και διαφορετική αντιμετώπιση, και η κάθε απάντηση πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, με επιστημονικό υπόβαθρο, άμεση, λιτή, συγκεκριμένη, ουσιώδης. Αυτό επιτάσσει η εποχή μας που θέλει να ξεφύγει δια παντός από παθογένειες παρελθόντων χρόνων.
    Ο Απόστολος Αντωνάκης, είναι ένας από αυτούς τους κυνηγούς, που, με τους σωστούς συνεργάτες του, μπορεί να κινηθεί στο μέλλον, και να προσφέρει πολλά στο σύλλογο του που μέχρι πρότινος ήταν τύποις και ουσία ανενεργός. Ενδεχομένως – και είναι φυσικό άλλωστε, να δεχθεί και φίλιες μαχαιριές. Και αυτές μέσα στο παιχνίδι είναι όταν οι άνθρωποι φέρονται ανώριμα και επιπόλαια. Όπως καλή ώρα κάποιοι συνάδελφοι που ιδρύοντας κυνηγετικό – κυνοφιλικό σύλλογο στην Αττική, και γνωρίζοντας ότι στην Αττική, βάση της ισχύουσας νομοθεσίας δεν χωρούν άλλοι σύλλογοι, προσπαθούν με πλάγιες οδούς, με παραπολιτικές πρακτικές να αποκτήσουν μία ακόμα σφραγίδα, μη αντέχοντας ενδεχομένως ότι υπάρχουν κυνηγοί άξιοι περισσότερο από αυτούς.
     Απόλυτα θεμιτό είναι να θέλει κάποιος να διοικήσει έναν κυνηγετικό σύλλογο, και υγιές λέω πως είναι. Αρκεί αυτός ο κάποιος, να έχει το μεράκι, τη γνώση, το χρόνο, και τη θέληση για προσφορά. Όχι όμως ακόμα μία «παρέα» μόνο και μόνο επειδή θέλει να πάρει τη θέση του Χαλίφη. Αυτό δεν είναι υγιές αλλά άρρωστο. Και ειδικότερα, όταν οι ευεργετούμενοι από την «παρέα», χτυπούν πισώπλατα τον ευεργέτη τους! Αυτοί οι ίδιοι σε νοοτροπία, που μέχρι πρότινος τον επευφημούσαν!  
    Υπάρχουν Αντωνάκηδες στην Ελλάδα, υπάρχουν απλοί στρατιώτες της προσφοράς – όπως υπάρχουν και στρατηγοί της μιζέριας. Εμείς, δεν νοιαζόμαστε ποιος θα είναι μπροστά αλλά πως θα είναι. Στο κυνήγι, στον κυνηγότοπο ειδικότερα, εξακολουθεί και λειτουργεί με τρόπο θαυμαστό η ισότητα, η αδελφοσύνη, η συντροφικότητα,  η απουσία της τάξης (της πολιτικής μας ζωής) και όλοι, όποιοι και αν είναι, πλούσιοι ή φτωχοί, πρωθυπουργοί ή εργάτες, δεκανείς ή στρατηγοί, δεν ξεχωρίζουν. Δεν θέλουν να ξεχωρίζουν γιατί έχουν πολύ ψηλά το αίσθημα της αλληλεγγύης, της αγάπης τους για τη φύση και το βουνό.
     Και μακάρι, να αποφασίσουν σαν τον Απόστολο Αντωνάκη και άλλοι κυνηγοί (γιατί υπάρχουν πολλοί), να εκτεθούν για χάρη μας, να τρέξουν για εμάς, να μας αντιπροσωπεύσουν επάξια, να δώσουν στο κυνήγι μας και στην αγάπη μας γι’ αυτό τη θέση που του αξίζει. Πέρα από αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι η πρακτική της «παρέας» και της αδιαφάνειας, δεν απέδωσε. Συρρίκνωσε το κυνήγι μας, έκρυψε την προσφορά μας, μας έκανε υπόλογους και δακτυλοδεικτούμενος στην κοινωνία. Ενώ έπρεπε να μας έκανε περήφανους. 
     Χρειαζόμαστε εργάτες και μπροστάρηδες σαν τον Απόστολο Αντωνάκη. Όπως χρειαζόμαστε και την πλήρη απουσία στεγανών και την κρυψίνοια πολιτική που άλωσαν για μεγάλο διάστημα το χώρο μας.  
     Γι’ αυτό σου λέω Απόστολε, προχώρα. Εσύ και οι συνεργάτες σου μπορείτε. Και εμείς οι κυνηγοί, μέλη του ιστορικού συλλόγου Αμαρουσίου, θέλοντας τον σύλλογό μας και πάλι μπροστά στη κοινωνία και στα κυνηγετικά δρώμενα, σε στηρίζουμε.
 ==============
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Μαΐου 2013