Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Οι "καλοί μας" άνθρωποι ...


Στους ορεινούς και ημιορεινούς χώρους, τα χέρσα χωράφια υψώθηκαν από την ξερή καλαμιά, και μοσχοβολάνε, χαρίζοντας απλόχερα ξεχασμένα αρώματα. Και κοντά στα αρώματα, κυριαρχούν και τα χρώματα του καλοκαιριού.
     Στα χαμηλότερα, εκεί που οι αραποσιτιές στέκουν ακόμα ορθές, τα χρώματα ποικίλουν. Και οι μυρωδιές είναι διαφορετικές όμως, περισσότερο υγρές και γήινες. Και εκεί κοντά, στα πολλά νερά των ποταμών και των πηγών που ακόμα έχουν μεγάλη δύναμη, γυροφέρνουν και τα αγριογούρουνα, πότε για τροφή και κολύμπι, πότε για ρηλάξ και παιχνίδι.
      Εκεί κοντά, μαζί με τα πλάσματα της φύσης, δίνει πάντα το παρών και ο συνεπής λαθροθήρας. Αυτός που καθορίζει κατά κάποιο τρόπο, που ελέγχει τον πληθυσμό των αγρίων την νεκρή κυνηγετική περίοδο. Δεν θα είχε και νοστιμάδα η ρημάδα η ζωή αν όλα κυλούσαν με τρόπο φυσικό. Και ο λαθροθήρας, άνθρωπος δραστήριος μέρα και νύχτα, σεργιανάει στα μονοπάτια της ποταμιάς, κοντά στα νερά, ολονυχτίες κάνει, μέχρι να φανεί ο διψασμένος κάπρος.
      Εμείς κυνηγάμε το χειμώνα, οι έξυπνοι κυνηγούν όποτε αδειάσει ο καταψύκτης τους. Φροντίζουν δηλαδή για τα μελλούμενα, το ομιχλώδες αύριο, έχουν στόματα να θρέψουν, ταβέρνες να προμηθεύσουν με φρέσκο κρέας. Πολλά έχουν στο νου τους. Αλλά ο λαθροθήρας δεν μπορεί ή δεν θέλει να κάνει τη δύσκολη αυτή δουλειά και μονάχος του. Στη κοινωνία έχει ένα καλό όνομα, είναι αξιοπρεπής, στέλεχος σημαντικό της κοινότητάς του – και φυσικό είναι να φροντίζει και για άλλους συνανθρώπους του, που έχουν κι αυτοί τις δικές του ανησυχίες.
      «Απόψε το βράδυ θα βγω, έχετε το νου σας», μπορεί να λέει με λόγια λίγα και σταράτα στην καλή του συντροφιά. Και σαν καλοκουρδισμένη κοινωνία που είναι, θυμίζοντας την οργάνωση των μυρμηγκιών, πιάνουν ο κάθε ένας χωριστά τη βίγλα του και παρακολουθεί. Βιγλάτορες όλοι τους, να δίνουν ραπόρτο σε έναν, σε αυτόν που κάνει τη δύσκολη δουλειά, που ακίνητος ώρες ολάκερες καρτερεί έτοιμος στο σκύψιμο του κάπρου για νερό.
      Και που θα πάει, θα φανεί ο διψασμένος μονιάς ή ακόμα και η αγαπημένη οικογένεια. Και τότε, οι ξερές ντουφεκιές χάνονται στις λαγκαδιές, τις παίρνει το ποτάμι που λένε! «Εντάξει παιδιά, κάποιοι να έλθουν για βοήθεια, δεν μπορώ μόνος μου».
      Κάπως έτσι περνούν οι καλοκαιρινές νύχτες στην ωραία και τίμια πατρίδα μας. Και περασμένα μεσάνυχτα, γεμίζει η ερημιά φώτα, η φύση ανατριχιάζει στο πέρασμα τούτων των σαλταδόρων, των ίσκιων, που χάνονται στην επόμενη στροφή του δρόμου. Και ευτυχείς, οδηγούν τα ελέη τους στο σημείο της εκδοράς. Σαν να πηγαίνουν σε πάρτι με βερμούτ, όπως πηγαίναμε παιδιά. Και η χαρά από τη «σοδειά» λυγίζει και τον πιο αλύγιστο, και συμμετέχουν όλοι στη μυσταγωγία της σφαγής.
      Σαν ξυπνούν από την κούραση της νυχτιάς οι καλοί μας φίλοι, φορούν τις ανθρώπινες προβιές τους, κάνουν το σταυρό του πριν αρχίσουν το πρωινό τους γεύμα,  χαιρετούν με στοργή την αγαπημένη τους οικογένεια και πάνε στα καφενεία ή στις δουλειές τους, περιχαρείς, ευτυχείς σχεδόν …
===============
 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013.