Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Το αγριογουρουνόψαρο ...

Στην περιοχή της Κορινθίας, αγναντεύοντας τον κόλπο που την είχε μουσκέψει μέχρι το μεδούλι ο καιρός, δεν υπήρχε καν αέρας, υγρασία εισέπνεες και ιώδιο, και ένιωθες στο πετσί σου τον νότιο καιρό που είχε αγκυροβολήσει στο αρχαίο λιμάνι του Λέχαιου.

Στα παλιά καλά χρόνια που η Κόρινθος ήταν σπουδαία εμπορική πόλη, τα καράβια με τις πραμάτειες του κόσμου έδεναν στο Λέχαιο. Από εκεί ξεκινούσε η κεντρική λεωφόρος που οδηγούσε πάνω στην πόλη που κατείχε δεσπόζουσα θέση στον χώρο. Πάνω από την πόλη βρίσκονταν οι πηγές της και λίγο ακόμα ψηλότερα το κάστρο της, η Ακροκόρινθος που ξέρουμε.

Εκεί ψηλά στο βράχο της που κάθονταν οι βιγλάτορες και έδιναν ραπόρτο στη διοίκηση στα χαμηλότερα, υπήρχαν καλλιέργειες, νερό άφθονο, ζωή που άκμαζε. Εκεί ψηλά καθόμασταν και χανόταν η ματιά προς τα βορειοδυτικά, όσο υπήρχε θάλασσα να σε ταξιδέψει. Μπορεί ο καιρός να ήταν θολός και να μην είχαμε τις ξάστερες εικόνες του βοριά, είχαμε όμως εκπαιδεύσει το μυαλό μας να κοιτάζει και πέρα από τις εικόνες.

Εκεί, στου κορινθιακού τον χώρο απλώνονται και λίγα ιχθυοτροφεία, σαν μικρά νησάκια για αραξοβόλι. Και κοντά τους ένα νησάκι, έρημο σχεδόν από ανθρώπους. Αλλά με την χλωρίδα και την πανίδα του να ανθούν και να προκόβουν. Ανάμεσα στα καλά του θεού στολίδια, βόσκουν αμέριμνα, ήσυχα, σχεδόν ευτυχισμένα και αρκετά γουρούνια. Από αυτά που ονομάζουμε «ελεύθερης βοσκής» και που το κρέας τους είναι ζηλευτό για την ποιότητά του και την γεύση του. «Να αγοράσουμε ένα τέτοιο γουρούνι. Μέχρι να έλθει το ρυμουλκό να μας πάρει θα περάσουν κάμποσες ώρες».

Έφτασε κάποια στιγμή και το ρυμουλκό, έδεσε το καΐκι τους που έμεινε από βλάβη της μηχανής, ανέβηκαν και οι μικροί ταξιδευτές στη γέφυρα και πήγαν στο καλό, πίσω, στο καρνάγιο. Μαζί τους είχαν γδαρμένο και ένα μεγάλο γουρούνι, από αυτά τα καθαρά του μικρού νησιού. Γιατί στο μεσοδιάστημα της αναμονής, βρήκαν τον ιδιοκτήτη τους, διάλεξαν το καλύτερο, το πλήρωσαν κι έφυγαν. Λυπημένοι στην επιστροφή που το ταξίδι τους έμεινε μισό, χαρούμενοι όμως που στάθηκαν τυχεροί και αγόρασαν για τα σπίτια τους κρέας άριστης ποιότητας, οι δυό φίλοι, έφτασαν στη βάση τους. Σαν σίτεψε το κρέας, πέρασαν τρείς – τέσσερις μέρες. Έφτασε και η Κυριακή, η μέρα της οικογένειας που κοινωνεί γύρω από ένα τραπέζι.

Το λαχταριστό κρέας ο ξυλόφουρνος της αυλής το είχε ντύσει με τα χρώματα της γεύσης. Το τραπέζι είχε στρωθεί και αναμενόταν και το ταψί του φούρνου που από ώρες πριν σιγόκαιε. Ο αρχηγός της οικογένειας το τεμάχισε να κατασταλάξει η φωτιά του και άρχισε με τρόπο σχεδόν επαγγελματικό να σερβίρει στα πιάτα το εκλεκτό έδεσμα.  Βότανα του δάσους αναδύθηκαν και κατέκλυσαν τον χώρο τον γιορτινό.

Κόβει ο αρχηγός με το μαχαίρι του ένα μικρό κομμάτι να το γευθεί, το μασά αργά – αργά, να καταχτήσει η γεύση τον ουρανίσκο. Και μένει μετέωρος. Δοκιμάζουν οι συνδαιτυμόνες επίσης και μένουν κι αυτοί μετέωροι. Αλληλοκοιτάζονται εκστατικοί, τι γεύση θεϊκή να είναι τούτη; Αναλογίζονται όλοι από μέσα τους.  Αφήνουν τα μαχαιροπήρουνα με τρόπο διακριτικό και εξετάζουν με δέος το περιεχόμενο του πιάτου τους.

«Μα …… αυτό μυρίζει ψάρι!» ψιθύρισε σχεδόν με πόνο ο αρχηγός της οικογένειας, ο θαλασσοδαρμένος ναυτικός, ο άτυχος ταξιδευτής εκείνης της ημέρας στον κορινθιακό κόλπο. «Και τι ψάρι, συναγρίδα είναι!» έσπασε τη σιωπή της η νοικοκυρά βγάζοντας μία εσωτερική κραυγή. «Τόσες ώρες έψηνα συναγρίδα!». Ευθύς αμέσως άρχισαν στο τραπέζι να οχλαγωγούν, να απορούν, να γελάνε, να κοιτάζουν το περιεχόμενο του πιάτου τους, να συλλογιούνται.  

Σηκώνεται ο αρχηγός της οικογένειας, σοβαρός, σιωπηλός. Κοιτάζει στα μάτια έναν – έναν τους ομοτράπεζους και λέει με φωνή που καθηλώνει: «Αυτό που έχουμε μπροστά μας, το αγοράσαμε για γουρούνι, ελεύθερης βοσκής, εντελώς άπαχο. Το βλέπετε άλλωστε και οι ίδιοι. Όμως φαίνεται ότι αυτός που μας το πούλησε, τα γουρούνια του τα ταϊζει εκτός από χορταράκι της αλμύρας και τροφές για τα ψάρια. Από αυτές που θα τρώνε και στο κοντινό ιχθυοτροφείο! Σήμερα λοιπόν είχαμε την θεία τύχη να γευτούμε αγριογουρουνόψαρο! Μπορεί να μην τρώγεται, τόσο απαίσιο είναι, όμως, κοιτάξτε την θετική πλευρά της εμπειρίας μας» …



Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014 

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Ο Βιγλάτορας της Αρκαδίας ...

Το σπίτι του περιτριγυρισμένο από βελανιδιές. Πριν από αυτό το αλώνι του, μετά το γαλάρι με το καλυβάκι που ξεκουράζονταν τα προβατάκια του όταν επέστρεφαν από την βοσκή. Πενήντα μέτρα πιο πίσω το αρχαίο μονοπάτι που πήγαινε στης Κουλουπούς τον κάμπο, στον Προυσό, στα Κορύτια, στην Καρακιώνα, στο Βουρλάγκαδο. Στα ανατολικά το Μαζαράκι και η ομώνυμη πηγή που έδινε ζωή με τη δροσιά της. Βόρεια της πηγής τα Μνήματα, το χαλασμένο πέτρινο αλώνι, το καλύβι που στέκεται ακόμα όρθιο. Και ανατολικά από αυτά πάνω στο ύψωμα, ο Ανεμιστός, το μικρό διάσελο.

Σε αυτόν τον τόπο επέλεξε να ιερουργήσει ο μπάρμπα Νικολάκης τα μυστήρια της ζωής. Στον ίδιο τόπο εμείς στήνουμε τις παγάνες μας για τον βουνίσιο κάπρο. Ανταμώσαμε πάλι μαζί του πριν πολλά χρόνια, γιατί στην παιδική μας ηλικία αυτός ήταν πάντοτε εκεί.  Και έγινε το σημείο αναφοράς μας: “που θα κυνηγήσουμε σήμερα; στου μπάρμπα Νικολάκη;”


Μάγεψε κι εμάς ο τόπος του μύστη, του βιγλάτορα αρχαίων τόπων και χαλασμένων ναών. Μας καθήλωσε περισσότερο όμως η καλοσύνη του, η φιλοξενία του, ο καλός του λόγος, τα άπειρα κεράσματά του. Κυνηγούσες ή όχι, αν πλησίαζες κοντά στο σπίτι του βαδίζοντας στο μονοπάτι, τον ειδοποιούσαν τα σκυλιά του και σου φώναζε, σε καλούσε κοντά του. Και δεν μπορούσες να φύγεις αν δεν γευόσουν το τσίπουρό του και το φρέσκο νεράκι του. Και τα μελομακάρονα της κόρης του της Ελένης.

Στον τόπο του το κρύο το χειμωνιάτικο έχει μεγάλη δύναμη. -5, -10, αρκετές φορές, ειδικότερα αν ο βοριάς έχει κέφια. Και η πόρτα του σπιτιού του πάντοτε ανοιχτή, το τζάκι στο “χειμωνιάτικο” πάντα να πυρώνει και να μοσχομυρίζει ξύλο, και να ρέει το τσίπουρο για να συνέλθει η καρδιά.

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, ο Κώστας, ο αρχηγός μας, που τον ξέρεις καλύτερα από όλους μας, αλλά και ο μπάρμπα Λέντζος, ο Γιωργάκης, ο Δήμος, ο Σούλας, εγώ, αλλά και ο Άγγελος με τον Σπήλιο που δεν μπορούν σήμερα να είναι εδώ μαζί μας, θέλουμε να σε ευχαριστήσουμε από καρδιάς για όσα απλόχερα μας έδωσες όλα αυτά τα χρόνια. Θέλουμε να σου πούμε πόσο ευγνώμονες είμαστε που μας οδήγησες στα μυστικά περάσματα, μας δρόσισες με την καλή σου καρδιά, μας δίδαξες την απλότητα. Μας καρτερούσες και μας πρόσφερες τον καλό σου λόγο.

Ακούστε όλοι σας, το σπίτι μου για εσάς θα είναι πάντοτε ανοιχτό. Το είπα και στην Ελένη: “να έχεις πάντα στο σπίτι τσίπουρο, μελομακάρονα, καφέδες, να έρχονται τα παιδιά να ξεκουράζονται”.  

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, εμείς, εδώ στις βελανιδιές σου, καθόμαστε πολλές φορές και ξεκουραζόμαστε, είναι ελαφρύς ο αέρας τους. Σκύβουμε και πίνουμε από το νεράκι σου, χανόμαστε στα μυστικά περάσματα, βλέπουμε τις σκιές των αρχαίων θεών που τις γκρέμισε ο πολιτισμός. Ο τόπος σου έγινε και τόπος μας. Μέρος της ζωής μας. Και τον αγαπάμε κι εμείς πολύ γιατί εσύ μας τον έμαθες, εσύ μας έδειξες πως είναι η αληθινή αγάπη για την Φύση.

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, εσύ μπορεί να διάλεξες τη σημερινή ημέρα για να φύγεις και να αφήσεις την Ελένη ορφανή. Αλλά κοίτα, που άνοιξαν οι ουρανοί και τα δάκρυα των θεών έγιναν καταιγίδα να σε καλωσορίσουν στον καινούριο δρόμο που πήρες. Δάκρυα χαράς που ένας δικός τους ΑΝΘΡΩΠΟΣ  βαδίζει για την Νήσο των Μακάρων.

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, ορφανούς άφησες κι εμάς εδώ, την ομάδα μας, με πρώτο τον Κώστα. Μπορεί να έφυγες πλήρης ημερών στα ενενήντα σου χρόνια, αλλά για εμάς είσαι ο δικός μας άνθρωπος με την παιδική γλυκύτητα, με το γνήσιο και αφτιασίδωτο χαμόγελο. Στάθηκες σε όλη σου τη ζωή φύλακας ιερών τόπων, και το σημαντικότερο, δεν ήξερες, ή μάλλον, έδιωξες από πάνω σου τον φόβο, αυτόν τον μεγάλο αντίπαλο της ζωής μας που τρέφεται με ανθρώπινες συνειδήσεις.
Καλό ταξίδι καλέ μας ΑΝΘΡΩΠΕ Νικολάκη Πετρούλια.


=====================
Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014.
Σημ: η φωτογραφία είναι από το zatounanews.gr