Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Η Θεία τέχνη και η ανθρώπινη …


Το λυκαυγές ερχόταν από τα βάθη της ανατολής κι έλουζε τα δροσερά βουνά, που οι όγκοι τους χάραζαν αλλόκοτες πορείες κι έσχιζαν λες τον ουράνιο θόλο. Παρατηρώντας το φως να διαλύει αργά- αργά το σκοτάδι, διέκρινα, για πρώτη φορά ίσως μέσα στις αμέτρητες παρατηρήσεις μου, την αύρα. Ναι, την αύρα του βουνού. Σαν φωτοστέφανο ένα πράγμα, να δίνει εκείνη την αρμονία που μονάχα η φύση γνωρίζει καλά.

Δεν είχα προσέξει άλλη φορά την αύρα του βουνού. Ακολουθούσε την πορεία εκείνη που διαχώριζε τα γήινα από του αιθέρα τα μυστικά. Και πλημμύρισε χαρά το έξω και το μέσα μου, Κι ένας μικρός σκύλος που έφτασε περιχαρής για να του δώσω το πρωινό του, κοντοστάθηκε, με κοίταξε, έριξε και τη ματιά του στην γαλαζοπράσινη αύρα του βουνού, και ανακάθισε του καλού καιρού να χαζεύει την ομορφιά. Την ξέχασε την πείνα του.

Κύλησε όμως ο χρόνος, φάνηκε με δύναμη ο κόκκινος γίγαντας κι άρχισε να υψώνεται γοργά. Οι ακτίνες του έριχναν φωτιά – και πως ν΄ αντέξεις τέτοια λάβα. Σηκώθηκα και πήγα στο κατώγι. Άνοιξα το παράθυρο και την πόρτα να τρυπώσει ο φωτοδότης θεός. Έβαλα ν΄ ακούσω Paganini. Απλώθηκα στην πολυθρόνα μου, ακούγοντας την θεία μουσική κι αγνάντευα το καταπράσινο πουρναρίσιο βουνό.

Ένα πουλί φάνηκε και κάθισε στην κουπαστή του κάγκελου, για λίγο όμως. Βιαστικά έφυγε, μα σχεδόν αμέσως ένα μεγάλο σμήνος πουλιών γέμισε την κουπαστή. Ξαφνιάστηκα, ούτε τέτοιο θέαμα τόσο κοντινό είχα αντικρίσει ξανά. Πήγα να σηκωθώ να πάρω τη μηχανή να φωτογραφίσω το παράξενο σκηνικό. Αλλά το μετάνιωσα, θα τάραζα την βολή τους. Δυνάμωσα λίγο τον Paganini και τα είδα να ζωηρεύουν. Άνοιξαν τα φτερά τους, έκαναν ένα μικρό κύκλο γύρω τους και κάθισαν πάλι σιωπηλά κοιτάζοντας προς την μεριά μου.

Τράβηξα μια γερή ρουφηξιά από τον καφέ μου, άναψα το τσιγάρο και πήγε ο καπνός και κύκλωσε τα πουλιά. Ατάραχα αυτά, άκουγαν, έβλεπαν, σκέφτονταν, δεν ξέρω τι να ειπώ. Όμως το cd με τον Paganini τελείωσε, σιωπή απλώθηκε μέσα κι έξω από το κατώγι. Σαν να με κοίταξε το σμήνος, σηκώθηκε και φτερούγισε για αλλού. Σηκώθηκα κι εγώ, έβγαλα τον Paganini κι έβαλα τον Prokofiev. Περίμενα, μα όχι για πολύ, σε δέκα δεύτερα το σμήνος ήλθε πάλι στην κουπαστή και ξάπλωσε κι αυτό να απολαύσει την μουσική του θεού.

Ήμουν σχεδόν βέβαιος, τα πουλιά απολάμβαναν ότι κι εγώ. Εκείνα μάλιστα είχαν έναν λόγο παραπάνω εφόσον συνομιλούν μεταξύ τους με θεσπέσιους ήχους, με τιτιβίσματα και με κόλπα του αέρα.

Την ώρα που τελείωσε και ο Prokofiev κι έφυγαν πάλι τα πουλιά προς άγνωστη κατεύθυνση, ένας βάρβαρος ήχος έσκιασε τον τόπο. Μακρινός στην αρχή, μα αβάσταχτος σαν ζύγωσε κοντά, ήχος διαπεραστικός, οξύς, που σου σπάει τα μηλίγγια. Πλησίασε πολύ και ρύπανε την πρωινή γαλήνη: «γαλοπούλες και γαλόπουλα έχω, πέρδικες και περιδικόπουλα έχω, φασιανούς έχω, πουλάδες και πουλάκια έχω, ορτύκια έχω, κότες και κοτόπουλα έχω….. ο Γιώργος από τα Μέγαρα[i], έχω όλα τα πουλάκια, ελάτε, ». Η γυναικεία φωνή της ανακοίνωσης σώπασε για λίγο, και στα ίδια ντεσιμπέλ τον λόγο πήρε δημοτικό άσμα με κάποια τραγουδιάρα να λαλεί σαν τα πουλιά που είχε προς πώληση. Τελείωσε το άσμα, κι άρχισε πάλι η ανακοίνωση της πραμάτειας του Γιώργη από τα Μέγαρα. Μετά πάλι τραγούδι, λαϊκό, παραπονιάρικο τη φορά αυτή. Ένα τραγούδι, μία ανακοίνωση της επιχείρησης του Γιώργη από τα Μέγαρα. Αργά διέσχιζε το χωριό το φορτηγό του Γιώργη, ίσα να εμπεδώσω την ποιότητα του εμπορεύματός του. Έφυγε από το χωριό, αλλά και από μακριά εναλλάσσονταν οι πέρδικες με τα καψουροτράγουδα, ώσπου χάθηκε δια παντός ο Γιώργης από τα Μέγαρα και πήγαινε ποιος ξέρει σε ποιο χωριό να το γιομίσει ρύπους …

===============

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014.


[i] Ειλικρινά, δεν γνωρίζω, επιτρέπεται η εμπορία αγρίων πουλιών; Και ειδικότερα με τον τρόπο αυτόν;