Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Πρωτοχρονιά στο χωριό......

Πως περνούσατε στο χωριό την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γιαγιά;

Α!! περνούσαμε καλά. Το βράδυ της παραμονής ανάβαμε όλα τα λυχνάρια και τις τσιμπλούδες που είχαμε. Έτσι τα δωμάτια γινόντουσαν φωτεινά, ακόμα και στο κατώι τοποθετούσαμε ένα φώς! Συνήθως ο καιρός ήταν άσχημος, με χιόνια και παγωνιές. Το χειμωνιάτικο με το τζάκι όμως που μαζευόμασταν, ήταν πολύ ζεστό. Εκεί τρώγαμε στον σοφρά με τα χουλιάρια και το γυρίζαμε μετά στο τραγούδι. Όταν γύριζαν και οι άντρες από το καφενείο, το γλέντι δυνάμωνε.

Οι άντρες δεν ήταν στο σπίτι γιαγιά;

Παιδάκι μου, όταν νύχτωνε, οι άντρες πήγαιναν στα καφενεία του χωριού και έπαιζαν τριανταένα. Το χωριό μας τότε είχε πέντε καφενεία. Έπαιζαν χαρτιά, έπιναν και τις κούπες τους και μετά γύριζαν σπίτι.

Ανήμερα του ΑιΒασιλιού γιαγιά τι κάνατε;

A!! αν είχαμε παπά στο χωριό πηγαίναμε στην εκκλησία. Μετά πάλι σπίτι και μαδάγαμε δυό καλές κότες. Την μία την κάναμε σούπα με λίγο ρύζι μέσα. Αυτήν την τρώγαμε το μεσημέρι. Την άλλη την αφήναμε για το βράδυ. Μερικές φορές σφάζαμε και κανένα κατσίκι.

Πλούσια περνάγαμε παιδάκι μου. Στο βαγένι είχαμε πάντα και καλό κρασί. Και οι βαρέλες με το τυρί γεμάτες ήσαν. Είχαμε όμως και χοιρινό. Αυτό το σφάζαμε πάντοτε παραμονές Χριστουγέννων και το παστώναμε. Αφήναμε όμως και λίγο για την Πρωτοχρονιά. Το υπόλοιπο το βγάζαμε σαν τον καλό μεζέ, ειδικά όταν φιλέβαμε ξένους.

Θυμάμαι γιαγιά μια φορά που είχα έλθει κι εγώ στο χωριό για να σφάξουμε το γουρούνι. Τρείς μέρες τρώγαμε και πίναμε, όσο έβραζε το καζάνι. Ήταν ωραία.

Πότε λές παιδάκι μου; Τότε που είχες μεθύσει και είχες φορέσει την χλαίνη του παππού σου και σε πήρε ο ύπνος πάνω στο χιόνι;

Το θυμάσαι γιαγιά;

Τι λές παιδάκι μου, χαμένα τάχω; Που σε ψάχναμε και εσύ κοιμόσουν του καλού καιρού στον πλάτανο; Τότε που ο παππούς σου έβγαλε νερό από το πηγάδι και σου το έριξε για να ξυπνήσεις.

Πολύ βαριά η χλαίνη γιαγιά, και πολύ ζεστή. Είχαμε περάσει ωραία τότε.

Ωραία περάσαμε, αλλά παιδάκι μου, σε τρείς μέρες που ήλθατε με τον μπάρμπα σου, ήπιατε ένα βαγένι κρασί!

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Ιστορίες παλιές...

Η Αρτοζήνα ήταν αρχαία κώμη, πόσο αρχαία δεν ξέρουμε με ακρίβεια। Την αναφέρει ο Παυσανίας στα «Αρκαδικά» του. Υπάρχει και ομώνυμο βουνό με υψόμετρο 1450 μ, στις δυτικές παρυφές του Μαινάλου.

Η περιοχή του Αρτοζήνου, χαρακτηρίζεται από τα πλούσια λιβάδια που έχει και που παρήγαγαν εξαιρετικής ποιότητας στάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη. Επίσης, πλούσια βοσκοτόπια φιλοξένησαν χιλιάδες γιδοπρόβατα αλλοτινές εποχές. Σήμερα μια μεγάλη «ερημία» βασιλεύει στον χώρο. Μόνο ένα κοπάδι γιδοπρόβατα βρίσκει πλούσιο χορτάρι.Υπάρχουν επίσης και πολλά νερά με τρία μεγάλα κεφαλάρια που υδροδοτούν πολλά χωριά χιλιόμετρα μακριά.

Ο Παυσανίας δεν μας αναφέρει τίποτα άλλο παρά μόνο το όνομα της αρχαίας κώμης. Πολύ αργότερα, στις Οθωμανικές πηγές εμφανίζεται σαν το μεγαλύτερο χωριό της εποχής, πολύ μεγαλύτερο από τα Λαγκάδια, την Βυτίνα, τα Τρόπαια και άλλες γειτονικές κώμες. Κατά τις Ενετικές απογραφές ακολουθεί πορεία φθίνουσα και κατά ανεξήγητο μέχρι σήμερα τρόπο, χάθηκε οριστικά σαν χωριό.

Την εποχή του Ιμπραήμ, κατά πως αναφέρει η ντόπια παράδοση, οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την κώμη τους. Υπάρχει περιοχή Αρτοζινέικα στην Αχαΐα που λένε πολλοί πως δημιούργησαν οι κυνηγημένοι κάτοικοι της Αρκαδικής Αρτοζήνας Με ακρίβεια κανείς δεν γνωρίζει. Η παράδοση όμως συνεχίζει: βιαστικά όπως εγκατέλειψαν οι κάτοικοι την κώμη τους, για την γρήγορη φυγή προς την σωτηρία τους, έθαψαν όλα τους τα χαλκώματα σε μια σπηλιά. Έπειτα από αρκετά χρόνια και αφού το Ελληνικό κράτος είχε αποκτήσει οντότητα, έστειλαν από τα Αρτοζινέικα τα παλικάρια – καθοδηγούμενα από τους γερόντους, για να βρούν και να τους πάνε τα χαλκώματα Όμως τα παλικάρια που δεν θυμούνταν ή δεν ήξεραν καλά τον τόπο, παρ’ ότι πήγαν τρείς φορές, δεν κατάφεραν να βρούν την σπηλιά που ήσαν κρυμμένα τα χαλκώματα. Ο γέροντας που γνώριζε καλά τον τόπο, αποφάσισε να πάει μαζί τους Όμως λίγο πρίν το ταξίδι πέθανε.
Τα χαλκώματα περιμένουν και σήμερα να τα βγάλουν από την σπηλιά.................

Εκεί στην Αρτοζήνα, ο μεγαλύτερος κτηματίας ήταν κάποιος Στρίκος. Ξέπεσε όμως οικονομικά μια χρονιά με πολύ βαρύ χειμώνα που δεν φρόντισε να πάει στα χειμαδιά. Τότε του πέθαναν κάπου χίλια γιδοπρόβατα, εβδομήντα γουρούνια και εκατό άλογα. Από άρχοντας έγινε φτωχός.

Όταν στης «Κορωνιούς το αλώνι» κατά πως λέει η παράδοση, σουβλίστηκαν όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τις ορδές του Ιμπραήμ, ένα μωρό που είχε γλυτώσει, τράβηξε την προσοχή του Στρίκου। Πλησίασε, είδε το μωρό στις πάνες του και το πήρε μαζί του. Το έκανε παιδί του και το μεγάλωσε με τα άλλα του παιδιά. Το ονόμασε Κομμένο, αποκομμένο δηλαδή από την οικογένιά του. Όταν μεγάλωσε το πάντρεψε στο χωριό Λυκούρεσι που είχε κτήματα. Του έδωσε μάλιστα ένα χωράφι που είχε νερό, την «Σφυρίδα». Από το νερό της πηγής αυτής υδρεύονταν μέχρι το 1960 οι κάτοικοι από το Λυκούρεσι. Ο Κομμένος που στην συνέχεια έγινε Κομνηνός, είναι ο γενάρχης της οικογένειας αυτής.

Τα παραπάνω μου διηγήθηκε ο Αριστείδης Στρίκος που υποστηρίζει ότι κατάγεται από την Αρτοζήνα.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Το κυνήγι του κάπρου τελείωσε - τα κυνήγια συνεχίζονται...

Το κυνήγι για τον άγριο κάπρο τελείωσε το Σάββατο στις 15 Δεκεμβρίου। Πολύ φασαρία με ρυθμιστικές, με αποφάσεις δικαστηρίων, διαμαρτυρίες οικολόγων, καμένα χωριά αχνά σαν φόντο. Εικόνες που δεν μας έκαναν καλύτερους σαν ανθρώπους. Όχι μόνο εμάς τους κυνηγούς και όσους με όποιο τρόπο εμπλέκονται στο κυνήγι, αλλά ούτε και εκείνους που κόπτονται για την αγάπη τους προς την φύση και ο κυνηγός γίνεται το εξιλαστήριο θύμα στην καθημερινότητά τους.

Σε όλα αυτά η πραγματικότητα, η αλήθεια – όποια και αν είναι αυτή για τον καθένα μας, βρίσκεται μόνο εκεί έξω, στην φύση। Που ο καθένας μας σέβεται ή δεν σέβεται, αγαπά ή δεν αγαπά, φροντίζει ή δεν φροντίζει, νοιάζεται ή όχι. Η αλήθεια βρίσκεται όταν χαθείς μέσα στο δάσος από πουρνάρια, έχοντας για συντροφιά βράχια, τροχάλια, διάσελα, ανατολές του ήλιου. Αν είσαι οικολόγος και αφήνεις φίδια σε παρθένα μέρη για την ισορροπία της φύσης – πράξη εντελώς λανθασμένη, αν είσαι κυνηγός και βρίσκεσαι επί ώρες παγωμένος στο καρτέρι, αν είσαι λαθροθήρας και την στήνεις τα βράδια στο νερό, βιώνεις την δική αλήθεια σου.

Η ζωή πλαστική στις πόλεις είναι, στο βουνό είναι απλά σκληρή. Στις πόλεις θέλει συμβιβασμούς, στο βουνό απαιτεί γνώση. Με την φύση δεν συμβιβάζεσαι. Μαθαίνεις από αυτήν πως λειτουργεί, πως σκέφτεται, ποιοι τελικά είναι οι νόμοι της – που τιμωρούν όσους τους παραβιάζουν. Η φύση δεν ξεχωρίζει οικολόγους, κυνηγούς, λαθροθήρες, τσοπάνηδες, αγρότες, ορειβάτες. Πονάει όταν την καίνε, υποφέρει όταν πνίγει με τα νερά της τις ανθρώπινες ανομίες, αναρωτιέται με πίκρα γιατί την ντουφεκάνε στις πηγές τις νύκτες.

Όλοι μιλάμε για την φύση, ελάχιστοι όμως την καταλαβαίνουν। Όλοι με τον τρόπο μας την αγαπάμε, αλλά και όλοι την σκοτώνουμε με τις μελέτες μας, τις γνώσεις μας, τις ματαιοδοξίες μας. Δεν φτάσαμε ακόμα στο επίπεδο του ανθρώπου, είμαστε μακριά, και νομίζουμε πως πλησιάζουμε…. Όχι, τσακάλια και αγρίμια είμαστε και ορμάμε στο αδύνατο κοπάδι να το κατασπαράξουμε. Ακόμα πλαστικοί είμαστε, στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής μας.

Τελείωσε πιο νωρίς φέτος το κυνήγι του κάπρου και μια απουσία βαραίνει την ψυχή। Ο κάπρος είναι ζώο πανέξυπνο και το κυνήγι του είναι παιχνίδι που τις περισσότερες φορές χαμένος είναι ο κυνηγός. Και ας έχει τόσα βοηθητικά μέσα στην διάθεσή του. Το αλισβερίσι αυτό κυνηγού και κάπρου κρατά αιώνες, που στο πέρασμά τους η διαδικασία παραμένει η ίδια. Τα μέσα έχουν αλλάξει.

Τώρα, μαζί με τα χιόνια που κάνουν τον χειμώνα βαρύ, θα βρεί την ησυχία του και ο κάπρος για να ζευγαρώσει, να συνεχιστεί η παρουσία του στα Ελληνικά δάση।

Άλλος ένας κυνηγετικός κύκλος έληξε, μέχρι τον επόμενο, και τον επόμενο και τον επόμενο। Όσο θα υπάρχουν κάπροι θα υπάρχουν και κυνηγοί. Μια σχέση διαχρονική που χάνεται στο επέκεινα.

......................................................................................................................

«Χρόνια πολλά στην κυνηγό – ψαρά με το σπόρ αυτοκίνητο, στην δεξιά πάντα εκ πεποιθήσεως, λωρίδα της εθνικής οδού»। Που όταν ρουφά τον καπνό στα πλεμόνια της, είναι σαν νάχει τον κόσμο στα πόδια της ή μάλλον στις ρόδες της… Καλές ψαριές εύχομαι…

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Στο Γκάζι ο δρόμος αλλάζει...

«Στο Γκάζι ο δρόμος αλλάζει» Το άκουσα πριν από δυό χρόνια από φίλη μου καλή, που μέσα στα τόσα παλαβά! που την διακρίνουν, μου μίλησε με ενθουσιασμό για όσα συνέβαιναν και συμβαίνουν εκεί. Ήξερε το νούμερο ότι αυτά δεν με άφηναν αδιάφορο. Εθελοντισμός! Όπως στην Ολυμπιάδα? Την είχα ρωτήσει. Τότε, που αυτή ήταν με την παρέα του Ντομινίκ, κι εγώ σαν εθελοντής φωτογράφος, προτίμησα τα βυζιά της τότε καλής μου, από το να μεταφέρω τα φίλμς στους επαγγελματίες του είδους.

Όχι, ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Κάπως έτσι γνώρισα τους «Δρόμους ζωής», το bazaar, την Τίνα (Magika de spell – όνομα κι αυτό!!). Ένας κόσμος διαφορετικός αναδύθηκε μπροστά στα μάτια μου.

Η αλήθεια είναι πως ενώ είχα δηλώσει πέρυσι εθελοντής, η βοήθειά μου ήταν μηδενική. Φέτος ήταν κάτω του μηδενός. Πως τα καταφέρνω και δεν είμαι συνεπής σε πράγματα που μου αρέσουν, θα μου το εξηγήσουν οι ειδήμονες.

ΟΙ Δρόμοι ζωής, πέρα από αυτό που προσφέρουν στην περιοχή γύρω από το Γκάζι, είναι ένα αλισβερίσι αισθημάτων για μεγάλα παιδιά. Τουλάχιστον έτσι κάπως το αντιλαμβάνομαι. Η επαφή με το διαφορετικό, η προσφορά ψυχής, δημιουργούν ένα κλίμα καθαρό – σαν του βοριά το πέρασμα. Το κέρδος αυτό είναι, τεράστιο σε μέγεθος.

Ευχαριστώ την Ντίνα και την Αμαλία για την κατανόηση…
Ευχαριστώ τον Αθήναιο γενικώς!!
Ευχαριστώ την Τίνα που αν και είχα καταναλώσει σκορδαλιά, δέχτηκε το φιλί μου!!

Συνεχίστε…….. του χρόνου υπόσχομαι να βοηθήσω πραγματικά.

Προς Αθήναιο: αυτή η τύπισσα με τα μαύρα μαλλιά και τα καταπληκτικά πράσινα μάτια, ποιο blog έχει? Μας σύστησες, δεν συγκράτησα το blog της όμως γιατί χάθηκα στην ματιά της!!