Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Καλημέρα σας …


Από τη στήλη τούτη, λένε μερικοί πως έχω γράψει και καλά πράγματα για το κυνήγι και τους κυνηγούς. Μπορεί να έχουν και δίκιο – γιατί είμαι βέβαιος ότι κάποιοι άλλοι θα ισχυρίζονται το αντίθετο – και αυτοί μπορεί να έχουν δίκιο.

     Κάθε φορά που κάθομαι για να γράψω νιώθω και λίγο τρακ – αφού ούτε επαγγελματίας του είδους είμαι, το κυριότερο όμως, είναι που γνωρίζω ότι στους περισσότερους ίσως να μην είμαι αρεστός. Και τούτο επειδή θεωρώ υποχρέωση μου να μην διυλίζω τον κώνωπα μα να βαρώ στο μαχαίρι – στο μέτρο που μπορώ και μου επιτρέπεται. Και λέω μου επιτρέπεται διότι εμείς οι κυνηγοί πολλά γνωρίζουμε μέσα από την εμπειρία μας, από τις εκφάνσεις του κυνηγίου – μα δύσκολα όμως μπορούμε να αποδείξουμε πολλές φορές όσα είδαμε ακόμα και με τα ίδια μας τα μάτια.

   Κάποιος ας πούμε λαθροθήρας, που γνωρίζουν ακόμα και οι πέτρες για τις παράνομες δραστηριότητές του, στο δικό του περιβάλλον φαίνεται άνθρωπος αξιοπρεπής, καλός στις παρέες του και στις κοινωνικές του εν γένει συναναστροφές. Αν τολμήσεις να «αγγίξεις» έναν τέτοιο άνθρωπο, υπόδειγμα «ήθους και καλοσύνης», το πιθανότερο είναι να αποκτήσεις μεγάλους εχθρούς στην τοπική κοινωνία που είναι πολύ κλειστή και συγχρόνως πολύ συντηρητική για να δεχτεί ότι ένας «δικός της άνθρωπος» μπορεί και να μην είναι αυτό που φαίνεται. Η μία πλευρά είναι αυτή, ή άλλη, που είναι και χειρότερη, λέει πως ο κοινωνικός κύκλος ενός παράνομου αποδέχεται σαν φυσικό γεγονός την παρανομία – αφού γεύεται σε χρόνο αόριστο τον «κόπο» του ανθρώπου της.



      Για να σπάσουν τα δεσμά της σιωπής μα και της αποδοχής της παράνομης πράξης, χρειάζεται δουλειά πολύ – και κακά τα ψέματα, η ευθύνη βαρύνει εξ ολοκλήρου τους κυνηγούς της διπλανής πόρτας που βλέπουν, ακούν, οσμίζονται, αλλά δεν μιλούν. Νομίζουν ότι το θέμα δεν τους αφορά – ή ακόμα χειρότερα, διέπονται από τον λεγόμενο ωχαδερφισμό.

        Εδώ δεν πρέπει να αδικούμε τις κυνηγετικές οργανώσεις διότι πράγματι πασχίζουν με ποικίλους τρόπους για την εξάλειψη της λαθροθηρίας. Ή, αν θέλουμε να τις κατηγορήσουμε, ας ξεκινήσουμε πρώτα από εμάς τους ίδιους και μετά ας πάμε και σε αυτές. Πιθανότατα, και μέσα στις οργανώσεις υπάρχουν κυνηγοί που έλκουν προς την παρανομία αλλά όπως προείπα, μερικά πράγματα δεν μπορούν να αποδειχθούν. Αλήθεια ασφαλώς θα είναι ότι κάποιοι από αυτούς έχουν καλύψει με διάφορους τρόπους ένα φίλο, ή γνωστό, ή συγγενή, που «υπέκυψε στην αμαρτία».

       Η αδυναμία η ανθρώπινη τα καθιστά όλα αυτά φυσιολογικά. Δεν είναι όμως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι είναι παράνομα. Και η δύναμη εκείνη που πραγματικά μπορεί να σταματήσει κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα στο βουνό είμαστε όλοι εμεί – ένας- ένας χωριστά και όλοι μαζί. Υπάρχει λύση άραγε;

       Κατά τη γνώμη μου υπάρχει και είναι απλή. Να καθίσουμε όλοι μας στο θρανίο, να αρχίσουμε να διαβάζουμε, να μαθαίνουμε, να γίνουμε καλοί και να αποκτήσουμε περισσότερες γνώσεις, χρήσιμες για τη φύση και τις λειτουργίες της, περισσότερο δε χρήσιμες θα ‘λεγα, για εμάς τους ίδιους. Και κατ’ επέκταση και για το κυνήγι. Η μάθηση, η παιδεία, τα φτιάχνει όλα τα πράγματα καλά, τα βάζει στη θέση τους, σε τάξη, με σύνεση και σοφία. Πρέπει όμως κατά κάποιο τρόπο να αποκτήσουμε τη γνώση αυτή και να την μεταφέρουμε αν μπορούμε. Σαν κυνηγοί που είμαστε, έχουμε πιστεύω τη διάθεση να περισώσουμε και να ασφαλίσουμε το κυνήγι μας.

      Αυτά τα απλά θέματα, οι φίλοι μας στο κόσμο Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί, Αμερικάνοι, Άγγλοι κτλ. τα έχουν λυμένα εδώ και δεκαετίες. Γιατί το κυνήγι γι’ αυτούς είναι μία πολύ σοβαρή υπόθεση και δεν το άφησαν στη τύχη του όπως εμείς εδώ. Και μόνο να ζηλέψει μπορεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο έχουν εντάξει το κυνήγι στη ζωή τους. Εύκολα βέβαια θα αναλογιστεί κανείς:  μα τι λες; Εδώ αφήσαμε στο έλεος του θεού τις ζωές μας, επιτρέψαμε σε ανάλγητους πολιτικούς να μιλάνε εξ ονόματός μας, με το κυνήγι θα ασχοληθούμε;

       Σαν κυνηγοί που είμαστε, ας κάνουμε εμείς την αρχή από το κυνήγι, οι δάσκαλοι από το σχολείο κτλ., η κάθε δηλαδή κοινωνική ομάδα από τον δικό της χώρο κι ένα νέο ξεκίνημα. Ας καθίσουμε στα θρανία για αρχή και μετά συνεχίζουμε…

=======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012.

ΚΟΜΑΘ - Ανακοινώσεις


1) Μήνυση κατατέθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση της θηροφυλακής των κυνηγετικών οργανώσεων, κατά εκπροσώπων πολιτικού φορέα, που ήταν συντάκτες δημοσιεύματος το οποίο ανέφερε ότι «η ομοσπονδιακή θηροφυλακή συγκαλύπτει αντί να ελέγχει τους παράνομους κυνηγούς».

     Το δημοσίευμα αυτό αφορούσε ανακοίνωση για δήθεν περιστατικό λαθροθηρίας στην περιοχή των Πρεσπών. Άμεση ήταν η αντίδραση της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας – Θράκης, καθώς μέσω του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΟΜΑΘ και εργαζομένων της ομοσπονδιακών θηροφυλάκων κατατέθηκε μήνυση στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, κατά των συντακτών του συκοφαντικού δημοσιεύματος και κατά παντός υπευθύνου.
Μήνυση κατατέθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση της θηροφυλακής των κυνηγετικών οργανώσεων

2)  Ενίσχυση του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας της Ελλάδας από τους Κυνηγετικούς Συλλόγους Μακεδονίας – Θράκης
Οι Κυνηγετικές Οργανώσεις, ζωντανοί οργανισμοί της κοινωνίας και οι χιλιάδες κυνηγοί, στήνουν πανελλαδικά ένα δίχτυ ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, κάτω από την ομπρέλα της Αρχιεπισκοπής με στόχο να βοηθήσουν με τρόφιμα και είδη ένδυσης όσους συνανθρώπους μας έχουν ανάγκη.

     Παρακαλούνται οι κυνηγοί όπως απευθύνονται στον Κυνηγετικό τους Σύλλογο για να παραδώσουν αυτά που μπορούν από το υστέρημά τους.
Ήδη πολλοί Κυνηγετικοί Σύλλογοι έχουν κινητοποιηθεί με επιτυχία

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Την Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Περιδιαβαίνοντας αρχαίους τόπους …



Καθαρή Δευτέρα πρωί! Η εθνική οδός άδεια, βρεγμένη, αλλά το ταξίδι είχε προορισμό, μια δρασκελιά δρόμος και είσαι «αλλού», σε τόπους παλιούς που εμείς οι αδαείς τους ονομάζουμε αρχαίους.

     Την Κυριακή το βράδυ στις 26 Φεβρουαρίου δεν κατάφερα να πάω στη γιορτή των κυνηγών του Κιάτου αφού η «πετροπέρδικα» ήταν κλινήρης και δεν μου ερχόταν καλά εγώ να διασκεδάζω κι αυτή να υποφέρει με υψηλούς πυρετούς. Επειδή όμως δεν είναι και πολύ του περπατητού, δεν ένιωσα καθόλου ενοχές όταν δέχτηκα την πρόσκληση Κορίνθιων καλών φίλων (και λίγο φευγάτων εδώ που τα λέμε) για πρωινή επίσκεψη και ελαφρά πεζοπορία στο αρχαίο Ηραίον.

     Όταν έφτανα Αττική Οδό λέω του Πάν (α) στο τηλέφωνο: «βρέχει του καλού καιρού αλλά θα πάμε έτσι; Δεν γυρίζω τώρα πίσω» Ανταμώσαμε στο Λουτράκι, στους «καταρράχτες» και από εκεί συνεχίσαμε με ένα αυτοκίνητο. Ο Δάσκαλος που ήταν στη παρέα – ξέρετε, από εκείνους τους παλιούς Δασκάλους αν και νέος σε ηλικία – από αυτούς δηλαδή που ξέρουν γράμματα, που μαθαίνουν στα παιδιά γράμματα, αλλά και που σε εμάς θα έκανε την πρέπουσα ξενάγηση.

     Η βροχή δυνάμωνε, οι ριπές του αέρα σήκωναν ακόμα και πέτρες. Ο βροχερός δρόμος άδειος, εμείς, και στα αριστερά μας ο ανταριασμένος κορινθιακός κόλπος, σκούρος ακόμα αφού τότε άρχιζε και υψωνόταν το χλωμό φως. Περάσαμε στην άκρη της Περαχώρας, και ανταμώσαμε τη λίμνη της Βουλιαγμένης που μου άρεσε, άδεια καθώς ήταν από πολύβουο πλήθος λουομένων. Προχωρήσαμε και φτάσαμε στο τέρμα του δρόμου και παρκάραμε. Τρία ή τέσσερα ακόμα αυτοκίνητα ήσαν εκεί. «είναι κι άλλοι τρελοί, δεν είμαστε μόνοι μας» ακούστηκε η φωνή του Πάν (α).  

     Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός και δεν ξέραμε πώς να προφυλαχτούμε,  και την βροχή ούτε που την υπολογίζαμε που βαρούσε αδιάκοπα τον τόπο. Πήραμε το κατηφορικό μονοπάτι και γεμίσαμε λάσπες. Το Ηραίο έχασκε από κάτω μας, φτιαγμένο σε κρυφό μικρό λιμάνι προφυλαγμένο από τον βοριά. Ο τόπος ο αρχαιολογικός είναι παραμυθένιος. Ξεκινά από τα ψηλότερα και καταλήγει στον Ναό της Ήρας δίπλα στη θάλασσα. Ανάμεσα σε δυό ναούς της Ήρας – της Ακραίας και της Λιμενίας, ένα μικρό εκκλησάκι του Αγιάννη οριοθετούσε το χρόνο και τις αλλαγές του. Οι καιροί αλλάζουν, όχι οι άνθρωποι. Και εδώ, έλεγε ο Δάσκαλος: «ερχόντουσαν να προσκυνήσουν τη θεά, καθόντουσαν και κουβέντιαζαν, μαγείρευαν κι έτρωγαν, κοιμόντουσαν, και τραγουδούσαν, υμνούσαν τη θεά, και έπαιρναν πάλι το πλοίο τους και έφευγαν, πήγαιναν απέναντι στη Κόρινθο και όπου αλλού ήθελαν».



     Η βροχή πότε δυνάμωνε και πότε ηρεμούσε. Προλάβαινα όμως στο μεσοδιάστημα να ακούσω παλιές φωνές, κοιτούσα τον Δάσκαλο και τον ρωτούσα: «ακούς;» Ναι, κι εκείνος άκουγε, περισσότερο από μένα, και ο Παν (ας) άκουγε αλλά ντρεπόταν να το πει, μας κοιτούσε επιφυλακτικά!. Αφού κάναμε μια μικρή βόλτα στον αρχαίο τόπο, προσέξαμε τα ίχνη της κυκλικής φωτιάς δίπλα στο ναό (κατά πάσα πιθανότητα αυτό ήταν καμίνι σε νεώτερους χρόνους, έκαναν ασβέστη από τα μάρμαρα, μας έλεγε ο Δάσκαλος). Πολλά μάρμαρα έγιναν ασβέστης στο διάβα του χρόνου, ότι δεν πρόλαβε να καταστρέψει ο Θεοδόσιος (ο μέγας παρακαλώ) με τον Αλάριχο, το πρόλαβαν στη συνέχεια άλλοι. Τόσοι πέρασαν μετά, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι και Ενετοί, Οθωμανοί, Αλβανοί, Έλληνες! Ποιος άραγε να έκανε τις περισσότερες καταστροφές; Αλλά και τι σημασία έχει σήμερα; Μας φτάνει που εμείς μπορούμε ακόμα και ακούμε τις παλιές φωνές, μένουμε στην ομορφιά του τόπου, μας περιζώνει μια ζεστασιά και δεν καταλαβαίνουμε τη βροχή που πέφτει παγωμένη.

     Οι παλιοί τόποι που τους είπαν αρχαίους, κρατάνε μια ζωντάνια μέσα τους κι ολόγυρά τους, είναι χτισμένοι με τέχνη ζηλευτή, με αληθινή αγάπη για το περιβάλλον, φτιαγμένοι στην εντέλεια – γιατί φιλοξενούσαν θεούς και ανθρώπους που καθόντουσαν κυκλικά και κοιτούσαν πάντοτε ψηλά στο «Σύμπαν, αφού είχαν την περιέργεια να ερμηνεύσουν τον Κόσμο. Στις παλιές εποχές, οι θεοί ένα μικρό προβάδισμα είχαν έναντι των ανθρώπων, και για τον λόγο αυτό μπορούσαν και συνδιαλέγονταν όλοι αντάμα σε ναούς σαν και τούτο της Ήρας.

     Καθίσαμε στον πάγκο του Αγιάννη για λίγο, να συλλογιστούμε, να πάρουμε από τη δύναμη της θεάς. Δεν είναι παράξενο; Ο ένας θεός διαδέχεται τον άλλον. Πολλοί κι αυτοί, σαν κι εμάς τους ανθρώπους …
 ====================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Κυνηγετικά χαμόγελα …


Σάββατο πρωί, η παγωνιά τσάκιζε κόκαλα και ο ήλιος μόλις μας καλημέρισε γλύκανε η πλάση από το γλυκό φως. Στο καφέ της εθνικής οδού – πρώτη στάση για τα σχετικά εφόδια που θα με έβγαζαν μέχρι το Ναύπλιο που πήγαινα να συναντήσω τη «χαρά της ζωής».

      Στο καφέ κατά τις 7.30 το πρωί, οι περισσότεροι πελάτες φορούσαν φαιοπράσινα ρούχα, αρβύλια, και το χαμόγελό τους έσπαζε τη μονοτονία του καταστήματος. Κυνηγοί είστε; Ρώτησα φεύγοντας, έναν από τις παρέες. Ναι, κυνηγοί και πάμε για τσίχλες. Που πηγαίνετε; Που να πάμε, εδώ κοντά, περισσότερο τα σκυλιά μας βγάζουμε και θα κάνουμε και τις βόλτες μας. Να σας βγάλω μία φωτογραφία για το περιοδικό; ρώτησα τον συνομιλούντα κυνηγό. «Παιδιά ελάτε, θα βγάλουμε φωτογραφία»……..

    Από το επόμενο Σαββατοκύριακο οι εικόνες αυτές των εθνικών και επαρχιακών δρόμων θα χαθούν. Τα ζεστά κυνηγετικά χαμόγελα θα δώσουν τη θέση τους στη μιζέρια, στην ερημιά των καταστημάτων, και τα φώτα θα λιγοστέψουν – η νύκτα θα γίνει αβάστακτη. Οι κυνηγοί της φωτογραφίας είναι όλοι εμείς που τα Σαββατοκύριακα της κυνηγετικής περιόδου τα είχαμε σαν Λαμπρή, σαν μια μεγάλη γιορτή που ο άνθρωπος αντάμωνε και πάλι τη Φύση. Σαν ένα είδος επαναπατρισμού στον φυσικό μας χώρο. Κακά τα ψέματα, μέσα και πέρα από εκείνα που μας πληγώνουν, έχουμε να αντιτάξουμε την αγάπη μας για τη Φύση. Και η αγάπη αυτή διακρίνεται ευκρινέστατα μέσα από τα βλέμματα των κυνηγών αυτών. Μα επίσης και από τον λόγο τους: «πάμε μια βόλτα για καμιά τσίχλα, μα περισσότερο πάμε για τα σκυλιά μας».

       Ο αληθινός κυνηγός αυτός είναι – που πάει τη βόλτα του και νοιάζεται για τα σκυλιά του – και το θήραμα, όποιο και αν είναι – πάντα καλοδεχούμενο, αλλά είναι η αφορμή, η αιτία. Έτσι κάπως οι παρέες σμίγουν μακριά από τα βρώμικα καφενεία της πόλης και ξαπλωμένοι ολόγυρα από μια φωτιά ψήνουν τα ροφήματά τους και ας σκιάζει τις φωνές τους ο δυνατός αέρας. Στο βουνό, τα πολλά λόγια δεν χρειάζονται, είναι περιττά, η σιωπή είναι αυτή που μιλά περισσότερο, και οι αισθήσεις που αναζωογονούνται από την καθαρότητα του βοριά. Τα ξέρει καλά τα χούγια αυτά ο κυνηγός και τα αποζητά, κάνει θυσίες για να σκύψει να πιεί νεράκι από την μικρή πηγούλα, αγκομαχά λιγότερο στην πτώση της ζωής μας, και με το χαμόγελο αυτό, το πλατύ και διάφανο, πώς να το κάνουμε, δίνει ελπίδα.



     Οι περισσότεροι κυνηγοί, είναι ακριβώς όπως αυτοί της φωτογραφίας, καθαροί άνθρωποι, που ξέρουν που πατάνε και που πηγαίνουν. Και γνωρίζουν καλά λέγοντας: «που να βρούμε τσίχλες;», αλλά η Φύση για εμάς που την σεβόμαστε και την αγαπάμε, μας θέλει κοντά της, να πατήσουμε το μοσχοβολημένο χώμα της, να κοιτάξουμε με δέος τον μακρινό ορίζοντα και να την υμνήσουμε με ταπεινότητα, αυτήν, το μόνο και αληθινό θαύμα της ζωής.  

     Υπάρχουν βέβαια και άλλοι κυνηγοί, σαν τους γουρουνάδες για παράδειγμα – που οι περισσότεροι δεν προλαβαίνουν να απαντήσουν πολλά μυστικά του δάσους. Νοιάζονται περισσότερο για το τώρα, βιάζονται θα’ έλεγα, αγχώνονται ίσως για τον κάπρο. Πράγματι, ο κάπρος είναι δύσκολη υπόθεση, απαιτεί άλλη τακτική. Αλλά είναι κυνήγι και αυτό – και δεν το χαίρονται όπως πρέπει οι γουρουνάδες, Τους ξεφεύγει η στιγμή – αυτή η μοναδική που βιώνουν όλοι οι άλλοι και που για χάρη της βρισκόμαστε όλοι στο βουνό.

     Το κυνήγι όμως τελείωσε, και η χρονιά ήταν πλούσια σε θηράματα – για εκείνους τουλάχιστον που κατάφεραν και βγήκαν με το όπλο στον ώμο τους. Γιατί, υπήρξαν και άλλοι κυνηγοί, χιλιάδες ίσως που δεν το κατόρθωσαν λόγω της οικονομικής δυστοκίας. Όλοι μας, ας ευχηθούμε, στην επόμενη κυνηγετική χρονιά, να δούμε στις λαγκαδιές και στα διάσελα και όσους φέτος δεν μπόρεσαν. Το κυνήγι είναι γιορτή της ζωής, μας θρέφει και μας καθαρίζει το πνεύμα – και στις δύσκολες εποχές μας, αν μη τι άλλο, ας κρατήσουμε καθαρό και αλώβητο το πνεύμα μας.

===============

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012. 

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΚΟΜΑΘ - Δελτίο Τύπου

Αδιάκοπη η παρουσία της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας Θράκης στους κυνηγοτόπους και τις απαγορευμένες για τη θήρα περιοχές και τον Ιανουάριο του 2012. Οι θηροφύλακες πραγματοποίησαν χιλιάδες ελέγχους και υπέβαλαν 37 μηνύσεις σε περιπτώσεις που διαπιστώθηκαν παραβάσεις του νόμου περί θήρας. Δράση που πραγματοποιήθηκε μέσα στις αντίξοες καιρικές συνθήκες του πιο δριμύ χειμώνα των τελευταίων χρόνων στη χώρα. Μάλιστα σε υγροτοπικές περιοχές κατασχέθηκαν πρόσφατα περισσότερα από 100 παράνομα θηρευθέντα παπιά, ενώ οι παραβάτες οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη.

      Παραβάσεις για τις οποίες οι θηροφύλακές μας είναι πάντοτε σίγουροι ότι έχουν λάβει χώρα, έχουν τις απαραίτητες αποδείξεις, χωρίς να βιάζονται να «καταδικάσουν» κάποιον άδικα.

     Σε αντίθεση με φύλακες άλλων φορέων που, χωρίς να έχουν τα απαραίτητα προανακριτικά καθήκοντα, και νομίζοντας ότι έχουν διαπιστώσει παραβάσεις τις διαλαλούν στο διαδίκτυο και σπιλώνουν φορείς και πολίτες χωρίς έλεος. Και «ξεγελάνε» και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις που και αυτές από την πλευρά τους άκριτα αναμασούν φήμες, απλά και μόνο για να ικανοποιήσουν το αντικυνηγετικό τους μένος. Για να τους αδειάσει στη συνέχεια η ίδια η Δασική Υπηρεσία και το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Κυνηγετικοί Σύλλογοι – δράσεις και αντιδράσεις …


Τώρα που «λύσαμε» το χρόνιο πρόβλημα της λαθροθηρίας εν Ελλάδι, ας πιάσουμε τους Κυνηγετικούς Συλλόγους και τους σκοπούς τους.

      Πολλοί ισχυρίζονται ότι «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι». Ξεκινώντας αντίθετα, λέω ότι το ψάρι βρωμάει από τα χαμηλότερα και στη ανοδική πορεία της βρώμας μολύνεται ολόκληρο το σώμα – φυσικά και το κεφάλι. Αν θέλουμε δηλαδή να αναζητήσουμε την αιτία της σαπίλας και της διαφθοράς, ή ακόμα και να σταματήσουμε τη μόλυνση, αναγκαστικά θα ξεκινήσουμε από τα χαμηλότερα στρώματα, από τη βάση – για να χρησιμοποιήσουμε πολιτικό όρο που είναι και της μόδας. Και ποιοι αποτελούν τη βάση; Ο όχλος φυσικά, η μάζα – αυτή η άρρωστη πλευρά της κοινωνίας μας (των κυνηγών επί του προκειμένου) που δεν διαφέρει από την πολιτική μάζα, ή αν θέλετε ακόμα και από την περίφημη «κοινή γνώμη».

      Στα θεμέλια του οικοδομήματος μπήκαν φτηνά υλικά, σαθρά, που κάποια στιγμή συμπαρασύρουν το όλο έργο -  που ας σημειωθεί, δούλεψαν γι’ αυτό και υγιείς δυνάμεις για να το στεριώσουν. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι δύσκολη υπόθεση να ξεχωρίσεις (τουλάχιστον στην αρχή) την ήρα από το στάρι. Στην πορεία του χρόνου όμως, βλέπεις, ακούς, μαθαίνεις, αποκτάς ιδία άποψη για το κάθε τι του οικοδομήματος. Από το σημείο αυτό και μετά, αρχίζουν και οι ευθύνες των υγιών δυνάμεων του χώρου μας. 

      Εύκολα, πολύ εύκολα, μια παρέα δέκα ατόμων μπορεί να φτιάξει ένα Κυνηγετικό σύλλογο, ένα οποιοδήποτε σύλλογο. Ένα χαρτί χρειάζεται και υπογραφές, αντιγράφεις ένα καταστατικό άλλου συλλόγου, προσθέτεις ή αφαιρείς κατά το δοκούν, και να, έτοιμος ο σύλλογος. Βγαίνει και το προεδρείο άκοπα, αγοράζεται και μια σφραγίδα με την Άρτεμις ή με ένα σκύλο, δηλώνονται τα γραφεία και τα τηλέφωνα – και ένας ακόμα σύλλογος αποκτά υπόσταση, λόγο στα κυνηγετικά δρώμενα, στέλνει εκλεκτόρους στην Ομοσπονδία της περιοχής του – και αρχίζει ένα παιχνιδάκι που σε πολιτικούς πάλι όρους, το ονομάζουν πελατειακό. 

      Για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχουν πάρα πολλοί σύλλογοι στην Ελλάδα με σπουδαίο έργο, που κουράζονται για το κυνήγι γιατί το πιστεύουν, γιατί το θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, γιατί βλέπουν σε αυτό τη διαφυγή προς την αληθινή ζωή, τη φυσική. Και Ομοσπονδίες άξιες λόγου υπάρχουν με έργο στέρεο στη πλάτη τους και με προσπάθεια συνεχή. Αυτά δεν τα παραβλέπουμε διότι θα αδικούσαμε προσπάθειες αξιέπαινες και δεν επιζητούμε κάτι τέτοιο. 

       Σκοπός του σημειώματος αυτού είναι να θίξει τους νεκρούς συλλόγους που υπάρχουν μόνο για τις εκλογές τους, για να αλλάζουν κρυφά προεδρεία, και να ασκούν μέσα από πελατειακές σχέσεις με ανώτερες βαθμίδες μια πολιτική που όχι μόνο δεν βοηθά το κυνήγι αλλά απεναντίας το επιβουλεύεται με κάθε τρόπο. Και για να το προχωρήσω λίγο ακόμα, μέσα από τις τάξεις των νεκρών συλλόγων κινούνται και οι περισσότεροι παράνομοι κυνηγοί. 

        Στην παρακμιακή κατάσταση τέτοιων συλλόγων, έχει συμβάλλει με τη στάση της και η Πολιτεία (αυτή η μεγάλη ασθενής), αφού τα μάτια της – τα κατά τόπους Δασαρχεία, είτε δεν αξιολογούν σωστά, είτε αδιαφορούν – και μάλλον το δεύτερο συμβαίνει. Το κυνήγι και η εκπροσώπησή του, είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων που εμπλέκονται σε αυτόν σύλλογοι, Ομοσπονδίες, Δασαρχεία κτλ. 

        Το θέμα των νεκρών συλλόγων ας το αξιολογήσουν οι Ομοσπονδίες κατά πρώτο λόγο και η ΚΣΕ κατά δεύτερο, και ας αποφασίσουν αν συμφέρει το κυνήγι η ύπαρξη τους, και αν ναι, που το βοηθά – εκτός βέβαια από εκλέκτορες που δίνουν και που οι ψήφοι τους πηγαίνουν σε πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα – επιβλαβή κατά κανόνα για του κυνηγίου τα πράγματα – και μολύνεται όπως προείπα σταδιακά το «σώμα και το κεφάλι». 

       Καλώς ή κακώς, έχουμε υποχρέωση να αναθεωρήσουμε πολλά κακώς κείμενα που δημιουργήθηκαν στο κυνήγι μας σε περιόδους «ευδαιμονισμού» και σκάνε τώρα και αυτά σαν τις φούσκες της πολιτικής και οικονομικής ζωής μας. Ας μας εξηγήσει κάποιος, τι χρειάζονται αλήθεια σύλλογοι που ποτέ δεν προέβησαν σε δράσεις κυνηγετικές, ποτέ δεν έδωσαν λόγο σε κανένα για την απραξία τους, και λειτουργούσαν (και λειτουργούν) σαν μια κλειστή παρέα, που για λόγους πονηρούς και μόνο, θέλησαν να δώσουν όνομα στις σκέψεις τους – και γυροφέρνουν στους καφενέδες την σφραγίδα τους – αφού δεν είναι άξιοι να συντάξουν ένα απλό κείμενο και να δικαιολογήσουν εν μέρει την ύπαρξή τους. 



===================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012.