Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Πλούτος ...

Ξύπνησα πάλι πρωί, ως συνήθως. Έριξα παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου, έπλυνα τα δόντια μου, άνοιξα τα παράθυρα του σπιτιού να έλθει φως και φρέσκος αέρας. Έβρεχε, ο ουρανός ήταν σκούρος, βαρύς, η βροχή έπεφτε με δύναμη και είχε ρυθμό. Μου άρεσε αυτή η εικόνα.

Ήπια νερό παγωμένο κι άναψα τη φωτιά σιγά για τον καφέ μου. Μέχρι να ψηθεί ο καφές, έκοψα ένα μικρό κρεμμύδι, λίγο τυρί, έβαλα στο πιάτο μερικές ελιές, πήρα το λάδι κι έβαλα μια κουταλιά, ίσως και παραπάνω στο πιάτο. Το ψωμάκι ψηνόταν στην τοστιέρα όσο να πάρει χρώμα.

Έγινε ο καφές και από ψηλά τον άδειασα στην κούπα μου – ήταν διπλός, έβαλα πάλι νερό παγωμένο και ήπια και κάθισα να βάλω δυό μπουκιές στο στόμα μου. Δεν υπήρχε βιάση, όλες οι κινήσεις ήταν αργές. Έξω η βροχή δυνάμωνε.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε η κοινωνία αυτή. Σηκώθηκα κι έπλυνα το πιάτο, έβαλα πάλι νερό στο ποτήρι, και μαζί με τον καφέ μετακόμισα στο γραφείο μου, στα βιβλία μου και στις μουσικές μου. Άνοιξα τον υπολογιστή κι έπεσα επάνω σε αυτό. Δυνάμωσα λίγο τα ηχεία και τράβηξα την πρώτη γουλιά από τον καφέ. Άναψα τσιγάρο και κοίταξα έξω την βροχή να τραγουδά του καλού καιρού.

Χωρίς να κάνω τίποτα ένιωθα όμορφα. Χωρίς να σκέφτομαι το παραμικρό, ένα όμορφο ρίγος, ελαφρύ, με διαπερνούσε.

Έξω ο καιρός ήταν κρύος. Μέσα όλα ήταν ζεστά. Πλούτος ...