Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Οι πρώτες βοήθειες …

Πολύ καιρό είχα να πάρω την εθνική οδό Παρασκευή πρωί για το χωριό. Η κίνηση λιγοστή, οι ταχύτητες μεγάλες – πέραν των ορίων. Τρέχει πολύ ο κόσμος στους δρόμους, βιάζεται να συμπληρώσει το προσδόκιμο όριο της ζωής του.

Η δική μου η «γριά» παρ’ ότι κουβαλά στην πλάτη της 260.000 χλμ, (όσοι και οι κυνηγοί της ΚΣΕ!) ακούει στα γκάζια – αλλά για ποιο λόγο να ανεβάσω στροφές; Δεν με κυνηγά κανείς και το ταξίδι μου το θέλω στέρεο, με την καλή μου μουσική, με τα χρώματα της εποχής, με τη σιγουριά της στροφής.

Η καταχνιά και η απαλή βροχή όταν έφτασα στην «αετοφωλιά» έδιναν εικόνες απόκοσμες – αυτές που δίνουν χαρά σε μένα και φόβο στην «πάλαι ποτέ φαρμακοποιό». Τότε, ανάμεσα στο «δούναι και λαβείν» της αγάπης που την σταμάτησε η δύσκολη ώρα, μου χάρισε η κόμησα ένα πλήρες φαρμακείο – φτιαγμένο από τα χεράκια της. Μέχρι και ορό για αλλεργικό σοκ είχε, τόσο πλήρες ήταν.

Ο ορός ευτυχώς δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιηθεί, όμως τα υπόλοιπα χρήσιμα φάρμακα για τις πρώτες βοήθειες, έδωσαν άμεσες λύσεις στα προβλήματα του κυνηγίου στο βουνό.

Όταν ο αστυνόμος έκοψε βαθιά το χέρι του από ένα καπρί που χρειάστηκε να το ανοίξουμε στον κυνηγότοπο για να φύγει η καπρίλα και να πάει ασφαλές στο στέκι μας, το φαρμακείο της κόμησας σταμάτησε την μεγάλη αιμορραγία, με το οξυζενέ, το ιώδιο, τις γάζες και τις αλοιφές. Σε χρόνο ρεκόρ.

Όταν ένα ξύλο καρφώθηκε στο μάτι του αρχηγού και το αίμα έρρεε σαν το νεράκι της πηγής, πάλι η κόμησα με τις οδηγίες της έσωσε την κατάσταση και φτάσαμε στο νοσοκομείο ήσυχοι για το αποτέλεσμα της λαβωματιάς.

Είχε βέβαια την έφεση η κόμησα να σου δίνει ή να σου προτείνει συνέχεια φάρμακα, μα ο σκοπός ήταν καλός, ιερός. «κρυωμένος είσαι; πάρε το τάδε, τι έχεις; πονοκέφαλο; πάρε το δείνα» και ούτω καθ’ εξής. Ποτέ δεν ενέδωσα στα φάρμακα που μου πρότεινε. Όμως ακολούθησα με ευλάβεια τις οδηγίες της στα προβλήματα τραυματισμών που προέκυπταν.

Ήμουν τυχερός που είχα την «φαρμακοποιό μου». Αυτή με έμαθε να χρησιμοποιώ το φαρμακείο που έχω πάντοτε μαζί μου. Πολλοί όμως συνάδελφοι κυνηγοί δεν έχουν την ίδια με εμένα τύχη, και δυστυχώς οι μικροτραυματισμοί στο βουνό χρειάζονται πρώτες βοήθειες. Δεν είναι ότι θα σώσουν ζωές – που και αυτό μπορεί να συμβεί, μα κυρίως θα γίνει η μεταφορά στο πλησιέστερο κέντρο υγείας ή νοσοκομείο με περισσότερη ασφάλεια.


«Οι πρώτες βοήθειες» θα μπορούσαν να ήσαν ένα πολύ διδακτικό μάθημα από τους αρμόδιους κυνηγετικούς συλλόγους, χρήσιμο και επιβεβλημένο. Να καθόμασταν στο θρανίο και να ακούγαμε ένα γιατρό να μας μιλούσε για πάρα πολλά πράγματα πρώτης ανάγκης. Μία, δύο, και τρείς φορές κατ’ έτος να υπάρχουν ανάλογα σεμινάρια από εξειδικευμένους επιστήμονες – ο καθένας στο γνωστικό του αντικείμενο. Και να πηγαίνουμε στο βουνό γνωρίζοντας δυό ακόμα χρήσιμα και ωφέλιμα πράγματα. Αλλά ποιος νοιάζεται; Οι σύλλογοι; Οι κυνηγοί;

Στο βουνό καιροφυλακτούν πλείστοι όσοι κίνδυνοι, από ένα απλό στραμπούληγμα, έως και μία ανακοπή καρδιάς. Γιατί να μην γνωρίζουμε μέσα από τους συλλόγους μας δυό δράμια πράγματα που θα σώσουν τον φίλο μας ή τον συνάδελφο ή ακόμα και εμάς τους ίδιους;

Μα είναι υποχρεωμένοι κυνηγετικοί σύλλογοι να μου μάθουν εμένα τις πρώτες βοήθειες; Δεν ξέρω. Θα μπορούσαν όμως, ανάμεσα στις άλλες εκφάνσεις τους οι σύλλογοι να εντάξουν ακόμα και αυτές, ακόμα και πολλά άλλα, να γίνουν στην ουσία σύλλογοι πρωτοπόροι της πάσχουσας κοινωνίας μας – σύλλογοι για παράδειγμα στους χαλεπούς καιρούς μας.

Αστεία πράγματα ε; Μάλλον. Έχουν σοβαρότερα ζητήματα να λύσουν οι συνδικαλιστές μας, έχουν ένα «εχθρικό υπουργείο», έχουν να χαράξουν την πολιτική που χάριν της «έχουμε κερδίσει τόσα πολλά», έχουν τις εκλογές των Ομοσπονδιών και της ΚΣΕ που πρέπει «πάση θυσία» να συνεχίσουν τα ίδια πρόσωπα το «θεόσταλτο έργο τους», έχουν πάρα πολλά, μονάχα για εμάς που τους «ταΐζουμε» δεν έχουν …

=========================================

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010.
=========================================

Από σήμερα και κάθε Τετάρτη, θα φιλοξενούμε σε κάθε άρθρο μας από ένα σκίτσο, του καλού μας φίλου Γιώργου Σγούρδου, γιατρού, που ζει και εργάζεται στην Γενεύη Ελβετίας. Τον Γιώργο Σγούρδο τον βρίσκεται επίσης στο blog «Σκαριφήματα που δεν θ’ αλλάξουν τον κόσμο». Τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα για την συνεργασία αυτή.

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Σπάνιες Εορταστικές Συνταγές …

Ρέει ο γραπτός λόγος κάθε χρόνο για τα εδέσματα που θα γευτούμε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Και ο λόγος, γεμίζει σελίδες περιοδικών gourmet, προτάσεις διαφόρων γνωστών και άγνωστων σεφ.

Μακραίνει πολύ ο κατάλογος αν έχει κανείς κέφι και χρόνο για να ψάξει να βρει την «καλύτερη συνταγή» την νοστιμότερη, που θα βάλει στο πιάτο του τις γιορτινές ημέρες. Όλα τα Μέσα στη διάθεση μας, εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες, blogs, forums συνταγών – ακόμα και οι συνταγές της ελληνικής τηλεόρασης – που ο θεός με βοήθησε και την κατάργησα από την ζωή μου τα τελευταία 8 χρόνια – και μένω «ανημέρωτος» και ευτυχισμένος.

Γαλοπούλα γεμιστή, αγριογούρουνο σαλμί, λαγός με σάλτσα σκόρδου, είναι μερικές από τις συνταγές που ακούγονται συχνότερα στους γιορτινούς καιρούς. Και φυσικά πολλοί συνάνθρωποι μας γεύονται τις θεσπέσιες αυτές συνταγές συνοδεύοντας τες με το ανάλογο κρασί.

Εμείς όμως, σαν αιρετικοί που είμαστε και δεν μας ικανοποιούν οι γνωστές γεύσεις – αφού επί της ουσίας τις έχουμε δοκιμάσει ξανά και ξανά, θα προτείνουμε για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μερικά διαφορετικά εδέσματα, μη ξεχνώντας πως απευθυνόμαστε κυρίως σε κυνηγούς που είναι συνήθως καλοφαγάδες. Γιατί οι κυνηγοί - γουρουνάδες, λαγάδες, πουλάδες, του βάλτου και της ορεινής πέρδικας, τα νοστιμότατα κυνήγια τους τα έχουν χαρεί με ποικιλία συνδυασμών και συνταγών.

Ας κάνουμε όμως μία μικρή αναδρομή μερικές δεκάδες χρόνια πίσω, τότε που η ανέχεια χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία στην πλειοψηφία της.

Στις μεγάλες πόλεις και ειδικότερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, παραμονές των Χριστουγέννων περνούσε από τις λαϊκές γειτονιές (σαν μακρινό όνειρο) με το κοπάδι του ο τσοπάνος που έκτρεφε γαλοπούλες. Οι γαλοπούλες αυτές ήταν συνήθως ελεύθερης βοσκής και έβρισκαν χορτάρι και καρπό στα δάση πέριξ του οικιστικού ιστού. Ναι, κάποτε η Αθήνα είχε και δάση!

Περνούσε το κοπάδι με τις γαλοπούλες από τις γειτονιές και έβγαιναν στους δρόμους οι σπιτονοικοκυρές να διαλέξουν το καλύτερο «ζωντανό», να παζαρέψουν την τιμή του και να βάλουν στην αυλή τους την γαλοπούλα. Στη συνέχεια δουλειά έπιανε το μαχαίρι και η τέχνη της σπιτονοικοκυράς ή του σπιτονοικοκύρη και έφτανε στο γιορτινό λιτό τραπέζι η φρέσκια γαλοπούλα. Το έθιμο αυτό πότε εμφανίστηκε στην Ελλάδα και γιατί, μην με ρωτήσετε, δεν ξέρω, προφανώς όμως υιοθετήθηκε από την ελληνική κοινωνία - όπως και τόσα άλλα πράγματα που τελικώς τα «ελληνο-ποιήσαμε».

Αντίθετα με τις πόλεις, στην επαρχία – έτσι την ονομάζαμε παλαιότερα την περιφέρεια, και ειδικότερα στην Πελοπόννησο που γνωρίζω καλύτερα, οι οικογένειες στα χωριά παραμονές Χριστουγέννων έσφαζαν τα οικόσιτα γουρούνια και έφτιαχναν το περίφημο παστό. Σε άλλες περιοχές το λένε και σύγκλινο. Άλλοι πάλι το οικόσιτο γουρούνι το έσφαζαν στις Απόκριες.

Η προετοιμασία του παστού, ήταν για την οικογένεια πραγματική μυσταγωγία και συμμετείχε στην διαδικασία αυτή το κάθε μέλος της – ο παππούς και η γιαγιά μέχρι το παιδάκι που η περιέργειά του το έκανε πολύτιμο βοηθό στην οικογενειακή ιεροτελεστία. Μην με ρωτήσετε πότε εμφανίστηκε η συνήθεια αυτή, δεν θα απαντήσω με ακρίβεια – θεωρώ όμως ότι έρχεται από την αρχαιότητα επειδή η ανάγκη την επέβαλε. Η ανάγκη για την επιβίωση.

Οι άντρες της οικογένειας έσφαζαν το γουρούνι και ακολουθούσε η διαδικασία της αφαίρεσης του τομαριού – ότι ακριβώς κάνουμε κι εμείς με τα δικά μας αγριογούρουνα.

Σήμερα, θα φτιάξουμε παστό αγριογούρουνο για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Την καλύτερη συνταγή στον αιώνα των αιώνων, μακριά από μάγειρες περιωπής - με σύμβουλο πολύτιμο μονάχα τον χρόνο – γιατί αυτός είναι που καθορίζει αν μία συνταγή εν τέλει αξίζει να υπάρχει ή όχι στο διηνεκές.

Διαδικασία

Τεμαχίζουμε το αγριογούρουνο σε μικρά κομμάτια και τα τοποθετούμε στο καζάνι (λεβέτι) που είναι στη φωτιά γεμάτο με νερό.

Βράζουμε πολύ καλά το κρέας – και θα χρειαστούμε πολλές ώρες πάνω από το καζάνι να το γυρίζουμε με την κουτάλα. Παράλληλα ρίχνουμε αλάτι χοντρό ώστε να γίνει αλμυρό, και συνεχίζουμε να ανακατεύουμε.

Όταν, έπειτα από ώρες βράσης πιεί τα υγρά του, το βγάζουμε και το τοποθετούμε σε άλλο λεβέτι. Ρίχνουμε μέσα σε αυτό λάδι και το καλά βρασμένο κρέας – οπότε αρχίζουμε σιγά – σιγά να το τσιγαρίζουμε. Ρίχνουμε και λίγα κανελλο- γαρίφαλα αν θέλουμε, μερικές πορτοκαλόφλουδες και ένα – δυό κρεμμύδια. Συνεχίζουμε να γυρίζουμε με την κουτάλα το μείγμα μέχρι να ροδίσει καλά. Βγάζουμε το κρέας.

Όταν τελειώσει η επίπονη αυτή διαδικασία, αφήνουμε το κρέας να κρυώσει. Σε αυτό το μακρύ διάστημα της αναμονής, η οικογένεια δοκιμάζει τον κόπο της στον σοφρά καταναλώνοντας άφθονο κόκκινο κρασί. Από το τσιμπούσι σηκωνόμαστε μόνο όταν το κρέας μας έχει την θερμοκρασία που θέλουμε. Καταλαβαίνουμε όλοι μας τι ποσότητες οίνου ευφραίνουν την καρδιά μας.

Στη συνέχεια, παίρνουμε το καθαρό κιούπι (μερικοί χρησιμοποιούν «λάτα» – μεταλλικό δοχείο σαν και αυτό που χρησιμοποιούμε για το λάδι) και τοποθετούμε στην βάση του μία στρώση αλάτι χοντρό. Κατόπιν, γεμίζουμε αργά το κιούπι με το κρέας και στη συνέχεια το σφραγίζουμε. Το τοποθετούμε σε θερμοκρασία δωματίου - κάπου δηλαδή δροσερά.

Για το θεσπέσιο αυτό έδεσμα το ιδανικό μέρος για την παρασκευή του είναι φυσικά το χωριό, το σπίτι μας με τον μεγάλο αυλικό χώρο, και με όλες τις ανέσεις που προϋποθέτει η δημιουργικότητα στην αγκαλιά της φύσης.

Προτείνεται αγριογούρουνο που θηρεύεται στην αρχή της κυνηγετικής περιόδου και έχει στο σώμα του περισσότερο λίπος απ’ ότι στην συνέχεια του κυνηγίου. Στα οικόσιτα γουρούνια δεν χρησιμοποιούσαν λάδι στο τσιγάρισμα αλλά το ίδιο το λίπος του ζώου.

Το έδεσμα είναι έτοιμο για βρώση. Το προτείνω με την συνοδεία λαχανικών εποχής – και αν θέλετε, με βραστό λάχανο.


Πρωτοχρονιάτικη συνταγή

Επειδή όπως προανέφερα είμαι αιρετικός, για την ημέρα αυτή δεν θα δώσω κυνηγετική συνταγή αλλά μία άλλη – ταπεινή, που την συνήθιζαν εκτός από τα μέρη μου και σε περιοχές της Θεσσαλίας απ’ ότι γνωρίζω.

Έχουμε λοιπόν Κότα με κοτόσουπα

Συγκρατηθείτε, μιλάμε για θεϊκό έδεσμα - και αναφέρομαι σε εσάς που βιαστήκατε να δηλώσετε την αποστροφή σας στο άκουσμα της κότας. Άλλο κόκορας αλανιάρης, άλλο αλανιάρα κότα - την διαφορά όλοι μας τη γνωρίζουμε !.

Επιλέγουμε οπωσδήποτε την παχιά κότα από το χωριό και επ’ ουδενί από το εμπόριο. Το γιατί, όλοι μας το ξέρουμε – οι τροφές που καταναλώνει η κότα στο χωριό, σε περιβάλλον ελευθερίας, την καθιστούν μοναδική στη γεύση. Η κότα του εμπορίου, μπαϊλντισμένη από τις ζωοτροφές – στα δηλητήρια δηλαδή της διατροφικής αλυσίδας μας, έχει γεύση άχυρου και ουχί κότας.

Διαδικασία

Μαδάμε την κότα καλά και την καψαλίζουμε στη φωτιά για να φύγουν όλα τα υπολείμματα από τις φτερούγες της.

Την τοποθετούμε στην κατσαρόλα που έχει αρκετό νερό και αρχίζουμε να την βράζουμε σε σιγανή φωτιά. Την αλατίζουμε σωστά. Κάθε τόσο, με ένα κουτάλι ξαφρίζουμε και καθαρίζουμε την επιφάνεια του νερού ώστε αυτό να μένει πάντοτε καθαρό.

Όταν η κότα βράσει καλά, την αφαιρούμε από την κατσαρόλα και αφήνουμε σε αυτήν μονάχα το νερό που έχει ήδη πάρει όλο το λίπος της κότας.

Στον ζωμό πλέον της κότας ρίχνουμε ρύζι – ανάλογα με τα γούστα μας και αφήνουμε να σιγοβράσει το μείγμα. Όταν η σούπα μας είναι έτοιμη, ρίχνουμε μέσα αυγολέμονο αν μας αρέσει ή απλά δεν ρίχνουμε τίποτα.

Την σερβίρουμε στα πιάτα - και την κότα σε μία μεγάλη πιατέλα.


Καλή μας όρεξη …



Καλές Γιορτές σε όλους του κυνηγούς και στην ομάδα μου.

Καλές Γιορτές στον Ελεύθερο Τύπο και στην δημοσιογραφική ομάδα του περιοδικού «Κυνήγι» που νομίζει πως έχει να κάνει με «σοβαρό» αρθρογράφο!.

=============================================
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010.

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Την Τετάρτη αυτή, ένα εορταστικό κυνηγετικό περιοδικό διαφορετικό από τ' άλλα......


Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Σπάλα καπρίσια – κορμιά φιδίσια …

Η κυνηγετική περίοδος μέχρι τώρα τουλάχιστον κυλά ομαλά. Ελπίζω να τελειώσει δίχως τα περσινά παρατράγουδα, χωρίς «πολεμικά ανακοινωθέντα» και να φτάσει ο καιρός να κρεμάσουμε τα όπλα μας μέχρι την επόμενη φορά.

Κάποιοι όμως δεν «ξεκουράζονται» ποτέ, δεν το σταματάνε το ευλογημένο το κυνήγι και τα όπλα τους τα έχουν πάντα ανά χείρας. Σαν τους τυχοδιώκτες commandos που σφάζουν ανελέητα ανά τον κόσμο στο όνομα «του ισχυρού».

Οι δικοί μας οι τυχοδιώκτες βέβαια, δεν «χαλάνε» ανθρώπους μα την πανίδα της χώρας μας. Μακριά από Νόμους και διατάξεις – ίσως να έχουν και κάποιον «κολλητό πολιτικό φίλο» για την «κακιά ώρα» και η δουλειά κινείται κατά πως πρέπει.

Τα περισσότερα κυνήγια του σκότους, εκτός από τα ταβερνεία περιωπής καταλήγουν και στην κατσαρόλα «πολιτικών ή άλλων φίλων» που έχουν όνομα καλό και δύναμη στις τοπικές κοινωνίες. Παλιός λαθροθήρας που είχε φιλοξενήσει το περιοδικό μας συνέντευξή του πριν καιρό, μου έλεγε of the record: «να γνώριζες μονάχα πόσους και ποιους είχα ταΐσει τον παλιό καιρό της λαθροθηρίας, δεν θα πίστευες στα αυτιά σου. Τι σημαίνοντα πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας, τι διευθυντάδες του κρατικού μηχανισμού, τι κομματικούς φίλους. «Χαλάλι τους» όμως γιατί στις δύσκολες στιγμές «αυτοί μου βρέθηκαν», αυτοί με έσωσαν από τα χειρότερα».

Συμβαίνουν αυτά στην αγία μας κοινωνία. Όλα συνηθίσαμε να τα κάνουμε κάτω από το τραπέζι, στο ημίφως που η αχτίδα φωτός φτάνει χλωμή. Και αν κάποιος μιλήσει καθαρά και φωνάξει τη γνώμη του, το ίδιο το σύστημα θα τον πετάξει, θα τον χαρακτηρίσει «γραφικό», «τρελό», «ιδιοτελή» και ένα σωρό λόγια της συμφοράς για να κόψει την δύναμη του λόγου της αλήθειας.

Δεν ξέρω αν «τα καλύτερα παιδιά γύρισαν στο σπίτι» που τραγουδούσε κάποτε η Ελλάδα που έβγαινε από τις πληγές της, μα και αν δεν γύρισαν στο σπίτι, η δύναμη τους εξαντλήθηκε από τα αργύρια που αλλάζουν χέρια κάτω από το τραπέζι. Και αν δεν είναι αργύρια ίσως να είναι καμιά σπάλα καπρίσια.

Η παρανομία βρίσκεται παντού, από το κυνήγι θα λείψει; Ποιοι είμαστε; Μήπως εξέχοντα μέλη μιάς ιδεατής κοινωνίας; Αστεία πράγματα. Η παρανομία, σε όποια κατηγορία και αν την εντάξουμε, σπάνια θεραπεύεται. Είναι σαν τον καρκίνο, αν τον έχεις σπάνια απαλλάσσεσαι από αυτόν.

Γι’ αυτό λένε για τον καρκίνο πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν στην πρόληψη. Τον είδες στην αρχή του; Τον πολεμάς, δεν εξαπλώνεται, παλεύεις και καθαρίζεις. Το ίδιο μόνο μπορεί να γίνει και με το κυνήγι – πρόληψη – που σημαίνει κυνηγετική παιδεία. Να μαθαίνει ο άνθρωπος από την παιδική του ηλικία τα πάντα για το κυνήγι, από την νηπιακή ηλικία του ακόμα. Να μαθαίνει ο παιδαγωγός στο παιδάκι πέρα από τις πανέμορφες πεταλούδες και τα ναζιάρικα σκιουράκια και τον πόλεμο που γίνεται στην φύση ανάμεσα στο δυνατό και στο αδύνατο.

Το παιδί της πόλης σήμερα, που ξέρει την πανίδα από την τηλεόραση και τα ντοκιμαντέρ, πιστεύει ότι εκεί έξω, είναι όλα όμορφα – αμ δεν είναι – δύσκολα και επικίνδυνα είναι – που το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό – η τίγρης κατασπαράζει το ελάφι, το αδύναμο φύλλο πέφτει από τον ισχυρό άνεμο, η Άνοιξη διαλύει τον πάγο και γιομίζει τα ρέματα – και γενικώς η βία είναι μία φυσικότατη λειτουργία που άλλους τους τρομάζει και άλλους τους κάνει και σκέφτονται.

Ας σκεφτούμε - και μαζί με εμάς και οι συνδικαλιστές της παρέας μας (Πάνα μου σχώρα με!), πως θα εντάξουμε το κυνήγι σαν μάθημα στα σχολεία – να μαθαίνει το μικρό παιδί από νωρίς τι ακριβώς συμβαίνει «εκεί έξω» και να αποκτήσει μεγαλώνοντας πλήρη συνείδηση του τι εστί φύση – που ασφαλώς δεν είναι μονάχα ο άθλιος λαθροθήρας μα μια αλληλουχία πραγμάτων που ενώνοντας τα έχουμε τον ορισμό της ζωής.

Την «Ζωή» μπορούμε να την δούμε και σαν μία ωραία γυναίκα, με τα πλούσια κάλλη της (τι σκέφτομαι σήμερα;) τους χυμούς της, το φιδίσιο κορμί της και να θελήσουμε να την απολαύσουμε. Λένε πολλοί πως το παράνομο είναι «πιο γλυκό», εγώ θα ‘λεγα πως το νόμιμο είναι πιο υγιές …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Κάθε Τετάρτη


Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Οι «μαγεμένοι» τόποι …

Οι Τόποι για το κυνήγι του αγριόχοιρου είναι συνήθως «πιασμένοι» από την αρχή της σαιζόν. Συνήθως η κάθε ομάδα έχει ένα – δύο τόπους που προτιμά και επιλέγει σε κάθε κυνηγετική έξοδο.

Πολλές είναι όμως οι ομάδες που δένονται με τον Τόπο, τον συνηθίζουν, τον μαθαίνουν – και πάρα πολύ δύσκολα θα τον αφήσουν – και μόνο αν για μέρες αρκετές δεν βρουν θήραμα σε αυτόν. «Όσο ζω και κυνηγώ, από τον Τόπο αυτό δεν θα φύγω ποτέ», μου έλεγε πρόσφατα κυνηγός και αρχηγός ομάδας από την περιοχή της Πάτρας. «Το κυνήγι για την παρέα μου είναι άρρηκτα δεμένο με την περιοχή αυτή – αφού σε αυτήν κοιμόμαστε από βραδύς, ανάβουμε τη φωτιά μας, ψήνουμε στη θράκα το φαγητό μας και το ρόφημα μας, έχουμε συνηθίσει τη μυρωδιά του σπάρτου».

Καταλαβαίνω πολύ καλά τα λόγια του φίλου κυνηγού, αφού και η δική μας ομάδα, μα και όσες άλλες ξέρω, έχουν τις ίδιες συνήθειες. Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι ίδιες παρέες που κυνηγούν ανά περιοχή, ανταλλάσουν τηλέφωνα, μιλάνε ο ένας στην συχνότητα του άλλου όταν προκύπτει κάποια ανάγκη, και γενικώς η καλή γειτονία ωφελεί το ίδιο το κυνήγι.

Δεν απουσιάζουν και οι παρεξηγήσεις που συνήθως γεννιούνται από εκείνους που κυνηγάνε περισσότερο το κρέας παρά πάνε για την ουσία του κυνηγίου. Έχει συμβεί λίγες φορές – και πιστεύω όσο περνά ο καιρός να ελαχιστοποιούνται οι περιπτώσεις που φίλιες και γειτονικές ομάδες έρχονται σε προστριβές για ψύλλου πήδημα ουσιαστικά.

Η εντοπιότητα στο παρελθόν έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε προστριβές ομάδων. Γρήγορα όμως ξεπεράστηκε η παράμετρος αυτή αφού στην πράξη δεν βοήθησε το κυνήγι. Προστριβές επίσης στους Τόπους δημιούργησε στο παρελθόν και η μεγάλη ομάδα – εκείνη που ο αριθμός της ξεπερνούσε τα τριάντα και σαράντα μέλη. Ο χρόνος όμως τις λίγες αυτές πολυμελείς ομάδες τις διέλυσε – αφού, κακά τα ψέματα, όλα στην περίπτωση αυτή γινόντουσαν «παρά φύση».

«Να σου πω ένα παράπονο που έχω από τις γειτονικές ομάδες;» με ρώτησε ο ίδιος κυνηγός από την Αχαΐα. «σπάνια θα με ειδοποιήσει κάποιος συνάδελφος για τα σκυλιά μας, δεν μπορεί να χάνονται και κανείς να μην τα βλέπει ή έστω να τα ακούει. Γιατί εσείς πέρυσι ψάχνατε μαζί μας επί μία εβδομάδα για τα δυό σκυλιά μας που είχαμε χάσει και άλλοι δεν μας παίρνουν τουλάχιστον ένα τηλέφωνο;». Εύλογες οι απορίες του συνάδελφου και γείτονα - και δικές μας – αφού και εμείς έχουμε περιπλανηθεί για μέρες πολλές, για εβδομάδες προς ανεύρεση των σκυλιών μας.

Τα προβλήματα στο κυνήγι του αγριόχοιρου, τουλάχιστον στην Πελοπόννησο θεωρώ ότι είναι περισσότερα από της υπόλοιπης Ελλάδας – και αυτό γιατί, το συγκεκριμένο κυνήγι, ακόμα δεν έχει ενηλικιωθεί, δεν έχει πολλά χρόνια στην πλάτη του, αφού άρχισε κάπου στο 1996.

Σήμερα, που δημιουργείται η γνώση και στο κυνήγι αυτό – στην Πελοπόννησο, μαθαίνουμε τα χούγια του – και συνεχίζουμε να μαθαίνουμε κάθε μέρα. Μοναδικό κυνήγι το καθιστά εξάλλου ο τρόπος, το αναπάντεχο, το καινούριο, το απρόσμενο. Παράλληλα με το κυνήγι αυτό συνηθίζουμε να μαθαίνουμε και τους γείτονες μας κυνηγούς, εμείς τις συνήθειες τους και αυτοί τις δικές μας. Τα δεδομένα που συνεχώς έχουμε μπροστά μας και συνεχώς μεγαλώνουν, όφελος και κέρδος είναι για όλους μας.

Όλα στο κυνήγι μας ξεκινάμε και τελειώνουν από τους «Τόπους». Μία ομάδα ερωτεύτηκε τα σπάρτα, η άλλη το πουρνάρι, μία άλλη τις ευκολίες του ελάτου, μια τέταρτη την γλυκύτητα της ποταμιάς. Ότι Τόπο επιλέγει μία ομάδα, τον μαθαίνει καλά και γι’ αυτό τον λατρεύει. Τον έχει σαν το σπίτι της, ξέρει που θα πιεί νεράκι, έχει συγκεκριμένο σημείο που θα βάλει τη θράκα, γνωρίζει καλά τα απάγκια από τα χτυπήματα του βοριά. Για τον κυνηγό, «ο Τόπος του», είναι το δεύτερο σπίτι του – για να μην πω το πρώτο.

Αν μάθει η κάθε ομάδα να συλλέγει και τους κάλυκες της, τα σκουπίδια της, και γενικώς να μην ρυπαίνει το «σπίτι της», «ο Τόπος της» θα της ανταποδώσει το καλό …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Κάθε Τετάρτη



Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Στο «μυστικό δείπνο» …

Το πρωί παγωνιά - και το μεσημέρι ο ήλιος καντήλι να κατακαίει το πρόσωπο και να λιώνει το σώμα από τον ιδρώτα. Αλλόκοτος καιρός, ίδιος με την εποχή μας.

Στην παρέα μας ο «Αμερικάνος», αυτός που κυνηγούσε στην Washington D.C αρκούδες και βαριά κυνήγια, κατά καιρούς φέρνει στην παρέα μας – πάντοτε φυσικά με την άδεια του αρχηγού, φίλους του κυνηγούς απ’ όλες τις μεριές της χώρας μας.

Τελευταία, έφερε για δύο – τρία κυνήγια έναν «πολύ καλό κυνηγό», όπως μας διαβεβαίωνε με καμάρι. Ο «καλός κυνηγός» όμως απεδείχθη ιμιτασιόν, και έχω την απορία αν ο «φτεροπόδαρος» όπως τον ονομάσαμε, είχε ιδέα από κυνήγι – αν και ο ίδιος ισχυριζόταν πως ήταν μέγας και τρανός. Σιγά αδελφέ, μας έπεισες (!).

Το τελευταίο σαββατοκύριακο μας ήλθε ο «Αμερικάνος» με φίλο του κυνηγό από την Σπερχειάδα. «Αυτός πρέπει να είναι καλός, φαίνεται από την κοψιά του ο άνθρωπος» είπε στην ομήγυρη ο αρχηγός, «δεν είναι σαν τον «φτεροπόδαρο» που βάραγε στο ρυθμό τρείς λαλούν και δυό χορεύουν», συνέχισε ο αρχηγός στον πρωινό του λόγο πριν από το τελικό σχέδιο.

Όντως, ο «Ρουμελιώτης» φίλος, ήταν κυνηγός, έμπειρος, καλύτερος τουλάχιστον από ελόγου μου – για να μην πω καλύτερος από πολλούς δικούς μας. Αθόρυβος, ουσιαστικός, με μεγάλη συμμετοχή στην λειτουργία της ομάδας.

Ας τον ακούσουμε όμως πως είδε το κυνήγι μας στην πρώτη του μέρα μαζί μας – και έδειξε με σαφήνεια πως όχι μόνο εγκλιματίστηκε άμεσα με την ομάδα – μα κύρια, είχε επίγνωση σε κάθε στιγμή τι ακριβώς γινόταν: «τα μέρη σας είναι πολύ πυκνά, οι πουρναρίσιοι λόγγοι αδιαπέραστοι και στην ουσία αυτή είναι η διαφορά με τα δικά μας μέρη στην Σπερχειάδα. Έχουμε κι εμείς ένα τόπο με πυκνό αλλά τα περισσότερα κυνηγοτόπια μας είναι ελεύθερα στην περπατησιά, και συνήθως βγαίνουμε αμάτωτοι στην επιστροφή μας για το σπίτι. Μα και ο καιρός είναι διαφορετικός, στα μέρη μου είναι βαρύτερος ο χειμώνας, το κρύο χοντρότερο».

Στο κυνήγι μας, χρειάστηκε ο αρχηγός να ντουφεκίσει ένα μεγάλο γουρούνι μέσα στην παγάνα αλλιώτικα θα «τον πάταγε» όπως μας εξιστορούσε αργότερα: «Είχα δύο μπροστινά παγανοφύσιγγα και στην αποθήκη ένα μονόβολο – και για να προλάβω το θεριό μην φτάσει και με «φιλήσει», άδειασα τα δυό φυσίγγια αστραπιαία και έκανα τη δουλειά μου». Τα δυό γεμάτα παγανοφύσιγγα τα βρήκε ο «Ρουμελιώτης» αργότερα καθώς πήγαινε και αυτός για το τράβηγμα του θεριού, έσκυψε και τα έβαλε στη ζώνη του.

Οι λεπτομέρειες είναι αυτές που κάνουν έναν κυνηγό καλό ή «φτεροπόδαρο», η προσεκτική ματιά σε κάθε βήμα, τα κρυμμένα στα χορτάρια παγανοφύσιγγα, η περιέργεια για το κάθε τι που υπάρχει στο διάβα μας.

«Εμείς στα μέρη μας έχουμε γεμίσει από ζαρκάδια, περισσότερα από τα γουρούνια, έχουν κάνει κατάληψη στον χώρο και δεν λένε να πάνε αλλού», έλεγε στο τραπέζι αργότερα ο «Ρουμελιώτης». Ειπώθηκαν και άλλα στο τραπέζι, ιδιαίτερα όταν έσωσε το ταψί με τον μπακλαβά ο «ασφαλιστής» και μετά δεν είχε και πολύ όρεξη για την γενέθλια τούρτα που έφερε ο Φλέσσας που μάταια προσπαθούσε να σβήσει τα 46 κεράκια. Είδε και αποείδε, και άφησε μονάχα δύο. Αυτά τα κατάφερε καλά και η ομήγυρις κατάφερε και «έβαλε» την τούρτα σοκολάτα πάνω από τον μπακλαβά (!).

Το επόμενο πρωί, θες από τη θολούρα του μπακλαβά, θες από τις ιστορίες που στούμπωσαν το μυαλό, τα γουρούνια έφερναν βόλτες στο πυκνό ατάραχα. Μονάχα ο Γιωργάκης είχε κέφια και ζύγωσε στη στάμπα κατά το απόγευμα και έβαλε στο σακούλι του την γουρουνοκεφαλή. Τυχερός ο Γιωργάκης γιατί έφυγε νωρίς από το τραπέζι και είχε καθαρό μυαλό – τυχεροί και εμείς που έφυγε νωρίς.

«Θα ερχόμουν πάλι για να κυνηγήσουμε παρέα» μας έλεγε ο «Ρουμελιώτης» ή κατά κόσμο Γιώργος Κανέλος από τα μέρη της Σπερχειάδας, «αλλά είναι πολύ μακριά για μένα». ‘Έλα όποτε θέλεις και όποτε σε φέρει ο δρόμος, εμείς στην παρέα μας θέλουμε φίλους καλούς και κυνηγούς καλούς, που να μυρίζουν τον καθαρό αέρα ίδια με εμάς. «Φτεροπόδαρους» δεν θέλουμε που κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου στο καρτέρι …

============================================

Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Περιοδικο "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Λόγω της απεργίας των Δημοσιογράφων, το τεύχος αυτό θα κυκλοφορήσει κανονικά την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010.


Περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Η «δύναμη» της φωτιάς …

Η φωτιά στο τζάκι που σιγοκαίει κρατά συντροφιά στη σημερινή μου κακοκεφιά. Από τη φύση μου αισιόδοξος, δεν μπορώ να ελέγξω τη στιγμή αυτή, «να γυρίσω το κουμπί» - όπως έχω κάνει τόσες φορές στο παρελθόν, και να κοιτάξω έξω το φως – που και αυτό μάλλον θλιμμένο το βλέπω.


Ο χειμώνας είναι εποχή δύσκολη για τύπους σαν και ελόγου μου – που μου αρέσει πολλές φορές η αναζήτηση της μοναξιάς, με μόνη συντροφιά τη μυρωδιά του καμένου ξύλου. Αυτός είναι και ο λόγος που οι φίλοι μου με θεωρούν άνθρωπο εκκεντρικό, παράξενο μερικές φορές, μα και ειλικρινή μέχρι ωμότητας.

Οι περισσότεροι φίλοι μου είναι κυνηγοί - λαγάδες, πουλάδες, και λιγοστοί γουρουνάδες. Οι φίλες μου είναι «οικολόγες» αφού δεν αντέχουν το φρέσκο αίμα, και την μοσχαρίσια μπριζόλα την προτιμούν καλοψημένη. Οι φίλες μου μένουν στις πόλεις και οι φίλοι μου στην επαρχία. Μονάχα εγώ ζω ανάμεσα στην πόλη και στην μοναξιά – ανάμεσα στα λαγκάδια και στις αιώνιες πηγές.

Το κυνήγι για μένα είναι τρόπος ζωής, όπως ήταν παλιότερα η ορεινή πεζοπορία – και γεύτηκα τότε τις ομορφιές σχεδόν ολόκληρης της ηπειρωτικής Ελλάδας. Επανήλθα όμως στις ρίζες μου – στην Αρκαδία, γιατί όπως λέει και ο ποιητής «πατρίδα είναι η παιδική ηλικία». Και από τα παιδικά χρόνια, στο βουνό πρωτοκυνήγησα με την χειροποίητη σφεντόνα, γέμισα δαγκωματιές από σκορπιούς και από άλλα ζούδια του δάσους, το αίμα από τα χτυπήματα ανακατεύτηκε με το χώμα, το φρέσκο μπάνιο με το κρύο νερό της πηγής έδιωχνε την απλυσιά, και τα περάσματα του φρέσκου αέρα ξεκούραζαν το ταλαιπωρημένο σώμα.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό άνθρωπο που αξιώθηκα να ζήσω αυτά τα μικρά και απλά πράγματα. Και συνεχίζω να τα ζω και σήμερα μέσα από το κυνήγι. Μπορεί η φωτιά στο τζάκι σήμερα να μου λέει λόγια μελαγχολικά, μα πόσες φορές δεν μου γλυκομίλησε, δεν μου έδωσε περισσή χαρά.

Αύριο κατά τις 4 το πρωί που θα βγω για τον «τόπο» και στη συνέχεια με το χάραμα για τις ιχνηλασίες - στο παγωμένο πρωινό που η μυρωδιά της «δροσιάς» και η αγριάδα της σιωπής θα με βρουν σκυφτό πάνω στα αχνάρια του κάπρου, ίσως να σκεφτώ – δεν ξέρω, την εποχή που με τη σφεντόνα στο χέρι κυνηγούσα πουλιά – δίχως τα κατάλληλα παπούτσια, δίχως την πορτοκαλί φορεσιά, δίχως το θερμός γεμάτο ζεστό καφέ.


Η χαρά, η πραγματική ευτυχία δεν μετριέται με τα αγαθά. Μετριέται με την ψυχική διάθεση, και ελπίζω αύριο η μέρα να είναι καλύτερη από τη σημερινή, αφού στο χέρι μου τελικά είναι να διώξω μακριά εκείνα που με χαλάνε.

Πριν λίγα χρόνια, με χάλασε ένας φίλος μου – καθηγητής σε Πανεπιστήμιο σήμερα που μου είπε «εμπιστευτικά» το αμίμητο: «για να πάμε μπροστά στην εποχή μας, πρέπει να ενταχθούμε σε κάποιο κόμμα, μόνο έτσι θα ανέβουμε κοινωνικά, μόνο έτσι θα διακριθούμε στη ζωή μας» Τον φίλο μου από τότε δεν τον είδα ποτέ πάλι – όχι επειδή εκείνος «πρόκοψε στη ζωή του» μα επειδή εγώ ποτέ δεν εντάχθηκα σε κάποιο κόμμα, διότι ποτέ μου δεν επεδίωξα την «κοινωνική άνοδο». Λογικό ήταν οι δρόμοι μας να μην συναντηθούν ποτέ άλλοτε.

Και αυτός ο παλιός φίλος κυνηγός είναι. Όπως και όλοι οι συνάνθρωποι μας. Όπως όλος ο κόσμος. Η διαφορά κυνηγού από κυνηγό είναι τελικά τι σκοπεύει ο καθένας μας και τι νομίζει ο καθένας μας πως θα τον γεμίσει περισσότερο στο κυνήγι της σύντομη ζωή μας.

Οι καλύτερες στιγμές για μένα στο κυνήγι ήταν και είναι όταν παίρνω τον δρόμο της επιστροφής γεμάτος. Όταν αφήνω μουσκεμένος την άγρια κορφή και κατηφορίζω στην επικίνδυνη σάρα, όταν σκύβω στο ρυάκι για να δροσιστώ, όταν εν τέλει φτάνω πάλι στο μικρό μου σπίτι στο χωριό και ανάβω την αιώνια φωτιά. Αν μπορούσε η φωτιά να ιστορήσει όσα έχει δει και ακούσει, αν μπορούσε να δώσει ορμήνιες και συμβουλές, αν κατόρθωνε να φύγει από την εστία της και να κατάκαιγε με την αλήθεια της τον ψεύτικο κόσμο, μπορεί και ο φίλος μου ο καθηγητής να γινόταν αληθινός κυνηγός της γνώσης και όχι κομματικό φερέφωνο …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Κάθε Τετάρτη - Περιοδικό "Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο


Ένα περιοδικό για ελεύθερους ανθρώπους και κυνηγούς.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Στον Αντώνη …

Στο κυνήγι των ψήφων, ο Παφίλης του ΚΚΕ πήγε καλά και ανέβασε τα ποσοστά του κόμματος του – άντε και αρχηγός συνάδελφε (το βλέπω γρήγορα) – και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου ο Γιώργος Ρουμελιώτης, πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου Τρίπολης, ήλθε πρώτος με 6500 περίπου σταυρούς, στον συνδυασμού του έτερου κυνηγού Πέτρου Τατούλη.

Στα δικά μας κυνήγια που οι εκλογές τα διέκοψαν κατά κάποιο τρόπο, τα αποτελέσματα ήσαν πενιχρά. Φαίνεται, μαζί με την μεγάλη αποχή του εκλογικού σώματος, αποχή κάνουν και τα γουρούνια από τα καρτέρια. Δεν μπορώ να δώσω άλλη λογική εξήγηση, πως δηλαδή χάθηκαν τα θηράματα και που μπορεί να πήγαν.


Έμπειρος κυνηγός της ομάδας μας, ισχυρίζεται ότι τα γουρούνια είναι εκεί που ήταν πάντοτε, στα δάση και στις ρεματιές, στα γιατάκια τους και στα σούρματα. Τότε γιατί δεν τα βρίσκουμε; Γιατί μας ταλαιπωρούν τόσο πολύ; «Εμείς τα βρίσκουμε, τα σηκώνουμε και τα παγανίζουμε κατά πως πρέπει, ρώτα όμως στα καρτέρια να σου πουν τι γίνεται. Όταν ο ένας καρτεριτζής μεταφέρεται σαν την άδικη κατάρα μακριά από τη ορισθείσα θέση του θέλοντας να σκοτώσει πάση θυσία αυτός το γουρούνι, όταν ο άλλος καπνίζει αρειμανίως και μολύνει με νικοτίνη τον καθαρό αέρα, όταν ένα τρίτος έχει τον ασύρματο σε ακρόαση – τι να σου κάνει και ο κάπρος, να πεί, ελάτε πιάστε με;»

Τον τελευταίο κάπρο που βάλαμε στο σακούλι μας, και ομολογουμένως ήταν ο μεγαλύτερος που καρπωθήκαμε ποτέ, τον πηγαίναμε από πίσω από το πρωί μέχρι και λίγο πριν το σούρουπο. Δεν μας ταλαιπώρησε απλώς, μας έσπασε τα πόδια από τα κακοτράχαλα μονοπάτια, στιγμή δεν μας άφησε να ησυχάσουμε. Τα σκυλιά μας φοβισμένα, που να πλησιάσουν κοντά το θηρίο αφού με ένα φύσημα που τους έκανε τα πέταγε μακριά του. Η πιο δύσκολη παγάνα, το περισσότερο περίπλοκο κυνήγι ήταν αυτό του τεράστιου κάπρου που είχε πεισμώσει και δεν περνούσε για καφέ από τα φυλαγμένα περάσματα.

Η αξιοσύνη του παγανιέρη φάνηκε για άλλη μία φορά στο συγκεκριμένο κυνήγι. Είχε βέβαια μαζί του δυνατούς κυνηγούς που το πυκνό το περνάνε σαν αερικά, τον κάπρο τον οσμίζονται από την δύναμη του αέρα, το σπασμένο κλαδί από το γρήγορο πέρασμα του το μελετούν με ακρίβεια, και συνεχίζουν το κυνηγητό αλαφροΐσκιωτοι καθώς είναι.

Δεν είχε τύχη ο κάπρος με τέτοια παγάνα και το ήξερε. Έπαιζε όμως μαζί μας το παιχνίδι της αναμονής – να μας κουράσει και να φύγει για άλλους τόπους. Πράγματι, μας κούρασε πολύ, χάσαμε κιλά ιδρώτα που μας μούσκεψε μέχρι τα νύχια πολλές φορές, αλλά πεισμώσαμε, ταυτιστήκαμε απόλυτα στο περιβάλλον και στις συνθήκες του και τον στριμώξαμε προς το καλύτερο καρτέρι μας, τον Αντώνη.


Ο Αντώνης καπνίζει πολύ αλλά ποτέ στο καρτέρι – όσες ώρες και αν είναι σε αυτό. Μένει ασάλευτος, σαν μαρμαρωμένος, γίνεται ένα με το παρακείμενο δέντρο, παίρνει τα χρώματα του άμεσου περιβάλλοντος. Και αθόρυβος απόλυτα. Τον ασύρματο τον έχει στο αυτί για να ακούει μόνο αυτός και δεν μιλά ποτέ.

Ήξερε για τον κάπρο πως ήταν ο μεγαλύτερος που είχαμε αντικρίσει ποτέ, και περίμενε. Είχε περάσει το μονόβολο μπροστά στην καραμπίνα και άλλα δύο από πίσω. Καλός σκοπευτής και γρήγορος, περίμενε να δει στο μικρό πέρασμα και στα κλάσματα που θα το γέμιζαν από την παρουσία του θηρίου. Έκλεισε τελείως τον αθόρυβο ασύρματο και ο ήχος από τα σκυλιά που πλησίαζαν τον έκαναν να επωμίσει.

Σείστηκε ο τόπος όταν ο κάπρος σαν αστραπή διάσχισε το ανοικτό πέρασμα, γκρεμίζοντας ότι έβρισκε μπροστά του. Η ντουφεκιά όμως ήταν ξερή και δυνατή, ακούστηκε πολύ μακριά. Από τα 25 μέτρα ο Αντώνης δεν χρειάστηκε άλλη φωτιά. Σωπάσαμε όλοι, περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε. Άνοιξε τον ασύρματο, άναψε ένα τσιγάρο και είπε να πάμε όλοι εκεί για να τραβήξουμε το θεριό.

Την Δευτέρα στην Αθήνα ο Αντώνης, έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Πάλεψε με τα χειρουργεία και τις εντατικές, για τρείς ημέρες ήταν εκτός ζωής, έφτασε αντικριστά στο θάνατο, τσακώθηκε μαζί του, τον νίκησε και επέστρεψε πάλι στη ζωή.

Αντώνη, άσε τα κρεβάτια του πόνου και έλα πάλι στη θέση σου.

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
=============================================

Οι δύο φωτό είναι από παλιότερα κυνήγια με τον Αντώνη σε πρώτο πλάνο. Εκ παραδρομής δημοσιεύτηκε στο σημερινό "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου φωτό άλλου κυνηγού της ομάδας μας.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Αυτή τη Τετάρτη και κάθε Τετάρτη



Ένα περιοδικό, για ελεύθερους ανθρώπους, για ελεύθερους κυνηγούς

Η επόμενη ημέρα …

«Δράκος» λοιπόν ο Τατούλης. Έστω και την υστάτη ώρα απέδειξε πως αυτός ο κόσμος μπορεί να πορευθεί μακριά από την κομματοκρατία που θέλει τους πολίτες πρόβατα.

Το «αριστερό» παρελθόν του βοήθησε την συντηρητική Πελοπόννησο να πετάξει από πάνω της οριστικά τον παλαιοκομματικό μανδύα απ’ όπου και αν προερχόταν. Επί της ουσίας, η νίκη του Τατούλη μας αφορά όλους διότι δείχνει τον δρόμο στο μέλλον.

Στηρίχθηκε στον αγώνα του απ’ όλες τις κοινωνικές ομάδες, από τους κυνηγούς, τους οικολόγους, τους αριστερούς, τους δεξιούς, τους σοσιαλιστές, και κατάφερε να αρνηθεί κομματικά καπελώματα – και το απέδειξε με την άρνηση της επιλογής Μπαρούτσα από πλευράς ΠΑΣΟΚ.

Κέρδισε έναν αγώνα δύσκολο. Δυσκολότερη όμως είναι η αυριανή ημέρα, όχι μόνο γι’ αυτόν μα για όλους μας. Ακόμα, για εμάς τους κυνηγούς που προσδοκούμε μία άλλη μεταχείριση. Φυσικά και για τους οικολόγους που και αυτοί περιμένουν το δικό τους μερτικό από την πίτα.

Όμως, κάνουμε λάθος όλοι μας αν σταθούμε στα κομμάτια της πίτας. Δεν υπάρχει πίτα, ούτε καλοί ή κακοί πολίτες. Υπάρχει μία Πελοπόννησος και μία Ελλάδα που ψάχνει απεγνωσμένα να βγεί από την ένδεια της - μέλη της εμείς που αποτελούμε τον κοινωνικό ιστό, την συνοχή ενός συνόλου που βάλλεται αδιακρίτως.

Σαν κυνηγός, δεν ζητάω από τον Τατούλη να δείξει συμπάθεια στα κυνηγετικά δρώμενα. Απαιτώ να εφαρμόσει με αυστηρότητα τους Νόμους που διέπουν το κυνήγι. Το ίδιο βέβαια να κάνει όταν έχει απέναντι του τους οικολόγους και όταν θελήσουν αυτοί να διαχειριστούν δημόσιο χρήμα στο όνομα της ομιχλώδους πράσινης ανάπτυξης και φεύ, στο όνομα της πολύπαθης κλιματικής αλλαγής.

Οι αρμοδιότητες της Περιφέρειας γιγαντώνονται σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό είναι καλό διότι απαγκιστρώνεται ο πολίτης από τον ασφυκτικό κυβερνητικό εναγκαλισμό. Και κυρίως γιατί τα προβλήματα και κατ’ επέκταση και οι λύσεις τους μεταφέρονται σε αυτούς που πραγματικά μπορούν να τα διαχειριστούν με αξιοπρέπεια, μακριά φυσικά από την στρατηγική των «αλάθητων» υπουργικών γραφείων που βασιζόταν μέχρι σήμερα σε καθαρούς μόνο τεχνοκράτες.

Συνήθως οι τεχνοκράτες είναι ρεαλιστές. Στην περίπτωση όμως της οικολογίας είναι αρπακτικά και αντλούν δύναμη και πόρους από την δική μας σιωπή και ανέχεια. Η Περιφέρεια λοιπόν, αυτά τα ζητήματα μπορεί να τα λύσει δια παντός. Από την άποψη αυτή κερδισμένος θα είναι ο Έλληνας πολίτης.

Ο «Καλλικράτης» έχει φίλους μα και ορκισμένους εχθρούς – αυτούς κυρίως που τον συγκρίνουν με τον «Καποδίστρια». Όμως, ο «Καποδίστριας» απέτυχε διότι δεν κατάφερε η ντόπια κοινωνία να ξεφύγει από τα γρανάζια του παλαιοκομματισμού – διότι ο Δήμαρχος στην πλειοψηφία του έδρασε σαν μικρός Κοινοτάρχης και όχι σαν Ευρωπαίος Δήμαρχος.

Ελπίζω και ελπίζουμε, η επόμενη ημέρα να είναι διαφορετική από το μίζερο παρελθόν. Και για το κυνήγι, και για την οικολογία, και για τον παράγοντα άνθρωπο - τον πολύπαθο άνθρωπο που διαρκώς υπομένει για ένα καλύτερο μέλλον. Τον εξαπατημένο άνθρωπο από τις χρόνιες πολιτικές πρακτικές που τον έχουν καθηλωμένο και φοβισμένο. Τον ήρωα άνθρωπο που αξίζει να κοιτά ψηλά τον ξάστερο ουρανό μα κοιτά με απελπισία στη γης.

Μπορεί ο Τατούλης να φέρει την ανατροπή στη ζωή μας; Ναι, μπορεί. Και αυτό θέλουμε. Βαρεθήκαμε τα παχιά ψεύτικα λόγια από αρχηγούς ανάξιους, κουραστήκαμε από την πολιτική αδιαντροπιά μερικών οικογενειών που έκαναν τον τόπο μας τσιφλίκι τους, νιώσαμε καλά στο πετσί μας την ληστρική επέλαση του σάπιου πολιτικού κατεστημένου.

Ναι, μπορεί ο Τατούλης να γίνει αληθινός ανατροπέας, επαναστάτης στην κοινωνία του καναπέ και της σάπιας τηλε – ενημέρωσης, και να δώσει τον ρυθμό στον χαλασμένο δρόμο μας. Μπορεί, αρκεί να κοιτάξει καθαρά προς τα εμπρός.

Μέχρι τότε, μέχρι την επόμενη ημέρα που θα είναι διαφορετική από την σημερινή, εγώ και η ομάδα μου τον καλούμε για ένα κυνήγι κάπρου στα ορεινά της Αρκαδίας. Κυνηγός και αυτός, ας δει από κοντά το κυνήγι του κάπρου. Τον καλούμε για ένα κυνήγι με την ομάδα μας αρκεί να εναρμονισθεί με τις συνήθειες της!. Και φυσικά μην ξεχάσει να φέρει μαζί του το πορτοκαλί γιλέκο! …

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Δράκος ο Τατούλης ...

Τελικά το παραμύθι δεν είχε δράκο!


Η νίκη του Τατούλη στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, είναι νίκη καθαρά δική του, προσωπική. Γιατί ψηφίστηκε απ’ όλους, δεξιούς και πασόκους, αριστερούς και αναρχικούς, πλούσιους και πένητες.

Έκανε τις σωστές επιλογές που τελικά τον δικαίωσαν. Μία απ’ αυτές ήταν ή άρνηση του στο ΠΑΣΟΚ να συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιο του για αντιπεριφερειάρχη τον Γιώργο Μπαρούτσα, δήμαρχο Τρικολώνων και πρόεδρο της ΤΕΔΚ Αρκαδίας.

Ήξερε καλύτερα από τον καθένα ο Τατούλης την πορεία του αποκλεισμένου ανδρός και δικαιώθηκε περίτρανα. Αντίθετα με τον Τατούλη, δέχτηκε την στήριξη του Γιώργου Μπαρούτσα ο υποψήφιος δήμαρχος Γορτυνίας Παρασκευάς Παρασκευόπουλος και έχασε από τον Γιάννη Γιαννόπουλο.

Τον Μπαρούτσα δεν τον ήθελε η Γορτυνία όχι μόνο για τον κάκιστο χαρακτήρα του αλλά και διότι χρέωσαν σε αυτόν την δημιουργία ενός ενιαίου Δήμου τη στιγμή που όλοι ζητούσαν δύο.

Το γορτυνιακό ένστικτο, έδωσε την απάντηση στις κάλπες και σταμάτησε οριστικά και αμετάκλητα την αμφιλεγόμενη πολιτική πορεία του Γιώργου Μπαρούτσα. Σοφέ λαέ, μόνο εσύ τελικά μπορείς να δίνεις λύσεις!

=============================================

Για την φωτό: Αλήθεια, με τέτοια πόζα, αψεγάδιαστη, μελετημένη από την μία άκρη της έως την άλλη, είναι ποτέ δυνατόν να γινόταν Περιφερειάρχης Πελοποννήσου αυτός ο άνθρωπος; "Μα αυτός είναι βασιλεύς!" αναφώνησε κάποιος όταν αντίκρισε τον άρχοντα ντυμένο στις αποχρώσεις του μπλέ!

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Κυνηγετικοί κανόνες του μέλλοντος …

Τα επεισόδια που λαμβάνουν χώρα στους κυνηγότοπους από τους γουρουνάδες – η ανεξέλεγκτη επίσης θηραματική κάρπωση που παραβιάζει κάθε κανόνα, ή άγραφο Νόμο – και όλα τα «κακώς κείμενα» που χαρακτηρίζουν το κυνήγι του αγριογούρουνου, πρέπει επιτέλους να εξαφανιστούν, να εκλείψουν από τα κυνηγετικά δρώμενα.

Πως θα γίνει αυτό; Απλά και στέρεα, με την βούληση των κυνηγετικών οργανώσεων, των ομοσπονδιών και κυρίως με την σφραγίδα της ΚΣΕ. Με μελέτες, προτάσεις, σχέδια, βασιζόμενες στην εμπειρία αφενός και αφετέρου στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μας.

Αν θέλουμε να είμαστε κυνηγοί, θα ακολουθήσουμε τους κανόνες που διέπουν το κυνήγι ή θα καθίσουμε σπίτι μας. Ημίμετρα, ασαφείς Νόμοι, χαλαρές αποφάσεις, δεν έχουν θέση πλέον στην κοινωνία μας. Αλλάζει ο κόσμος, πάει μπροστά – αλλά με κανόνες, με σχέδιο, με όραμα – εμείς στα κυνηγοτόπια δεν μπορούμε να μένουμε στα ανάλγητα, στα σκοτεινά, στα κολλητηλήκια του κάθε κερατά. Πέρασαν οι καιροί του Νταβέλη και του κάθε παράφρονα που κουβαλά ένα όπλο στον ώμο του και νομίζει πως θα πηδήξει τον κόσμο.

Ειδικά για τον αγριόχοιρο που για χάρη του γίνονται «θαύματα και πράγματα» στο βουνό, ας θεσπιστούν όσο είναι ακόμα καιρός, νέοι κανονισμοί, νέες διατάξεις – που θα εξασφαλίζουν την νομιμότητα.


Σκέψεις:

α) Να δηλώνονται επώνυμα πριν την κυνηγετική έναρξη οι ομάδες των γουρουνάδων, ποιος είναι ο αρχηγός, ποια τα μέλη, ποιός ο ακριβής αριθμός της ομάδας, ποιος ο αριθμός συχνότητας της ασύρματης ενδοεπικοινωνίας. Κατά συνέπεια, οι συνεχείς έλεγχοι από την Θηροφυλακή που θα ελέγχει ηλεκτρονικά τα στοιχεία της κάθε ομάδας – θα μπορεί εύκολα να διαπιστώσει πόσοι και ποιοι κυνηγοί βρίσκονται στον κυνηγότοπο.
β) Να εφοδιάσει η υπεύθυνη ομοσπονδία την κάθε ομάδα με τον ανάλογο αριθμό ενός αναγνωριστικού σήματος - μίας κόκκινης κορδέλας, ή ενός δακτυλιδιού, που θα τοποθετούνται υποχρεωτικά στο κάθε θήραμα χώρια. Ο αριθμός των σημάτων που θα χορηγεί η ομοσπονδία θα αντιστοιχεί με απόλυτη ακρίβεια στις επιτρεπόμενες ημέρες κυνηγίου πολλαπλασιαζόμενος με τον αριθμό 3 ή 4 που αντιστοιχεί σε Πελοπόννησο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αν στον έλεγχο βρεθεί θήραμα δίχως το αναγνωριστικό σήμα, θα γίνονται διώξεις. Να δηλώνεται επίσης υποχρεωτικά στον πλησιέστερο κυνηγετικό σύλλογο ή σε κλιμάκιο της Θηροφυλακής, ο αριθμός κάρπωσης ανά κυνηγετική ημέρα. Στο τέλος κάθε περιόδου, να επιστρέφει (αν έχει) ο αρχηγός της ομάδας τα αναγνωριστικά σήματα στην υπεύθυνη αρχή.
γ) Να υποχρεωθεί η κάθε ομάδα να φορά (επιτέλους!) το πορτοκαλί γιλέκο και υποχρεωτικά να αναγράφεται στο πίσω μέρος του το όνομα του αρχηγού της ομάδας. Γουρουνοκυνηγός που δεν θα φέρει το πορτοκαλί γιλέκο της ομάδας να θεωρείται παράνομος.
δ) Ο αριθμός της ομάδας να αυξηθεί από 10 άτομα σε 15. Και αυτό γιατί σε σπάνιες περιπτώσεις ο αριθμός των 10 ατόμων ισχύει. Αλλά και γιατί, πάντοτε στις ομάδες ποτέ δεν θα συμπληρώνεται ο αριθμός των 15 ατόμων. Οι υποχρεώσεις του κάθε κυνηγού, οι αγροτικές εργασίες (μάζεμα ελιάς κ.α.) αναγκάζουν πολλές φορές κυνηγούς να μην παρευρίσκονται στα κυνηγοτόπια. Συνήθως οι περισσότερες ομάδες κυνηγούν με 12-13 άτομα, μα και σε πολλές περιπτώσεις με 7 και 8.
ε) Να εκδίδει στο τέλος της κάθε κυνηγετικής περιόδου η κατά περιφέρεια ομοσπονδία, απογραφικό δελτίο με τους αγριόχοιρους που θηρεύτηκαν, των αριθμό των ομάδων και των κυνηγών που έλαβαν μέρος στο κυνήγι, τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, τις διωκόμενες πράξεις. Και κεντρικά στη συνέχεια η ΚΣΕ να εκδίδει πανελλαδικό δελτίο με λεπτομερή δημοσίευση των πεπραγμένων.

Οι παραπάνω σκέψεις, εύκολα υλοποιήσιμες, ας σταθούν η αφορμή για μία εκ βάθρων συζήτηση για το κυνήγι του αγριόχοιρου στην Ελλάδα. Το κυνήγι αυτό πάσχει σε πολλούς τομείς, κυρίως ανθρωπογενείς. Ας δώσουμε εμείς τις λύσεις στα προβλήματα γιατί αν δεν το κάνουμε, θα τις δώσουν οι άλλοι – εκείνοι δηλαδή που αποφασίζουν έχοντας μπροστά τους ένα χάρτη – εκείνοι που αγνοούν τα στοιχειώδη περί θήρας.

Αν θέλουμε λοιπόν ελεύθερο και παραδοσιακό κυνήγι, ας θεσπίσουμε νέους διαφανείς κανόνες - και μέσα από αυτούς θα ξεχωρίσουν ποιοι είναι κυνηγοί και ποιοι είναι η «κλεφτουριά» του 21ου αιώνα στα βουνά και στα δάση μας, στην κληρονομιά μας, στην πατρώα γη μας.

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Κώστας Ουράνης - Το κυνήγι ως ποίηµα

Ο ποιητής και πεζογράφος Κώστας Ουράνης, πολυταξιδεµένος, κοσµοπολίτης και λάτρης της µποέµικης ζωής, διέγραψε λαµπρή πορεία στα ελληνικά γράµµατα µέχρι τα µέσα του περασµένου αιώνα. Η πορεία αυτή κάποια στιγµή διασταυρώθηκε µε το κυνήγι, το οποίο σηµάδεψε όχι µόνο τη ζωή, αλλά και το από εκεί και πέρα έργο του.


Του Στέλιου Φωκά/ Εικονογράφηση: Δηµήτρης Πρεντουλής

Αναδημοσίευση από το ένθετο περιοδικό «Τύπος Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010.

============================================

Ο Κώστας Ουράνης λάτρεψε το κυνήγι όσο τίποτα άλλο στη ζωή του. Oπως έγραψε λίγο πριν πεθάνει, στις 12 Ιουλίου 1953, στο σανατόριο «Παπανικολάου» στα Μελίσσια της Αττικής. Το μοναδικό του παράπονο ήταν τα κυνήγια που δεν πρόλαβε να κάνει

Ο Ουράνης ήταν από τους ανθρώπους που γνώρισαν το κυνήγι σε µεγάλη ηλικία αλλά δεν το εγκατέλειψαν ποτέ. Εξέδωσε την πρώτη κυνηγετική του άδεια σε ηλικία 40 ετών και µέχρι τα 63 του, που έφυγε από τη ζωή (το 1953), δεν έπαψε στιγµή να ζει και να γράφει για το κυνήγι, µη µπορώντας ακόµα και ο ίδιος να εξηγήσει το πάθος του αυτό.

Παρά τα προβλήµατα υγείας που αντιµετώπιζε, µε κορυφαίο την προσβολή του από φυµατίωση λίγα χρόνια πριν ασχοληθεί, εξακολουθούσε να κάνει µακρές πεζοπορίες για να θηρεύσει. Διέθετε ιµατιοθήκη µε ρούχα για όλα τα είδη κυνηγίου και εξοπλισµό για κάθε θήραµα.

Ταξιδευτής από τα φύση του, κάτι που αποτυπώνεται και στην ποίησή του, κυνήγησε στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Για εκείνον η απόλαυση του κυνηγιού δεν συνδεόταν απαραιτήτως µε το περιεχόµενο του σάκου κατά την επιστροφή. Κυνηγούσε µε διάθεση περισσότερο φιλοσοφική, όπως συνήθιζε να λέει.

Κάποια στιγµή αισθάνθηκε την ανάγκη να αναφερθεί στο µεγάλο του πάθος γράφοντας ένα δοκίµιο, µέσω του οποίου έδωσε τη δική του οπτική για τη θήρα. Το παραθέτουµε αυτούσιο:

«Μανία και Χαρά του Κυνηγίου»
«Κάθε κυνηγετική περίοδο τα δασαρχεία µας εκδίδουν, όπως διάβασα κάπου, 100.000 κυνηγετικές άδειες. Είµαι ένας από τις αυτές τις 100.000 κυνηγούς και µπορώ να πω µαζί µε τον Ουγκώ ότι “και ένας ακόµα να ’µενε, αυτός θα ήµουν εγώ”. Γιατί δεν αγαπώ απλώς το κυνήγι, έχω το πάθος του. Και το πάθος αυτό είναι τόσο περισσότερο δυνατό κι αποκλειστικό, όσο είναι όψιµο. Με κατάλαβε άξαφνα κι απροσδόκητα “Nel mezzo del cammin” (στη µέση της διαδροµής) του βίου µου. Δεν λένε ότι τα όψιµα πάθη είναι τα πιο σφοδρά, τα πιο κυριαρχικά;
Ισαµε πριν από µερικά χρόνια το κυνήγι ήταν ότι µ’ ενδιέφερε λιγότερο, σήµερα ότι µ’ ενδιαφέρει περισσότερο. Μ’ απορρόφησε ολόκληρο. Οπως η Περσεφόνη ζούσε το µισό χρόνο στον Αδη και το άλλο µισό πάνω στη γη, έτσι κι εγώ αισθάνοµαι ότι ζω όσο κρατάει η κυνηγετική περίοδος και τον άλλο καιρό περιµένω, σ’ ένα είδος νάρκης, τον ξαναερχοµό της.

Δεν κάνω παρά σχέδια κυνηγετικά.

Τα όνειρά µου είναι κυνηγετικά. Να πάω στην Αφρική να σκοτώσω χοντρό κυνήγι ή στο Δέλτα του Δούναβη που είναι η ζούγκλα των υδροβίων πουλιών.
Δεν µετακινούµαι µέσα στην Ελλάδα παρά µόνο για να κυνηγήσω κι είµαι πρόθυµος να κυνηγήσω οπουδήποτε, µ’ οποιονδήποτε και για οσοδήποτε καιρό.
Στο σπίτι µου περιστοιχίζοµαι από καταλόγους κυνηγετικούς, δέχοµαι κατά προτίµηση κυνηγούς κι όπως οι µεγάλοι βιοµηχανικοί οίκοι έχουν παντού αντιπροσωπίες, έτσι κι εγώ έχω σε διάφορα µέρη της Ελλάδος τους ανθρώπους µου, που µε κρατάνε ενήµερο των τοπικών περασµάτων των αποδηµητικών πουλιών, ή που µε συνοδεύουν στο κυνήγι του ενδηµικού θηράµατος και που είναι για µένα ό,τι ήταν οι κοµµατάρχες για τους πολιτικούς µας. Η ιµατιοθήκη µου περιλαµβάνει πλήρεις αµφιέσεις για κάθε είδους κυνήγι: κάµπου, βουνού, δασών και βάλτων και για κάθε καιρό, ζέστη, δροσιά, παγωνιά, βροχή. Τα συρτάρια µου είναι γεµάτα φυσίγγια για όλων των ειδών τα θηράµατα, επιστηµονικά γοµωµένα για να έχουν άρτια απόδοση µε οποιαδήποτε καιρική συνθήκη. Κι όλα αυτά δεν είναι τίποτα!
Στο κυνήγι, και χάριν του κυνηγίου, εκβιάζω τον εαυτό µου ν’ αλλάζει τις πιο βασικές του ιδιότητες: Εγώ που απεχθάνοµαι το περπάτηµα, κάνω αγόγγυστα, αν και µε τη γλώσσα κρεµασµένη έξω, τις επίπονες και πολύωρες πεζοπορίες που απαιτεί. Εγώ που έχω το φόβο των µικροβίων, έχω πιει νερά κι έχω φάει πράγµατα πλέον ύποπτης καθαριότητας. Εγώ που αγαπώ τις ανέσεις µου, κλείνω τα µάτια σ’ όλες τις ταλαιπωρίες του κυνηγίου: στην αφόρητη ζέστη που µεταβάλλει τα σωθικά σε αναµµένο καµίνι, στο τουρτούρισµα της πρωινής παγωνιάς, στην ακαθαρισία του σώµατος, στα ζωΰφια κι άντεξα κάποτε να µείνω δέκα ολόκληρες µέρες, χειµώνα καιρό, σ’ ένα βουνό της Μακεδονίας, µέσα σε µια εγκαταλελειµµένη αχυροκαλύβα τσοπάνηδων, περιστοιχισµένος από χωρικούς µε τους οποίους συνέτρωγα από τα ίδια πιάτα, ακούγοντας τα ποντίκια να τραγανίζουν τα τρόφιµά µας δέκα πόντους µακριά από το κεφάλι µου, κοιµόµουν στο χώµα και ασφυκτιώντας από τον πυκνό καπνό της πελώριας φωτιάς που διατηρούσαµε αναµµένη τη νύχτα στο κέντρο της καλύβας και εν τούτοις ήµουν ευτυχισµένος.
Για την ικανοποίηση του πάθους µου, έχω γυρίσει λίγο-πολύ όλη την Ελλάδα, µ’ όλα τα µεταφορικά µέσα -από αεροπλάνο µέχρι µουλάρι- και κυνήγησα όλων των ειδών τα θηράµατα. Εχω περιέλθει τους γυµνούς µακεδονίτικους κάµπους για πεδινές πέρδικες, έχω σκαρφαλώσει στα πετρώδη (και τι πετρώδη) βουνά των Κυκλάδων για πετροπέρδικες, έχω κάνει καρτέρι γι’ αγριογούρουνα, το χειµώνα, µέσα στα δασώδη υψώµατα του Καµπιρλί, αγνάντια στο χιονισµένο Μπέλλες, έχω τσαλαβουτήσει για µπεκατσίνια στους βάλτους της Ράχης, έχω αντικρίσει κοπάδια λύκων στο Γαλλικό ποταµό, πήγα για πάπιες από τη Στυµφαλία έως τη Χαλκιδική, κυνήγησα νύχτα αγριοπερίστερα, µπαίνοντας στις θαλάσσιες σπηλιές τους µε βάρκα και µε πυροφάνι, βρέθηκα στα περάσµατα των τρυγονιών στην Τήνο και των ορτυκιών στη Μυτιλήνη και πήγα για λαγούς στην Ηπειρο.
Οταν απέκτησα ένα σκυλί που συνδυάζει τα τελειότερα φυσικά χαρίσµατα µε την τελειότερη εκγύµναση, χάρηκα περισσότερο παρά οποιαδήποτε ερωτική µου κατάκτηση κι ένιωσα περισσότερη υπερηφάνεια όταν σκότωσα ένα αγριογούρουνο, παρ’ όση για το ωραιότερό µου ποίηµα...
Είµαι όπως βλέπετε ένας από τους πιο µανιώδεις Νεµρώδ της Ελλάδας. Είµαι κι ένας από τους καλύτερους;
...Εγώ οµολογώ µε ειλικρίνεια ότι είµαι ένας πολύ µέτριος κυνηγός. Οταν βλέπω ένα λαγό ή ένα πουλί να πέφτει από τα σκάγια µου, αισθάνοµαι τόση χαρά, όση και... έκπληξη. Και δεν έχω ακόµα αποβάλει εντελώς τη συνήθεια να κοιτάζω γύρω µου, για να βεβαιωθώ ότι είµαι µόνος κι ότι το θήραµα που έπεσε δεν έπεσε από κανενός άλλου κυνηγού την τουφεκιά. Μολονότι έχω πάει παντού όπου βρίσκεται το περισσότερο θήραµα, ποτέ µου δεν σκότωσα σε µια ηµέρα περισσότερους από δύο λαγούς, ή από τέσσερις πέρδικες, ή από έξι τρυγόνια ή από δέκα ορτύκια κι ένας θεός ξέρει πόσα φυσίγγια έχω κάψει. Εξακολουθώ όµως να κυνηγώ µε την ίδια φιλοσοφική διάθεση, που ο Κάντιτ του Βολτέρου καλλιεργούσε τον κήπο του, γιατί η χαρά και η συγκίνηση του κυνηγίου δεν περιορίζονται σ’ ό,τι κανείς σκοτώνει!
Οσοι δεν κυνηγούν δεν ξέρουν κι ούτε µπορούν να διαισθανθούν πώς χτυπάει η καρδιά του κυνηγού, όταν το σκυλί του στέκεται σε µια “φέρµα”, ή όταν σηκώνει τ’ όπλο του σ’ ένα κοπάδι πέρδικες, που πετιούνται άξαφνα από µπρος του µ’ ένα πολυάριθµο και δυνατό θόρυβο φτερών, µε πόσο συγκεντρωµένο και αµείωτο ενδιαφέρον πεζοπορεί ώρες ολόκληρες σ’ αναζήτηση του θηράµατος όσο κι αν αυτό παίζει το παιχνίδι που έπαιξαν οι Ρώσοι στον Μεγάλο Ναπολέοντα κατά την προέλασή του ίσαµε τη Μόσχα, πόσο κατέχεται από την ελπίδα ότι αν απέτυχε σ’ αυτό το πουλί, θα πετύχει στο επόµενο που θα του παρουσιαστεί, τι γλυκό που είναι το ψωµοτύρι που τρώει κοντά σε µια πηγή λαλέουσα, ύστερα από ένα εξαντλητικό περπάτηµα και πόσο πληρέστερα και βαθύτερα από κάθε άνθρωπο νιώθει και χαίρεται τη φύση αυτός που διασχίζει κάµπους, ανεβοκατεβαίνει βουνά, σταµατάει σε πανοπτικά σηµεία των οριζόντων, µυρίζει θάλασσα και βραδιάζεται κάτω από βαθιούς έναστρους ουρανούς, µέσα σ’ ερηµιές όπου κλαυθµηρίζει η κουκουβάγια, κρίζουν οι γρύλοι και θροΐζουν µυστηριωδώς τα φυλλώµατα.
Oλα αυτά βάζουν τον κυνηγό σε µια κατάσταση θείας ευφορίας. Οι πλόκαµοι της καθηµερινής ζωής, µιζέριες, εναντιώσεις, φροντίδες, ανησυχίες, ξεσφίγγουν ολότελα και αφήνουν την ψυχή και το πνεύµα ελεύθερα, τα νεύρα του γαληνεύουν όπως κάτω από την επίδραση οπίου κι αποδίδεται στον εαυτό του τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσµου: Μονοκόµµατος, αφρόντιστος, ίσιος κι ελεύθερος».

=====================================================


Για την αντιγραφή

Κυνηγών «βίοι παράλληλοι»

«Από τον τόπο αυτό θα φύγουμε όταν δεν θα έχει μείνει σπορά». Τάδε έφη σε παρελθόντα χρόνο «νεοκυνηγός», ή όπως λέμε χωριάτικα, κατσαπλιάς των βουνών – αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα εγκαταλείψουν τον κυνηγότοπο όταν εξολοθρεύσουν και το τελευταίο γουρούνι.

Διότι άλλο πράγμα είναι το κυνήγι στα νόμιμα πλαίσια και άλλο πράγμα η αφάνιση του είδους. Κατά περιόδους και αποσπασματικά εμφανίζονται ολίγοι ευτυχώς που θεωρούν τους κυνηγότοπους τσιφλίκια του Αλή Πασά. Δεν είναι όμως έτσι. Σφάλλουν ή βρίσκονται σε σύγχυση αν νομίζουν ότι τα πασαλίδικα κόλπα έχουν ακόμα πέραση.

Οι Φλέσσας και Πίπας, είναι φίλοι μας και κυνηγούν τον «αυτιά». Μερικές φορές έρχονται στην παρέα μας για το μεγάλο τριχωτό. Κυνηγώντας κάποια ημέρα τον λαγό, τους ήλθε στα πόδια ένας άλλος, ξένος. Τον ντουφέκισαν, μάζεψαν και την σκύλα και περίμεναν. Έφτασε κατάκοπος από την ανηφοριά ο λαγάς, τους είδε και τους καλημέρισε. «Τι κυνηγάς φίλε;» τον ρώτησαν. Λαγό κυνηγάω αλλά η σκύλα μου σήμερα δεν έχει κέφια (!). «Καλά, πάρε το λαγό σου..».

Ο «Λιγνός» με την παρέα του κτύπησαν ένα γουρούνι ξένης ομάδας, έπιασαν το σκύλο και τον έδιωξαν. Σαν κατάλαβε η πληγείσα ομάδα τι ακριβώς συνέβη, επικοινώνησε με τον «Λιγνό» και άρχισε αυτός να τα λέει θολά τα πράγματα, να πέφτει σε αντιφάσεις - μη μπορώντας να κρυφτεί υπό το βλοσυρό βλέμμα της Αρτέμιδος της θεάς, που δεν συγχωρεί «χοντρές τανζανιές». Η ομάδα του «Λιγνού» έχει όμως και τα δίκια της. Μη μπορώντας να φέρει στα καρτέρια της δικά της γουρούνια, τη στήνει στα ξένα και χαμογελά καμιά φορά. Πασαλίδικα κόλπα, όπως αυτά που δίδαξε ο συγχωρεμένος ο Αλής στη χώρα της Παμβώτιδας πριν 200 περίπου χρόνια.

Έτερος βασιλεύς των ορέων (το έχετε διαβάσει το βιβλίο του Εδμόντος Αμπού;), μέγας συλλογέας κρέατος άνευ ορμονών και βλαπτόντων την υγεία συστατικών, στημένος στο καρτέρι για τον κάπρο, αντίκρισε στο βεληνεκές του όπλου του λαγό καταδιωκόμενο από ελληνικούς ιχνηλάτες. Ξεχνώντας το δικό του κυνήγι και μη υπολογίζοντας τους κόπους της ομάδας του – σκεφτόμενος και αυτός πονηρά σαν γνήσιος κατσαπλιάς των ορέων που είναι, ντουφέκισε τον ξένο λαγό και τον έκρυψε στο σακούλι του - αποκρύπτοντας μάλιστα το γεγονός από την ομάδα του που θα του τα «έλεγε στη γλώσσα του». Ο ληστής ετούτος την ώρα της λαμογιάς προφανέστατα θα εκσπερμάτωσε από ηδονή – κουβαλώντας ασφαλώς στο βουνό ψυχικές διαταραχές.

Στο βουνό, οι ειδήσεις και τα νέα, μεταδίδονται πολύ γρήγορα – αφού η Ηχώ βοηθά τα μέγιστα στον τομέα αυτό. Πληροφορήθηκα – και μαζί με εμένα και άλλοι το «κατόρθωμα» του «Έλληνος κυνηγού», και θυμώσαμε. Δυστυχώς, ο «παλιοκλέφτας» που θα ‘λεγε κι ο Γέρος του Μοριά, θα διηγείται με περηφάνια την ανάλγητη πράξη του και θα κορδώνεται.

Οι λαγοκυνηγοί που έχασαν τον λαγό τους από τον ληστή των ορέων, μάζεψαν τα σκυλιά τους και πήραν λυπημένοι τον δρόμο της επιστροφής. Στο μονοπάτι καθώς πήγαιναν, άκουσαν σκυλιά να «πηγαίνουν» από κοντά ένα γουρούνι. Κοντοστάθηκαν, σήκωσαν τα ντουφέκια τους και ο κάπρος έπεσε σχεδόν στα πόδια τους. Έπιασαν και τα σκυλιά και περίμεναν. Έφτασε η γουρουνοπαρέα, τους παρέδωσαν το θήραμα και τα σκυλιά και έφυγαν.

Πληροφορήθηκα εκ των υστέρων ότι η λαγοπαρέα που έπεσε θύμα του κατσαπλιά, ήταν από την Αθήνα, και μαζί της ο πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου Αιγάλεω ο κ. Γεωργακόπουλος. Ήταν η ίδια παρέα που παρέδωσε το ξένο γουρούνι.

Κάπως έτσι κυλούν τα πράγματα στα κυνηγοτόπια, ο ένας «χαίρεται» τον ξένο λαγό, άλλοι το ξένο γουρούνι, και ευτυχώς – λίγοι και ρομαντικοί, αληθινοί κυνηγοί και εραστές της φύσης, αγωνίζονται για το fair play που λέμε και στην Ελλάδα. Κάποιοι με τις πράξεις τους κερδίζουν φίλους και κάποιο κερδίζουν εχθρούς. Σοφά λέει ο λαός μας: όπως στρώσεις θα κοιμηθείς».

Μην μας κακοφαίνεται, μα, ο δρόμος ο καλός, ο δύσκολος, που είχε επιλέξει κάποτε και ο Ηρακλής, περνά από βράχια και γκρεμούς, από διάσελα και κορφές – και από εκεί όλα φαίνονται ξάστερα. Μέχρι τότε όμως, μέχρι το μακρινό μέλλον, ας κάνουμε υπομονή, και δυστυχώς ας ζήσουμε και στο βούρκο του ληστή των ορέων …

=============================================

Αφιερωμένο – και ας μην τον γνωρίζω, στον πρόεδρο του κυνηγετικού συλλόγου Αιγάλεω που δίδαξε κυνηγετική παιδεία.
=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Αυτή τη Τετάρτη και κάθε Τετάρτη


Κυνηγών "βίοι παράλληλοι"

=============================================

Ένα ελεύθερο περιοδικό, για ελεύθερους ανθρώπους, για ελεύθερους κυνηγούς

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Ο «μη πόλεμος» της ΚΣΕ …

Το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες έχει διαμορφωθή κάπως έτσι: «δεν διεκδικούμε τίποτα και επιδιώκουμε τον μη πόλεμο». Γελοίο είναι το μότο αυτό και γελοίο ακούγεται, αλλά εμείς δεν είμαστε «ειδικοί» για να εμβαθύνουμε στα «ευφυή» δρώμενα της εξωτερικής μας πολιτικής.

Προφανώς το δόγμα αυτό σε μικρογραφία υιοθετεί και η δική μας ΚΣΕ και επιδιώκει με την «υψηλή» πολιτική της να διαχειριστεί και να λύσει τα προβλήματα του κυνηγίου που προκύπτουν από τον πόλεμο που έχουν υιοθετήσει άλλες ομάδες εναντίον μας που μπορεί να λέγονται και οικολογικές ή όπως αλλιώς. Γνωστό είναι επίσης το «φρούτο» του ακτιβισμού – τα παλικάρια εκείνα που δρουν τρομοκρατικά – έμμισθα όργανα μιας νέας πρακτικής και επιδιώκουν απελευθερώσεις παραγνωρίζοντας τα μελλούμενα από τις εγκληματικές πράξεις τους. Σαν συμπαραστάτες δε, βρίσκουν και μερικούς ανεκδιήγητους τύπους με ασαφή πολιτικό υπόβαθρο που αρθρογραφούν κατά περιόδους σε «σοβαρά έντυπα».

Ο Έλληνας κυνηγός βάλλεται πανταχόθεν και η επίσημη γραμμή όπως φαίνεται είναι μονάχα κάποιες σκόρπιες ανακοινώσεις σε κυνηγετικά έντυπα και τώρα τελευταία και στο διαδίκτυο. Η πράξη όμως απέδειξε μέχρι σήμερα ότι η πολιτική τούτη της ΚΣΕ δεν έχει αποδώσει και ο κυνηγός είναι ευάλωτος στις ορέξεις της παραπληροφόρησης και της κατευθυνόμενης ενημέρωσης. Ευάλωτος και στους «λεοντόκαρδους» του ακτιβισμού.

Η ΚΣΕ δεν νομιμοποιείται από κανέναν να μας νουθετεί με αστείες ανακοινώσεις της - τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ψηφίσουμε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Δεν είμαστε στρατιώτες της μα ούτε άβουλα όντα για να μας κατευθύνει στο κομματικό μαντρί του όποιου πολιτικού χρώματος. Δεν νομιμοποιείται να μας συμβουλεύει πως πρέπει να προτιμήσουμε εκείνους τους υποψηφίους που «αγαπούν» το κυνήγι και άλλα τέτοια «όμορφα» και κατά την γνώμη μου φαιδρά. Μάλλον ξεχνά η ΚΣΕ ότι είμαστε μέλη της και όχι τυφλά όργανά της.

Αντί λοιπόν να σπαταλά χρόνο σε ανακοινώσεις που ξεφεύγουν της δικαιοδοσίας της, ας ασχοληθεί – και είμαστε μαζί της – συμπαραστάτες της, με τον αήθη πόλεμο που δεχόμαστε από διάφορες θλιβερές οργανώσεις και από κέντρα που ζουν και αναπνέουν από τον δικό μας οβολό – από τον Έλληνα φορολογούμενο πολίτη.

Στον πόλεμο απαντάμε με πόλεμο και δεν ακολουθούμε το «χριστιανικό δόγμα» που λέγει: «αν σε χτυπήσουν στο ένα μάγουλο εσύ γύρισε και το άλλο». Συγχωράτε με αν δεν είμαι ακριβής με τις λέξεις μα κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Η ΚΣΕ έχει επιλέξει τον παθητικό δρόμο – ενώ ξέρουμε πως η πρακτική αυτή είναι λανθασμένη.

Όταν ένα έντυπο γράφει ανακρίβειες, όταν ένας δημοσιογράφος αντί να δώσει στο αναγνωστικό κοινό την σωστή ενημέρωση που του επιβάλει και το λειτούργημά του – όταν εν τέλει η επίθεση που δεχόμαστε έχει συγκεκριμένες αφετηρίες, τότε πρέπει, έχει υποχρέωση η ΚΣΕ να αντιτάξει από πάνω της και από πάνω μας τα σκουπίδια, τους ρύπους που αφήνουν τέτοια λιβελογραφήματα.

Επιτέλους, ας επιλέξει τον πόλεμο, «τον πατέρα των πάντων» που έλεγε πριν» μερικά χρόνια» και ο μέγιστος Ηράκλειτος, και δεν θα χάσει. Τον πόλεμο τον κερδίζουν οι δυνατοί και όσοι έχουν μαζί τους και το δίκιο. Οι αριθμοί φέρνουν τη δύναμη – οικονομική και πολιτική. Και εμείς οι κυνηγοί, κάτω από την προοπτική αυτή, είμαστε δυνατοί. .

Η ΚΣΕ με το επιτελείο της, έχει κάθε υποχρέωση να απαντά με οποιοδήποτε τρόπο – δυναμικό όμως και αποτελεσματικό, αστραπιαία, σε όποια επίθεση δεχόμαστε, απ’ όπου και αν προέρχεται. Μας οφείλουν και δεν οφείλουμε σε κανένα. «Παίζουν» τα αρμόδια υπουργεία και μερικές πικραμένες οργανώσεις με τη δική μας τσέπη και αντί να έχουμε τον πρώτο λόγο, «φροντίζουμε» να έχουμε «καλές σχέσεις» με το πολιτικό κατεστημένο.

Μα αγαπητοί συνάδελφοι κυνηγοί, της ΚΣΕ και όλων των άλλων κυνηγετικών φορέων, δεν αντιλέγει κανείς στις καλές σχέσεις και στην διπλωματική οδό. Όταν όμως από μόνες τους οι πρακτικές αυτές δεν αποδίδουν, έχουμε υποχρέωση να κινηθούμε επιθετικά για να προασπίσουμε τα δικαιώματά μας, που απορρέουν από τους Νόμους και τις επιταγές του Συντάγματος.

Αντί λοιπόν για συμβουλές «τι να ψηφίσουμε» προχωρήστε και ασχοληθείτε με τα αληθινά προβλήματα του κυνηγίου …

==========================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Αυτή τη Τετάρτη και κάθε Τετάρτη





"Μάθετε πρώτοι το νέο χτύπημα του Υπουργείου Περιβάλλοντος στους Έλληνες κυνηγούς!

Δείτε πως το 21% της Ελλάδος βαδίζει προς την απαγόρευση του κυνηγίου!
αλλά και το σχέδιο ΥΠΕΚΑ για να κοπεί το κυνήγι στο 1/5 της χώρας!



Ο «μη πόλεμος» της ΚΣΕ …

=============================================

Ένα ελεύθερο περιοδικό, για ελεύθερους ανθρώπους, για ελεύθερους κυνηγούς

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Νεκρός κυνηγός αγριογούρουνων στην Αρκαδία !!

Τις πρωινές ώρες χθες (24.10.2010) στην αγροτική περιοχή «Βαθιά Λάκα» Σπαναϊικων Φαλαισίας Αρκαδίας κυνηγός - άνδρας ηλικίας 65 ετών, κάτοικος περιοχής, κυνηγώντας αγριόχοιρους, κατά τον χρόνο που ευρίσκετο σε αναμονή, πυροβολήθηκε με κυνηγετικό όπλο από άγνωστο μέχρι στιγμής δράστη, ο οποίος προφανώς τον εξέλαβε ως θήραμα, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του.

Ο ανωτέρω κυνηγός βρέθηκε νεκρός την 08:10 ώρα χθες από συγχωριανό του.

Έρευνα – προανάκριση για την υπόθεση ενεργεί το Α. Τ. Μεγαλόπολης σε συνεργασία με το ....Τ. Α. Τρίπολης.

Πηγή: από το blog «Καλημέρα Αρκαδία».

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Άγριο ξύλο στα κυνηγοτόπια - για τα μάτια μιάς γουρούνας;

Πολύ άγριο ξύλο έπεσε ανάμεσα σε ομάδες γουρουνάδων στα ορεινά της Αρκαδίας το Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010, και συγκεκριμένα στον αγροτικό δρόμο προς τον Βλόγγο.

Η μία ομάδα ήταν από της περιοχή της Πάτρας και η άλλη από την περιοχή της Αρκαδίας. Ποια ομάδα έφαγε το περισσότερο ξύλο δεν γνωρίζουμε – αφού όταν έφτασε στην περιοχή η αστυνομία, βρήκε μόνο την μία ομάδα. Οι κυνηγοί εξ Πάτρας είχαν αναχωρήσει νωρίτερα!! Άρα;

Τον ακριβή λόγο δεν τον μάθαμε αλλά εικάζουμε ότι ήταν μάλλον για τον κυνηγότοπο, εκτός και αν ήταν για καμιά γυναίκα – οπότε θα δικαιολογούσαμε και το ξύλο – για λόγους τιμής εννοείτε!!

«Σφάζονται» παλικάρια για τους κυνηγότοπους λοιπόν, «ορέα».

Στον τόπο «της αμαρτίας» κατέφτασαν έγκαιρα τρία (3) jeep της αστυνομίας από Τρόπαια, Λαγκάδια και Δημητσάνα – και άλλα τρία jeep της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής Πελοποννήσου. Τα «πουλάκια» όμως είχαν πετάξει…

Τα μέλη αυτών των ομάδων, πιθανότατα θα είναι ευϋπόληπτα μέλη στον κύκλο τους, ασφαλώς θα έχουν και εκλογικό βιβλιάριο – σαν Έλληνες πολίτες που είναι και ασφαλέστατα θα έχουν και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι!!

Με λίγα λόγια, αυτή είναι η κοινωνία των γουρουνάδων στην πλειοψηφία της. Και μη μου πει κανείς το αντίθετο γιατί θα τον μαλώσω!!! Και μην μου δικαιολογήσει κανείς τους μεν ή τους δε - γιατί είναι ντροπή μεγάλοι άνθρωποι 50 κ 60 χρόνων, οικογενειάρχες, να κυλιούνται στο χώμα αλληλοσπαρασσόμενοι προς χάρη του κάπρου!! Στο βούρκο και στη λάσπη κυλιέσαι μονάχα αν έχεις στην αγκαλιά σου καμιά ωραία γκομενίτσα και σε έχει παλαβώσει. Αυτό το καταλαβαίνω…

Καλά κάνει η ΚΣΕ και δεν ασχολείται με τους κυνηγούς, έχει σοβαρότερα προβλήματα να λύσει, ποιος νοιάζεται σήμερα για την κυνηγετική παιδεία!!

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Εμείς και οι «άλλοι» στα κυνηγοτόπια …

Η ομορφιά του βουνού, η σιωπή του, το γουργουρητό του αέρα του, τα νερά του που «πηδάνε» από τα σπλάχνα του, έναν μονάχα εχθρό έχουν – εμάς, τα ανθρώπινα έλλογα(;) όντα.

Σήμερα δεν θα μιλήσουμε για το σκουπιδαριό που αφήνουν στο πέρασμά τους όλοι οι «φυσιολάτρες» - κυνηγοί, ορειβάτες, πεζοπόροι, κατσαπλιάδες κ.α. Θα μιλήσουμε (τι πρωτοτυπία άναξ (!)) για τις ασχήμιες του γουρουνάδων.

Σκηνή 1η – Όψιμος γουρουνοκυνηγός, ενταχθείς μάλλον υπό δοκιμή σε καλή (ομολογουμένως) ομάδα, πάει στο χωριό του και θεωρεί σκόπιμο ότι, για να πιάσει τον κυνηγότοπο, πρέπει να κλείσει τον αγροτικό δρόμο που ξεκινά μέσα από το χωριό. Παρκάρει το αυτοκίνητό του, βάζει στο παρμπρίζ και μία κακογραμμένη πινακίδα «χαλασμένο» και πάει να πλαντάξει στα τσίπουρα. Μέσα όμως από τον δρόμο υπάρχουν αγρότες που μαζεύουν καρύδια στα χωράφια τους. Τελειώνουν οι άνθρωποι τη δουλειά τους και επιστρέφουν με το αγροτικό τους γεμάτο από τον κόπο τους. Ω θεοί (!), τους φράζει τον δρόμο ο γουρουνοκυνηγός με το «χαλασμένο όχημα». Φωνάζουν, κορνάρουν, αγανακτούν, υπομένουν ώρες πολλές οι αγρότες για να επιστρέψει ο κυνηγός (;) και να απορήσει μαζί τους – «με τι δικαίωμα πήγατε εσείς στα χωράφια σας σήμερα;». Ο ίδιος κυνηγός κάνει και άλλα «κόλπα» για να πιάσει τον κυνηγότοπο. Έφτιαξε ο πονηρούλης πινακίδες που γράφουν: «εδώ κυνηγά η ομάδα του ……. και ο τόπος είναι πιασμένος». Τις σκορπά στο χωριό και φεύγει ήσυχος για την Αθήνα ή δεν ξέρω που αλλού και όταν επιστρέφει το επόμενο σαββατοκύριακο, ξέρει, ο «τόπος είναι πιασμένος».

Σκηνή 2η - Σε άλλη ομάδα που τα μέλη της δεν αντέχουν το πρωινό εγερτήριο, παρκάρουν από την προηγούμενη ημέρα το λευκό αγροτικό τους (βοηθητικής χρήσης) και σε πινακίδα που είναι τοποθετημένη και αυτή στο παρμπρίζ γράφουν: «η τοποθεσία για αγριογούρουνα είναι κλησμένη». Και όταν ξημερώσει για τα καλά ξεκινούν να κυνηγήσουν στον «κλησμένο» τόπο.


Σκηνή 3η – συνέβη σε εμένα σε παρελθόντα χρόνο. Ξεκινώ κατά τις 4 το πρωί από το σπίτι μου για τον κυνηγότοπο. Μέσα στο χωριό όμως – και πάνω στον ασφάλτινο δρόμο, ένα αγροτικό όχημα έχει παρκάρει και φράζει κάθε προσπέλαση. Κορνάρω ελαφρώς, αναβοσβήνω και τα φώτα και περιμένω. Ησυχία. Ανάβω τσιγάρο, πίνω και δυό γουλιές ζεστό καφέ. Αναβοσβήνω πάλι τα φώτα και κορνάρω στο φτερό. Τίποτα. Βάζω στο cd player Σκαλκώτα και πίνω άλλες δυό γουλιές από τον καφέ. Ησυχία απόλυτη στο χωριό. Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο και πλησιάζω το αγροτικό όχημα και βλέπω μέσα να κοιμάται του καλού καιρού ο οδηγός του. Του κτυπώ διακριτικά το τζάμι – μην τρομάξει ο άνθρωπος και πάθει τίποτα. Ανασηκώνεται, με βλέπει και έπειτα από λίγα λεπτά βγαίνει: τι θέλεις ρε και με ξυπνάς;» «Θέλω να περάσω και έχεις κλείσει τον κεντρικό δρόμο του χωριού». «Τι λές ρε, εγώ έχω πιάσει τον κυνηγότοπο». Δεν ήθελα να χαλάσω το πρωινό μου, κουράζομαι πολύ στη ζωή μου για να μπορώ να το απολαμβάνω – δεν επέτρεψα λοιπόν στον εαυτό μου την κόντρα μα το γέλιο. «Αδελφέ, του λέω, κοίταξε γύρω σου τι έχεις κλείσει και τι τόπο πιάνεις και μου λες». Πράγματι, κοίταξε ολόγυρα του, είδε τα αμάξι του ανάμεσα στα σπίτια του χωριού και μου λέει: «έρχομαι εδώ πρώτη φορά και μου είπαν να κλείσω τον δρόμο εδώ». «Όχι, φίλε μου, του λέω, αν θέλεις τον κυνηγότοπο, να πιάσεις στον δρόμο εκεί… αλλά όχι όμως να τον κλείσεις, βάλε το αμάξι σου σε μια άκρη».

Στην κουβέντα που συνεχίστηκε μέσα σε καλό κλίμα, μου είπε την ομάδα του και πως για πρώτη φορά κυνηγούσε γουρούνια. Καλός άνθρωπος όπως φάνηκε. Μπερδεύτηκε, ήταν από τον δρόμο κουρασμένος, αγχωμένος να δείξει τον καλύτερο του εαυτό στην ομάδα του, έκανε ένα λάθος. Μικρό το κακό, μα θα μπορούσε να γινόταν μεγαλύτερο αν ήμουν κι εγώ «αγχωμένος».

Πέρα από τα τρία αυτά «μικρά επεισόδια», έχω την αίσθηση ότι και οι καλές ομάδες αρχίζουν να χαλάνε ή για να το πω αλλιώς, ίσως να θεωρούν δεδομένη την καλή λειτουργία τους. Τίποτα όμως δεν είναι δεδομένο. Ειδικότερα δε, όταν τις καλές ομάδες τις πλαισιώνουν νέα μέλη.


=============================================
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010
=============================================
Στη φωτό: κυνήγι αγριογούρουνου στον Έβρο !!!

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

"Τύπος - Κυνήγι" - από τον Ελεύθερο Τύπο

Αυτή τη Τετάρτη και κάθε Τετάρτη



Εμείς και οι «άλλοι» στα κυνηγοτόπια …

=============================================

Ένα ελεύθερο περιοδικό, για ελεύθερους ανθρώπους, για ελεύθερους κυνηγούς

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Τα χούγια της ομάδας …

Έξω ο νοτιάς έχει κέφια. Από το πρωί στο κυνήγι ως και τώρα που βράδιασε για τα καλά και γράφω τις γραμμές αυτές, δεν λέει να σταματήσει. Μα και όταν σταματά αρχίζει η βροχή τα δικά της παιχνίδια. Μπήκαμε στο χινόπωρο (έτσι έλεγαν οι παλιοί το φθινόπωρο), στην ευλογημένη εποχή των βροχών και των χρωμάτων.

Η ομάδα κοιμήθηκε στο βουνό από το βράδυ της Παρασκευής. Συγκεντρώθηκε στο χέρσο χωράφι κατά τις 8 και άπλωσε με τέχνη τις «προμήθειες της» πάνω στο αυτοκίνητο. Είχα πει να φέρω από το σπίτι τον σοφρά μα δεν με άκουσαν (!). Την ψητή γουρουνοπούλα την έφεραν από το Λεβίδι οι Φλέσας και Πίπας που εξακολουθούν να κυνηγάνε τον «αυτιά» και τα καταφέρνουν καλά – ειδικότερα αν ο Πίπας έχει κέφια. Το κρασί και το ψητό σκορκοφίνι το έφερε ο Ξηροκαμπίτης, το ζυμωτό ψωμί ο Γιωργάκης, το ψητό κοτόπουλο ο Αλέξης – που σπουδάζει στη Γεωπονική Σχολή. Οι υπόλοιποι «φροντίσαμε» και τιμήσαμε δεόντως τα πλούσια και πεντανόστιμα ελέη.

Καρδαμωμένη η ομάδα από το «μυστικό δείπνο» έπεσε με τα μούτρα στις ιχνηλασίες όταν ξημέρωσε. Η βροχή των προηγούμενων ημερών στάθηκε καλός βοηθός για την περπατησιά του κάπρου. Οι έμπειροι της ομάδας δεν άργησαν να πάνε στο κατόπι του, τον πλησίαζαν με ακρίβεια νευροχειρούργου, τον μύριζαν και πάταγαν στον ντορό του. Το κυνήγι είναι εδώ (!).

Έφυγε από την ομάδα ο «χημικός» αφού δεν κατάφερε να ενσωματωθεί μαζί μας και επέστρεψε ο Δήμος – που ο έγγαμος βίος και οι υποχρεώσεις του, τον είχαν απομακρύνει από τις δραστηριότητες της ομάδας τον τελευταίο χρόνο. «Ειδικός» της παγάνας ο Δήμος, είναι ικανός να πιάσει τον κάπρο από τα αυτιά και να τον «μαλώσει» που δεν βγαίνει από το γιατάκι του, τόσο κοντά του θέλει να φτάνει.


Πολύτιμη όμως είναι και η παρουσία του Αντώνη – ενός ανθρώπου αθόρυβου και σεμνού που ποτέ μα ποτέ δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα στην ομάδα. Πολύ καλός στο καρτέρι ο Αντώνης, σπάνια θα μιλήσει στον ασύρματο και η ψυχραιμία του είναι παροιμιώδης. Φιλότιμος, θα βοηθήσει όπου χρειαστεί με προθυμία, θα ιδρώσει, θα νοιαστεί στις δύσκολες στιγμές, θα κουβαλήσει τον κάπρο από τα πιο δυσπρόσιτα σημεία του πυκνού. Δέχεται μερικές φορές επικριτικά σχόλια άνευ λόγου και αιτίας από εκείνους που «πρώτα μιλάνε και μετά σκέφτονται» αλλά σωπαίνει και καλά κάνει – διότι η σιωπή είναι χάρισμα και ο Αντώνης είναι χαρισματικός άνθρωπος.

Υπάρχουν στην ομάδα και οι πολυλογάδες όπως η αφεντιά μου ας πούμε – που εν μέρει δικαιολογείται από την θέση της κόντρας το μπλά – μπλά, υπάρχουν και άλλοι. Όπως ο Τηλέμαχος «for example» που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει. Που θέλει να τα κάνει όλα και μετακινείται συνεχώς από το καρτέρι του ακολουθώντας τον κάπρο λες και αν τον χτυπήσει άλλος θα χαλάσει ο καιρός. Ηρέμησε Τηλέμαχε……

Ο αστυνόμος – το καλύτερο ντουφέκι της ομάδας, είναι από τους κυνηγούς που θέλει κάθε ομάδα στις τάξεις της, ουσιαστικός, θα μιλήσει όταν πρέπει και όταν συντρέχει σοβαρός λόγος. Δεν σπαταλιέται στα λόγια – αντίθετα από τον υπαρχηγό που ο λόγος του προκαλεί εκνευρισμούς στους υπόλοιπους μα σε μένα γέλια. Νευρικός ο υπαρχηγός, χάνει εύκολα την ψυχραιμία του και πέφτει σε λάθη κυρίως προσανατολισμού (!). Εμείς της παγάνας και της κόντρας που ξέρουμε τι γίνεται «μέσα στο πυκνό», γνωρίζουμε τις αδυναμίες του αλλά δεν τις μαρτυράμε (!).

Θα κλείσω τον σημερινό λόγο μου με τον Σπήλιο που έχει «στοιχειώσει να φυλά εκείνο το πουρνάρι» και παρ’ όλα αυτά δείχνει «αρχαία στωικότητα» στα παράξενα μας. Άριστος στο καρτέρι ο Σπήλιος, σιωπηλός και σοβαρός. Και παραγωγός άριστης ποιότητας ελαιόλαδου και κρασιού από τους ημιορεινούς αμπελώνες της περιοχής Ολυμπίας – Κρεστένων – τους καλύτερους αμπελώνες του κόσμου και ας λέγουν άλλα οι Γάλλοι παραγωγοί που είναι επαγγελματίες άριστοι στην προώθηση του προϊόντος τους και ας υστερεί το γαλλικό κρασί σε ποιότητα από το ελληνικό.

Συνεχίζεται …… με τον αρχηγό …

======================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010