Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Σπάλα καπρίσια – κορμιά φιδίσια …

Η κυνηγετική περίοδος μέχρι τώρα τουλάχιστον κυλά ομαλά. Ελπίζω να τελειώσει δίχως τα περσινά παρατράγουδα, χωρίς «πολεμικά ανακοινωθέντα» και να φτάσει ο καιρός να κρεμάσουμε τα όπλα μας μέχρι την επόμενη φορά.

Κάποιοι όμως δεν «ξεκουράζονται» ποτέ, δεν το σταματάνε το ευλογημένο το κυνήγι και τα όπλα τους τα έχουν πάντα ανά χείρας. Σαν τους τυχοδιώκτες commandos που σφάζουν ανελέητα ανά τον κόσμο στο όνομα «του ισχυρού».

Οι δικοί μας οι τυχοδιώκτες βέβαια, δεν «χαλάνε» ανθρώπους μα την πανίδα της χώρας μας. Μακριά από Νόμους και διατάξεις – ίσως να έχουν και κάποιον «κολλητό πολιτικό φίλο» για την «κακιά ώρα» και η δουλειά κινείται κατά πως πρέπει.

Τα περισσότερα κυνήγια του σκότους, εκτός από τα ταβερνεία περιωπής καταλήγουν και στην κατσαρόλα «πολιτικών ή άλλων φίλων» που έχουν όνομα καλό και δύναμη στις τοπικές κοινωνίες. Παλιός λαθροθήρας που είχε φιλοξενήσει το περιοδικό μας συνέντευξή του πριν καιρό, μου έλεγε of the record: «να γνώριζες μονάχα πόσους και ποιους είχα ταΐσει τον παλιό καιρό της λαθροθηρίας, δεν θα πίστευες στα αυτιά σου. Τι σημαίνοντα πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας, τι διευθυντάδες του κρατικού μηχανισμού, τι κομματικούς φίλους. «Χαλάλι τους» όμως γιατί στις δύσκολες στιγμές «αυτοί μου βρέθηκαν», αυτοί με έσωσαν από τα χειρότερα».

Συμβαίνουν αυτά στην αγία μας κοινωνία. Όλα συνηθίσαμε να τα κάνουμε κάτω από το τραπέζι, στο ημίφως που η αχτίδα φωτός φτάνει χλωμή. Και αν κάποιος μιλήσει καθαρά και φωνάξει τη γνώμη του, το ίδιο το σύστημα θα τον πετάξει, θα τον χαρακτηρίσει «γραφικό», «τρελό», «ιδιοτελή» και ένα σωρό λόγια της συμφοράς για να κόψει την δύναμη του λόγου της αλήθειας.

Δεν ξέρω αν «τα καλύτερα παιδιά γύρισαν στο σπίτι» που τραγουδούσε κάποτε η Ελλάδα που έβγαινε από τις πληγές της, μα και αν δεν γύρισαν στο σπίτι, η δύναμη τους εξαντλήθηκε από τα αργύρια που αλλάζουν χέρια κάτω από το τραπέζι. Και αν δεν είναι αργύρια ίσως να είναι καμιά σπάλα καπρίσια.

Η παρανομία βρίσκεται παντού, από το κυνήγι θα λείψει; Ποιοι είμαστε; Μήπως εξέχοντα μέλη μιάς ιδεατής κοινωνίας; Αστεία πράγματα. Η παρανομία, σε όποια κατηγορία και αν την εντάξουμε, σπάνια θεραπεύεται. Είναι σαν τον καρκίνο, αν τον έχεις σπάνια απαλλάσσεσαι από αυτόν.

Γι’ αυτό λένε για τον καρκίνο πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν στην πρόληψη. Τον είδες στην αρχή του; Τον πολεμάς, δεν εξαπλώνεται, παλεύεις και καθαρίζεις. Το ίδιο μόνο μπορεί να γίνει και με το κυνήγι – πρόληψη – που σημαίνει κυνηγετική παιδεία. Να μαθαίνει ο άνθρωπος από την παιδική του ηλικία τα πάντα για το κυνήγι, από την νηπιακή ηλικία του ακόμα. Να μαθαίνει ο παιδαγωγός στο παιδάκι πέρα από τις πανέμορφες πεταλούδες και τα ναζιάρικα σκιουράκια και τον πόλεμο που γίνεται στην φύση ανάμεσα στο δυνατό και στο αδύνατο.

Το παιδί της πόλης σήμερα, που ξέρει την πανίδα από την τηλεόραση και τα ντοκιμαντέρ, πιστεύει ότι εκεί έξω, είναι όλα όμορφα – αμ δεν είναι – δύσκολα και επικίνδυνα είναι – που το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό – η τίγρης κατασπαράζει το ελάφι, το αδύναμο φύλλο πέφτει από τον ισχυρό άνεμο, η Άνοιξη διαλύει τον πάγο και γιομίζει τα ρέματα – και γενικώς η βία είναι μία φυσικότατη λειτουργία που άλλους τους τρομάζει και άλλους τους κάνει και σκέφτονται.

Ας σκεφτούμε - και μαζί με εμάς και οι συνδικαλιστές της παρέας μας (Πάνα μου σχώρα με!), πως θα εντάξουμε το κυνήγι σαν μάθημα στα σχολεία – να μαθαίνει το μικρό παιδί από νωρίς τι ακριβώς συμβαίνει «εκεί έξω» και να αποκτήσει μεγαλώνοντας πλήρη συνείδηση του τι εστί φύση – που ασφαλώς δεν είναι μονάχα ο άθλιος λαθροθήρας μα μια αλληλουχία πραγμάτων που ενώνοντας τα έχουμε τον ορισμό της ζωής.

Την «Ζωή» μπορούμε να την δούμε και σαν μία ωραία γυναίκα, με τα πλούσια κάλλη της (τι σκέφτομαι σήμερα;) τους χυμούς της, το φιδίσιο κορμί της και να θελήσουμε να την απολαύσουμε. Λένε πολλοί πως το παράνομο είναι «πιο γλυκό», εγώ θα ‘λεγα πως το νόμιμο είναι πιο υγιές …

=============================================

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010