Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Κυνηγετικές παραγγελιές ...

«Θέλω ένα μεγάλο μπούτι από αγριογούρουνο, έξι, οχτώ κιλά, δεν με πειράζει. Έχω τραπέζι σπίτι και … καταλαβαίνεις. Θα μου φέρεις; Με το αζημίωτο φυσικά».

Αυτά άκουγα, ή μάλλον αυτή τη παραγγελιά πήρα, από άνθρωπο που στο γιορτινό τραπέζι θέλει οπωσδήποτε να έχει και μπούτι αγριογούρουνου. Τον κοίταξα καλά, και με σοβαρό ύφος του είπα: Μα και συ ζητάς ένα μπούτι, το άλλο τι θα το κάνω; Να μου μείνει αμανάτι;
Δεν κατάλαβε φυσική την σκωπτική μου απάντηση ο συνομιλητής μου. Και δεν είχα λόγους να του εξηγήσω πως παίρνουμε στο κυνήγι μας το κρέας, αλλά και πόσο μας αναλογεί κάθε φορά που έχουμε θηρεύσει ένα άγριο. Εκείνο που παρατήρησα δοθείσης της αφορμής, είναι πως το αγριογούρουνο έχει μπει για τα καλά στην διατροφική συνήθεια του Έλληνα. Κι αυτό γιατί, εμείς οι κυνηγοί του κάπρου, το κρέας που κάθε φορά μας αναλογεί, το προσφέρουμε σε φίλους μας καλούς για να γευτούν κι αυτοί τις δικές μας χαρές και να νιώσουν ίσως τους μεγάλους κόπους που απαιτούνται για την θήρευση του. Αλλά πάντοτε, κάποιοι θα μείνουν παραπονεμένοι γιατί οι ποσότητες που θηρεύουμε δεν αρκούν για όλους.
Η παραγγελιά που ανέφερα, προφανώς δείχνει άγνοια των πραγμάτων. Ενδεχομένως να άκουσε ο συνομιλητής μου ότι πουλάνε άγριο και σκέφτηκε να παραγγείλει κι αυτός. Δεν τον αδικώ, κάθε άλλο μάλιστα. Και πάλι, πουλάνε μερικοί κυνηγοί ότι τους απομένει, αλλά αυτές είναι ποσότητες μικρές. Και το κάνουν για να καλύψουν μέρος των εξόδων του κυνηγίου αυτού που σήμερα δυστυχώς είναι αβάσταχτα. Υπάρχουν φυσικά και εκείνοι οι λαθροθήρες που την στήνουν στα νερά και όπου θα πάει το γουρούνι για βοσκή, και καταστρέφουν ακόμα και κοπάδια. Αυτοί έχουν άλλες «ανάγκες». Δεν το κάνουν ούτε για το γιορτινό τραπέζι, ούτε για να προσφέρουν σε φίλους, ούτε για να κάνουν δωρεές σε απόρους. Αυτοί είναι παράνομοι έμποροι, επαγγελματίες, που θέλουν μεγάλες ποσότητες για να καλύψουν τη ζήτηση των πελατών τους, ή ακόμα για να προσφέρουν το εξαίσιο έδεσμα στις ταβέρνες τους χρεώνοντας την μερίδα 20 και 25 ευρώ!
Εντυπωσιακό είναι επίσης, πόσος κόσμος googleάρει συνταγές για αγριογούρουνα. Και το λέω με επίγνωση, βλέποντας τα στατιστικά στοιχεία από το blog που έχω. Οι περισσότεροι επισκέπτες έρχονται από το google αναζητώντας την καλύτερη συνταγή. Και σε ένα κυνηγετικό blog μετά έρχονται οι επισκέπτες για το κυνήγι. Δεν είναι παράδοξο; Αν αυτό συνέβαινε πριν 10 χρόνια θα ήταν παράδοξο. Σήμερα όμως το κυνήγι του κάπρου είναι διαδεδομένο. Και οι περισσότεροι έχουν ένα φίλο που κυνηγά αγριογούρουνα.
Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν καλά ότι δεν καταναλώνω καθόλου κρέας πλην από εκείνο του κυνηγίου. Αυτό συμβαίνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Οι διατροφικές μου συνήθειες περιλαμβάνουν κρέας μόνο όταν επιτρέπεται το κυνήγι. Τα σκουπίδια που έχουν μεγαλώσει με ένα σωρό δηλητήρια μόνο και μόνο για να φουσκώσουν γρήγορα και να αποκτήσουν βάρος, δεν μου λένε απολύτως τίποτα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζαρζαβατικά που αναπτύσσονται με χημικά λιπάσματα. Εκεί η ζημιά είναι ακόμα μεγαλύτερη αφού καταστρέφονται και οι υδροφόροι ορίζοντες.
Τελικά, στην χώρα μας, οικολογική συνείδηση έχουν ως επί το πλείστον οι κυνηγοί – εκείνοι όμως που σέβονται τους κανόνες του κυνηγίου, και ελάχιστοι οικολόγοι. Και να πω εδώ ότι οι πραγματικοί οικολόγοι, αυτοί οι άνθρωποι που έχουν μελετήσει την φύση και την αγαπούν, δεν είναι αντίθετοι στο κυνήγι. Το αντίθετο μάλιστα. Αντίθετοι και απόλυτοι είναι όσοι οικολογούν από μακριά, άνθρωποι συνήθως της πόλης που ακόμα και αυτή τη βροχή τη θεωρούν χαλαζόπτωση! Άνθρωποι δηλαδή που αγνοούν βασικά πράγματα της φύσης αλλά φεύ, κόπτονται περί αυτής. Ας είναι. Τα δικαστήρια δεν είναι η λύση για το κυνήγι. Και το γνωρίζουν πολλοί αυτό. Αλλά, έχουν ανάγκη μερικές φορές να αποκτούν δημοσιότητα, να δίνουν ένα τόνο αναγνώρισης στη μιζέρια τους …
============

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Το δώρος της Αρτέμιδος ...

Πέρασε και η εποχή της συλλογής της ελιάς – τουλάχιστον για τους περισσότερους. Η παραγωγή ήταν και φέτος πολύ καλή λένε οι γνωρίζοντες, που σημαίνει ότι θα ανασάνει κατά κάποιο τρόπο η οικιακή οικονομία και όχι μόνο.

Δυστυχώς, δεν έχω λιόδεντρα. Κάτι βουνά πουρναροσκέπαστα μονάχα έχω, που έτσι και τα κλείσω θα φτιάξω την μεγαλύτερη ρεζέρβα της Πελοποννήσου! Όμως, ζηλεύω τους φίλους μου που έχουν 50, 100, 200, ρίζες ελιές και σκύβουν με τα λιόπανα και συγκεντρώνουν τον θείο καρπό. Ευλογημένοι όσοι κοπιάζουν για το ιερό και πανάρχαιο δέντρο.
Αυτά εκμυστηρευόμουν πριν από χρόνια σε μια τηλεστάρ που τυχαία αντάμωσα σε παρέα της διανόησης. Και αυτή, για να μου γλυκάνει την πίκρα και τον καημό, μου αφιέρωσε στις επόμενες ημέρες την εκπομπή της: «στον Βουνάρχη με αγάπη», και ράγισαν οι συχνότητες, συγκινήθηκα κι εγώ, αλλά λιόδεντρα ακόμα δεν αξιώθηκα να αποκτήσω. Που θα πάει όμως, 50 ρίζες ελιές κάποτε θα γίνουν κατάδικές μου, και θα σκύβουμε με την πετροπέρδικα να απλώνουμε τα λιόπανα, να ραβδίζουμε, να ιδρώνουμε, να κουραζόμαστε, και να ευλογάμε τη θεά Δήμητρα για τους καρπούς της.
Τα είχαν φτιάξει καλά τα πράγματα οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Κάθε θεός και μια ειδικότητα. Και για το κυνήγι μας σμίλεψαν εκείνη τη πανέμορφη Άρτεμη, που αντί για πορτοκαλί γιλέκο φόρεσε την φαρέτρα με τα δηλητηριώδη βέλη της και λάβωνε θανάσιμα κάθε θνητό που σήκωνε το κεφάλι του με λάγνο τρόπο στα κάλλη της θεάς. Όσοι όμως κοιτούσαν τη δουλειά τους και δεν νοιαζόντουσαν για θεϊκές έννοιες, περνούσαν καλά στην εξοχή και στα δάση, κυνηγούσαν ελεύθερα και άφοβα τα θηράματα που λαχταρούσαν.
 
Το δικό μας το θήραμα, το παρακολουθούσαμε καιρό. Καπρί θεριό, πάντα μονάχο του, να βαδίζει αργά και να ταρακουνιέται η γης. Το είχαμε, και πάντα το χάναμε, το κλείναμε και πετούσε σαν αερικό, το βλέπαμε στο πουθενά και ξαφνικά σκόνη γινόταν, αιθέρας. Κάναμε πολλές σπονδές στη θεά να μας το δώσει, ύμνους της απαγγείλαμε, σφάγια της δωρίσαμε. Και συγκινήθηκε η αλαφροΐσκιωτη αρχόντισσα του δάσους και μας το χάρισε. Και διάλεξε την μέρα της προσφοράς της.
Έξι άτομα συγκεντρωθήκαμε προχθές στον πουρναρότοπο. Λίγοι δεν είμαστε; ακούστηκε η φωνή κάποιου. «Είμαστε όσοι πρέπει για το θεριό», έσπασε τη σιωπή η φωνή του αρχηγού. Αργά τα λόγια, μεταλλικά, μας έκαναν να ριγήσουμε και να κοιτάμε γύρω μας. «Σήμερα είναι η μέρα μας, σήμερα έχουμε το ραντεβού με τον μύθο του δάσους», έσωσε τον λακωνικό λόγο του. 
Εγώ το ήξερα, το είχα νιώσει. Δεν είχα μυρίσει ακόμα την καπρίλα του, αλλά η αύρα της θεάς με τα βέλη της, ήταν έντονη, λάμπρυνε την βροχερή και κρύα μέρα. Και σηκωθήκαμε από τη φωτιά του καφέ και του ονείρου, φορτωθήκαμε τα σακίδια μας και αμίλητοι φτάσαμε ο καθένας στη θέση του. Ήμασταν έτοιμοι για την μεγάλη συνάντηση. Αερικά κι εμείς, παιδιά της όμορφης θεάς.
Το θεριό σηκώθηκε, φύσηξε ολόγυρά του και τα σκυλιά πετάχτηκαν 10 μέτρα πίσω, τέτοια δύναμη είχαν τα πλεμόνια του. Δεν το πλησίασαν πάλι κοντά. Από απόσταση ασφαλείας του βαρούσαν στάμπα, μα ο μοναχικός άρχοντας του δάσους γελούσε τρανταχτά μαζί τους. Κι έγειρε το σώμα του αντίθετα από τα καρτέρια, να πετάξει ήθελε πάλι, και θα τα κατάφερνε, αν ο αρχηγός μας,  δεν είχε γίνει πέτρα πάνω στη πέτρα, αν δεν είχε ριζώσει στο λιθάρι της ελεύθερης στράτας. Και το θεριό του όρμησε. Μα αυτός δεν δείλιασε, ξέρασε τη φωτιά, ή όχι; Μήπως πέταξε τα βέλη της θεάς; Μήπως αυτή τον καθοδηγούσε; Και το θεριό λαβώθηκε, έπεσε, μα σηκώθηκε πάλι. Βγήκε σε τόπο ανοικτό, αδιάφορο και τραυματισμένο. Από πίσω ο αρχηγός, από απόσταση ασφαλείας κι αυτός. Μέχρι που το είδε να πέφτει πάλι.
Σίμωσε κοντά ο αρχηγός, άκουσε ένα αλαφρό θρόισμα, σαν να είδε μια σκιά, τη φιγούρα της θεάς να απομακρύνεται. Έβγαλε από την αποθήκη του τα δυό φυσίγγια κι ακούστηκε η φωνή του: «ελάτε, κυνήγησε και η Άρτεμις μαζί μας σήμερα.  
==============
 

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

 

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Σκυλιά του «μεταφραστικού» …

Ο χαλασμένος κυκλώνας που έφτασε από τα δυτικά, γιόμισε απελπισιά τον κόσμο, τόση πολύ βροχή είχε ακόμα μέσα του. Και αμπαρώθηκε στα σπίτια του φοβούμενος τα χειρότερα. Μονάχα η καλή μου πέρδικα έσκιζε τις επικίνδυνες στροφές για να έλθει στη ζεστασιά του καμένου ξύλου, και στην αγκαλιά που την περίμενε.

Το λιτό γεύμα της αγάπης, το κόκκινο – φυλαγμένο καλά,  από την πολυκαιρία κρασί που ανοίχθηκε για τα ζεστά της χείλη, η γρατζουνισμένη μουσική από προπολεμικά ρεμπέτικα που σάρωνε τον μικρό χώρο της ζεστής γωνιάς, η βροχή που δυνάμωνε έξω μα και η φλόγα που άναβε μέσα, μας έκαναν να ξεχαστούμε αντικρίζοντας κατάματα τη ζωή μας.

Έξω, ακουγόταν η σκύλα που και που να γρατζουνάει πότε την πόρτα και πότε να αγριεύει (τάχα μου). Δεν την είχαμε ξεχάσει, πως θα μπορούσαμε άλλωστε. Και στην ώρα της γευμάτισε κι αυτή, αλλά κρασί δεν της δώσαμε, το μπουκάλι δεν έφτανε για τη δική μας δίψα.

Το πρωί, αχάραγα ακόμα, άφησα τη ζεστή αγκαλιά και σηκώθηκα. Έφτιαξα την καυτή σοκολάτα μου, και κάθισα αντικριστά στο τζάκι που σιγόκαινε. Οι ψίθυροι του έβγαζαν ήχους αρμονικούς. Βυθίστηκα στη σιωπή της φωτιάς και για λίγο – όσο κρατεί μια ζεστή σοκολάτα, ένιωθα ευτυχής. Για αυτά τα λίγα που είχα ή τα πολλά ίσως. Η γλυκιά πέρδικα κοιμόταν, ελαφρά, σαν πουλάκι στη ζεστή φωλιά του. Ετοίμασα με προσοχή τα πράγματα μου και βγήκα από το σπίτι.

Στο βουνό έφτασα στην ώρα μου. Την ώρα του διαλογισμού και των σχεδίων. Μία από τις καλύτερες στιγμές στο κυνήγι μας, γιατί θωρούμε ότι το σχέδιο που αναλύεται από τον αρχηγό, είναι τόσο άψογο και εφικτό, που μετά απορούμε τι στράβωσε και χάθηκαν οι κόποι μας. Όμως τα γουρούνια μπορεί να χάνονται μερικές φορές, αλλά τα κέρδη από την επαφή με την υγρή γη δεν μετριούνται, είναι πολλά και μεγάλα.

Όμως το κυνήγι μας πήγε καλά, όλα τα παιδιά μόχθησαν, βράχηκαν, ίδρωσαν, σακατεύτηκαν στα περάσματα του πυκνού δάσους. Και μπορεί ο λόγος του αρχηγού να είναι κοφτός πολλές φορές, δεν έχει όμως μέσα του την παράνοια λόγου χάρη που είχε ο λόγος του νιόφερτου κυνηγού που αντί να προσαρμοστεί στα χούγια της ομάδας μας, άρχισε να βγάζει λόγους πύρινους, άσκοπους, ανάλατους, και δυστυχώς κακεντρεχείς. Όχι, ο λόγος του αρχηγού είναι στέρεος, αν και μερικές φορές εκνευρίζεται επειδή κάποιος θα κοιμηθεί λιγάκι παραπάνω εκεί που περιμένει. Δεν λέω, τον υπνάκο μας στο βουνό, κάποια στιγμή, όλοι μας, για δέκα έστω λεπτά θα τον απολαύσουμε, θα ξεχαστούμε από την κούραση και θα γείρουμε τα βλέφαρά μας. Αρκεί ο γλυκός αυτός ύπνος να μην έχει αρνητικές επιπτώσεις στην παγάνα μας.

«Να δοκιμάσουμε και τα δυό σκυλιά σήμερα» που έφερε ο «σκληρός» της ομάδας, ακούστηκε να λέει κάποιος. Από Τουρκία, Σκόπια, δεν συγκράτησα τον τόπο προέλευσης.  Αλλά τα σκυλιά αυτά συνήθως δεν κάνουν στο δικό μας κυνήγι, δεν προσαρμόζονται εύκολα στο πυκνό πουρνάρι. Και εν μέσω κυνηγίου δεν ενδείκνυται η δοκιμή τους τόσο. Αλλά τα δοκιμάσαμε. Και δεν πήγαν καλά. «Λογικό είναι, δεν ξέρουμε και τη γλώσσα τους!», ακούστηκε έτερος καππαδόκης με διάθεση σκωπτική. Πάντως, κανά δυό φορές που φώναξα στα σκυλιά της αλλοδαπής: «έλα εδώ, κάθισε κάτω κτλ…», έδειχναν να γνωρίζουν και την ελληνική γλώσσα!.

Μυστήριες κάτι φορές και οι βαθιές σκέψεις των εμπόρων σκύλων. Αντί να πουλάνε καλά εκπαιδευμένα σκυλιά στο κυνήγι, πουλάνε σκυλιά πολύγλωσσα…

 =============

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013.

 

 

 

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Το κυνήγι στο επέκεινα ...

Περνώντας στο αρκαδικό πεδίο την ώρα που η λαμπερή Αφροδίτη πλαγιάζει για τη δύση της, όλα τα πράγματα αλλάζουν. Πρώτα οι αισθήσεις, μετά οι μυρωδιές, η παγωνιά που καίει με το πάπλωμά της, η σκιά του Μαινάλου.

            Πόσο τυχεροί ταξιδευτές οι κυνηγοί, αφού μπορούν να αντικρίζουν, να γεύονται τέτοιες ομορφιές της νύχτας. Και πόσο ευλογημένη η γη, πόσο πολύτιμη η σύντομη ζωή μας απ’ αυτή. Αλλά και μετά τον θάνατο τι; «Απολύτως τίποτα, θα γίνεις ότι και πριν γεννηθείς, ξέρεις τι ήσουν πριν αποκτήσεις ζωή; Δεν ξέρεις, οπότε, τι φοβάσαι;». 

Ακριβώς, δεν φοβόμαστε το «μετά τα φυσικά», λαχταρούμε να ζήσουμε το παρόν, το τώρα, τη στιγμή. Και μα τον Πάνα τον τραγοπόδαρο, κυνηγάμε κι εμείς – όχι το θήραμα αυτό καθ’ εαυτό, μα την αρχέγονη εμπειρία μας. Κυνηγάμε τη ζωή. Γιατί, όταν χαθεί η θεά του έρωτα από τον ουράνιο θόλο, εμείς βρισκόμαστε ήδη στη καρδιά του δάσους, στα έλατα ή στα περήφανα πουρνάρια, στις φτέρες και στα σπάρτα, και ναι, γευόμαστε όσα οι αισθήσεις μας αποζητούν.
Το κυνήγι είναι έρωτας, σαν την φωτιά της γυναίκας, σαν το απαλό της δέρμα, το μοσχοβολημένο στήθος της. Όταν στο δάσος αναπνέεις τις υγρασίες του, όταν ακολουθάς τα πατήματα του κάπρου, όταν σου φανερώνεται η καπρίλα του, δεν είσαι εσύ, είναι η ίδια η ζωή που ανεβαίνει την πλαγιά.
Υποχρέωση έχουμε, εμείς οι αιώνιοι εραστές της ζωής, του κυνηγίου, της φύσης, να διαφυλάξουμε όσα αγαπάμε, όσα μας δίνουν ζωή μα και τροφή. Και μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς, καθαροί, τίμιοι, στη σχέση μας με το βουνό. Τους κλέφτες, τους παράνομους, τους υποκριτές, τους λάθρους, τους δήθεν, οφείλουμε να τους απομονώσουμε, να τους αποβάλουμε από την καθαρότητα της πρωινής στάλας.
Έχουμε όμως δρόμο μπροστά μας, όπως η παγάνα που πηγαίνει με τα σκυλιά στο πυκνό και δίνει τον ρυθμό. Για να τινάξει από πάνω του ο άνθρωπος την ανομία, τον φόβο, τον δρόμο της κατηφοριάς, θα περάσει καιρός. Μα νομοτελειακά θα γίνει, θα καθαρίσει ή ήρα από το στάρι, και το λαμόγιο που βρίσκεται στο βουνό και λυμαίνεται ότι κινείται, που δεν σέβεται τη φύση και τη ζωή, θα γίνει φτερό στον άνεμο, θα χαθεί, θα γίνει τροφή της Σκύλας και της Χάρυβδης.
«Πόλεμος πατήρ πάντων» έλεγε κάποτε ο «θείος» Ηράκλειτος. Και δεν εννοούσε την ανθρώπινη βλακεία που αιματοκυλιέται και σφάζεται για τις θρησκείες, για την εξουσία, για το χρήμα, για την ματαιοδοξία. Είχε ανέβει πολύ ψηλά ο φωτισμένος εκείνος παππούς μας, και μιλούσε με νοημοσύνη, είχε ξεφύγει από τη σκέψη και τους κλειστούς ορίζοντές της. Και  μιλούσε για τη ζωή, για τον αδυσώπητο αγώνα που την διακατέχει.
Το κυνήγι μας, είναι μέρος του αγώνα αυτού. Και δεν έχουμε δικαίωμα να το αφήσουμε σε ανθρώπους λειψούς στο πνεύμα και στο νου. Σε ψυχασθενείς και σε αλλότριους. Ο κάπρος, είναι περήφανο ζώο, άρχοντας στον βίο του. Και το κυνήγι μαζί του, δεν είναι ένα συνηθισμένο κυνήγι, είναι η αιώνια πάλη, το λίπασμα που πέφτει και καρπίζει η ζωή.

Αυτό το κυνήγι, εμείς θα το διαφυλάξουμε. Με όποιο κόστος, με όποιον πόλεμο …

 ====================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Οι σκύλοι είναι ... ευρωπαίοι!

Ακολουθώντας τους κυνηγούς

Είναι πιθανό κάποιοι λύκοι να ακολουθούσαν τους κυνηγούς, αρχικώς από απόσταση, προκειμένου να τραφούν από τα απομεινάρια μεγάλων ζώων που οι κυνηγοί άφηναν πίσω τους. Τελικώς όμως οι λύκοι ενσωματώθηκαν σε αυτές τις ομάδες καθώς εξοικειώθηκαν με τον άνθρωπο

Η συνέχεια ολόκληρου του άρθρου εδώ.

Κυνηγώντας σκυλόκουτα και ψήφους - Ωρίων

Τις τελευταίες ημέρες γίναμε μάρτυρες περιστατικού δίωξης κυνηγών που προκλήθηκε από μέλος ζωοφιλικής οργάνωσης. Η πολιτεία με τα αρμόδια όργανα της αλλά και τη συνδρομή ενός«ευαίσθητου» πολίτη - πολιτευτή του κόμματος των οικολόγων-πρασίνων, με τις γνωστές αντικυνηγετικές απόψεις, έστησε «μπλόκο» και συνέλαβε σαν «τρομοκράτες»κυνηγούς, για να διαπιστωθεί η «ευζωία» των κυνηγόσκυλων τους κατά τη μετακίνησή τους στην εθνική οδό1.
     Αυτή η σκόπιμη και επιλεκτική αντικυνηγετική συμπεριφορά ενορχηστρώθηκε με βάση την εκδοθείσα«ερμηνευτική» εγκύκλιο του νόμου 4039/2012 «για τα δεσποζόμενα και αδέσποτα ζώα». Ειδικότερα στην εγκύκλιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης(1969/100521/14-8-2013/ΥΠΑΑΤ/ΓΕΝ.Δ/ΣΗ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΗΣ, Δ/ΣΗ Κ.Α.Φ.Ε.)2εφευρίσκονται στοιχεία που δεν υπάρχουν πουθενά στο νόμο και αναφέρεται λανθασμένα ότι ειδικά τα κυνηγετικά σκυλιά και μόνο, θα πρέπει κατά τη μεταφορά τους με αυτοκίνητο να μπορούν να είναι όρθια και να πίνουν νερό όποτε το επιθυμούν, χωρίς να διευκρινίζει όμως ο συντάκτης της εγκυκλίου πώς αυτό θα επιτευχθεί σε ένα κινούμενο όχημα από ανοιχτό δοχείο νερού. Υποτίθεται ότι όλα γίνονται για την «ευζωία» των ζώων με ασαφή και εντελώς υποκειμενική άποψη και ερμηνεία όμως, τόσο από τους συντάκτες όσο και από αυτούς που θα κληθούν να διαπιστώσουν τον «επαρκή χώρο» της ευζωίας και να επιβάλουν τα αντίστοιχα πρόστιμα.

Ατύχημα στο Μαίναλο ...

Ατύχημα με μπεκατσάδες συνέβη σήμερα το πρωί στο Μαίναλο, όταν κυνηγός πυροβολήθηκε από άλλον κυνηγό στο πρόσωπο.
 
     Δεν γνωρίζουμε αν ο τραυματισθείς έφερε πορτοκαλί γιλέκο και καπέλο. Θα μάθουμε όμως περισσότερα για το ατυχές συμβάν πιστεύω, από προσεχή ανακοίνωση του κυνηγετικού συλλόγου της Τρίπολης.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Κυνηγοί - Καταμερισμός ευθυνών ...

«Τονίσαμε χιλιάδες φορές την χρησιμοποίηση του πορτοκαλί γιλέκου, το φωνάζουμε τόσα χρόνια, μέχρι που φτάσαμε στο σημείο να το περάσουμε και ως νόμο για να πείσουμε τους κυνηγούς ότι αυτό σώζει τη ζωή τους, το αυτονόητο και πάλι αντιμετωπίζουμε την αδιαφορία, την προκλητική άρνηση ορισμένων να το χρησιμοποιήσουν και δυστυχώς να θρηνούμε νεκρούς».

Η παραπάνω παράγραφος, μέρος ανακοίνωσης προέδρου κυνηγετικού συλλόγου με αφορμή τον νεκρό συνάδελφό μας στα Πετρουλέϊκα Αρκαδίας, είναι ίδια ως προς το ύφος της με παλαιότερες ανακοινώσεις που δημοσιεύθηκαν για θανάσιμα ατυχήματα στο κυνήγι του αγριόχοιρου. Αν και συχνά επαναλαμβανόμενη, δεν παύει να έχει την αξία της, Δυστυχώς όμως, είναι και αυτή ανακοίνωση πρόχειρη, επιφανειακή, δεν καταφέρνει να πιάσει, να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος. Διότι είναι μονομερής. Αλήθεια, ποιος πιστοποιεί ότι το θύμα, ο κάθε νεκρός κυνηγός, δεν έφερε πορτοκαλί γιλέκο; Αυτός που πυροβόλησε; Και κατ’ επέκταση είναι αυτός που βλέπει πρώτος τον θανάσιμα τραυματισμένο συνάδελφό του. Οι άλλοι κυνηγοί το πιστοποιούν που πάνε όσο γρηγορότερα μπορούν στο σημείο του ατυχήματος; Ο αρχηγός της ομάδας; Η Θηροφυλακή και η Αστυνομία που καταφθάνουν πολύ αργότερα;
Στο θανάσιμο ατύχημα του κυνηγού των αγριόχοιρων, τελικά φταίει πάντα ο ένας; αυτός που δεν φορά το πορτοκαλί γιλέκο; Αυτός που πυροβόλησε και σκότωσε δεν φέρει ευθύνη, αυτός δεν παραβαίνει κυνηγετικούς κανόνες; Αυτός που πυροβολεί τον θάμνο, την σκιά, που πιστεύει ότι η κίνηση στο πυκνό φανερώνει θήραμα, τι είναι; Κυνηγός; Αυτός που πυροβολεί χωρίς να βλέπει το θήραμα (αλλά νομίζει ότι είναι θήραμα) γιατί απέχει από πύρινες ανακοινώσεις προέδρων κυνηγετικών συλλόγων; Διότι σε καμία ανακοίνωση παρεμφερή, δεν έχω διαβάσει να καταδικάζεται και αυτός που πυροβόλησε, παρά μόνο ο νεκρός κυνηγός. Ο πυροβολών δεν έχει θέση στην ανακοίνωση; Αυτός ακολουθεί τους κυνηγετικούς κανόνες; Τους γραπτούς και τους άγραφους;
Συνεχίζει όμως η ανακοίνωση: «Στον αγώνα εναντίον των λαθροθήρων (γιατί και αυτοί που δεν χρησιμοποιούν το πορτοκαλί γιλέκο είναι λαθροθήρες) δεν περισσεύει κανείς, και η μάχη θα πρέπει να αρχίζει με μπροστάρηδες τα μέλη των Διοικήσεων των Συλλόγων». Αλήθεια, πως γίνεται να είναι κάποιος λαθροθήρας όταν κυνηγά με νομοταγή ομάδα; Όταν είναι νόμιμος κυνηγός με τις σχετικές άδειες περί κατοχής όπλου και θήρας;  Κάποιος που δεν φέρει γιλέκο, είναι παραβάτης συγκεκριμένης διάταξης, αυτό λέει ο νόμος, δεν είναι λαθροθήρας. Άλλο πράγμα η συγκεκριμένη παράβαση και άλλο πράγμα η λαθροθηρία.
Όμως, η κάθε ομάδα που κυνηγά αγριόχοιρους, δεν έχει αρχηγό; Αυτό δεν ορίζει το εθιμικό δίκαιο που έχει ισχύ όπως ο γραπτός νόμος; Ο αρχηγός της κάθε ομάδας δεν φέρει ευθύνη για το αν κάποιο μέλος δεν φέρει γιλέκο ή τις σχετικές άδειες; Αν ο κάθε αρχηγός ομάδας φρόντιζε καθ’ όλα για την ασφάλεια της πριν από κάθε κυνηγετική εξόρμηση, αν πιστοποιούσε με έναν απλό έλεγχο την νομιμότητα του κάθε μέλους της (τις σχετικές άδειες), ασφαλώς και θα προλαβαίναμε πολλά ατυχήματα. Απουσιάζει όμως και ο αρχηγός της ομάδας από προγενέστερες ανακοινώσεις για το ίδιο θέμα.
Πέρα από τις ανακοινώσεις που δημοσιεύονται έπειτα από ανθρώπινες απώλειες στο κυνήγι μας, καλό θα είναι αυτές να είναι πλήρεις, Και αν θέλουμε να δούμε το μεγάλο πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις, θα πρέπει να το δούμε σφαιρικά. Ούτε τα μεγάλα λόγια (γιατί και αυτοί που δεν χρησιμοποιούν το πορτοκαλί γιλέκο είναι λαθροθήρες), ούτε ο εφησυχασμός λύνουν το πρόβλημα. Πόσο μάλλον η μονομερής και αβίαστη καταδίκη του ενός, που πάντοτε είναι το θύμα.
Ας τα δούμε όλα αυτά αν θέλουμε να σώσουμε το κυνήγι μας. Και ας αποφύγουμε λόγια κούφια μπαίνοντας στην ουσία του προβλήματος.
=====================

Δημοσιεύθηκε στο "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Καλό σου ταξίδι συνάδελφε ...

«Δεν γίνεται φίλε, δεν μπορεί να το συλλάβει ο νούς μου ότι σκοτώθηκε ακόμα ένας κυνηγός, όχι μόνο από το βόλι άλλου κυνηγού, αλλά κυρίως γιατί, υπάρχουν τόσοι πολλοί στην κοινωνία σας που αγνοούν να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Είναι εντελώς απαράδεκτο να μην γνωρίζει ο κυνηγός τα απολύτως έστω βασικά σε περιπτώσεις τραυματισμών στο κυνήγι του. Όποιες κι αν είναι αυτές οι περιπτώσεις. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι πέθανε ο άνθρωπος αυτός από αιμορραγία, αρνούμαι να αντιληφθώ ότι δεν βρέθηκε ένας, έστω ένας από τους συναδέλφους του να του δέσει το τραύμα για να ελαττώσει το ξεμάτωμα. Και μη μου πεις ότι χτυπήθηκε η κεντρική αρτηρία, διότι στον τραυματισμό εσύ ή ο κάθε ένας, δεν βλέπει την κεντρική αρτηρία αλλά αίμα, πολύ αίμα. Και είναι ντροπή σας που δεν κάθεστε στα θρανία να μάθετε τις πρώτες βοήθειες. Είναι μεγάλη η ντροπή των συλλόγων σας, που δεν θεσπίζουν σεμινάρια υποχρεωτικά ανά τρίμηνο ή εξάμηνο» .

Ήταν πολύ οργισμένος ο καλός μου φίλος ο γιατρός όταν μου έλεγε τα παραπάνω λόγια στο τηλέφωνο – και ο λόγος του, πραγματικός και στέρεος, έβγαζε περισσότερη οργή από την ξύλινη ανακοίνωση του προέδρου του Κυνηγετικού Συλλόγου της Τρίπολης.
Υπήρξε ένας νεκρός, που ας σημειωθεί, ήταν ένας λαμπρός επιστήμων, καθηγητής στα ΤΕΙ της Πάτρας, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, φύσει και έργω ευγενής, «ο καλύτερος μου καθηγητής στο Πανεπιστήμιο» όπως μου είπε ένας πρώην φοιτητής του, «τόσο ευγενικό άνθρωπο δεν έχω συναντήσει ποτέ στο βουνό και στο κυνήγι», όπως μου είπε ένας άλλος φίλος μου κυνηγός – που πριν από το μοιραίο γεγονός, είχαν συναντηθεί στο βουνό – γιατί ο Φώτης Ηλιόπουλος από την Καπελίτσα της Ηλείας, είχε πάρει λάθος δρόμο ψάχνοντας να βρει την ομάδα που θα κυνηγούσε γουρούνια και αντί να φτάσει στην Αράχωβα, βγήκε στο Βλόγγο. Λαγοκυνηγός ήταν αυτός ο θαυμάσιος άνθρωπος και δέχθηκε το κάλεσμα φίλου του να πάει στην ορεινή Αρκαδία για γουρούνια, με την ομάδα του Τάσου του Θεοδωρόπουλου του αραχωβίτη. Ο θανάσιμος τραυματισμός συνέβη στα βόρια της Αράχωβας, προς το Λυκούρεσι, και συγκεκριμένα πολύ κοντά στον οικισμό Πετρουλέϊκα.  
Δεν γράφω με οργή αλλά με θλίψη. Για ένα λόγο επιπλέον. Η στιγμή το έφερε και είδα τον θανάσιμα τραυματισμένο κυνηγό την ώρα που το ασθενοφόρο τον παραλάμβανε από ένα τζιπάκι Jimmy ακριβώς στο γεφύρι του Σαρά – ανάμεσα Δημητσάνα και Καρκαλού κατά το μεσημέρι του Σαββάτου που πήγαινα στο χωριό μου. Την στιγμή εκείνη που όλα εξελίσσονταν αστραπιαία μπροστά μου, δεν διέκρινα αν ο κυνηγός ήταν ακόμα ζωντανός ή νεκρός. Μετά από λίγο όμως έμαθα ότι ήταν νεκρός.
Δεν θέλω να αποδώσω ευθύνες σε κανένα, όπως κάνει με την ξύλινη ανακοίνωσή του ο πρόεδρος της Τρίπολης. Αλλά θέλω να πω σε αυτόν (που δεν τον γνωρίζω προσωπικά), αλλά και σε όλους τους προέδρους της Ελλάδας, στον πρόεδρο της κεντρικής Ομοσπονδίας και στους άλλους προέδρους των Ομοσπονδιών, πως ναι, είναι ντροπή που δεν προγραμματίζετε σαν επίσημοι φορείς που είστε, σεμινάρια, μαθήματα εφ’ όρου ζωής για κυνηγούς με τις πρώτες βοήθειες. Και ναι, αφού μιλάτε για νόμους, να θεσπίσετε ακόμα έναν: να υποχρεώνεται ο κάθε κυνηγός να έχει στο αυτοκίνητό του οργανωμένο φαρμακείο. Με τα απαραίτητα για τους όποιους τραυματισμούς, με ένεση ακόμα για αλλεργικό σοκ, και με όσα χρήσιμα πρέπει να έχει ένα κινητό φαρμακείο.
Δεν θέλω να μείνω στα ευχολόγια αλλά στις πράξεις. Η κοινωνίας μας είναι απαίδευτη, ο κυνηγός επίσης. Εμείς όμως φέρουμε μαζί μας και όπλα – για τον λόγο αυτό έχετε υποχρέωση κ.κ. πρόεδροι να βγείτε από τον εφησυχασμό και να προσφέρετε έργο ζωής, κυριολεκτικά.
Τον Φώτη Ηλιόπουλο δεν τον γνώριζα. Άκουσα όμως γι’ αυτόν τόσα ζεστά και αληθινά λόγια, που είναι σαν να τον γνώριζα κι εγώ.

Καλό σου ταξίδι αγαπητέ συνάδελφε. Εσύ ήσουν κυνηγός.

==============
Δημοσιεύθηκε στο "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013.

Επιχείρηση της ΣΤ' ΚΟΜΑΘ στη Θεσσαλονίκη ...


Συνολικά έξι (6) περιστατικά για τα οποία μέχρι στιγμής κατατέθηκε μήνυση μόνο για το ένα ενώ για τα υπόλοιπα είναι σε εκκρεμότητα (την επόμενη εβδομάδα). Στα τέσσερα ενέργησαν μόνο οι Ρετζέπης και Στόικος ενώ σε δύο επιπλέον και ο δασοφύλακας του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης Τσικούρας Γεώργιος. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις οι κατασχέσεις έγιναν από τους θηροφύλακες.

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Οι "καλοί μας" άνθρωποι ...


Στους ορεινούς και ημιορεινούς χώρους, τα χέρσα χωράφια υψώθηκαν από την ξερή καλαμιά, και μοσχοβολάνε, χαρίζοντας απλόχερα ξεχασμένα αρώματα. Και κοντά στα αρώματα, κυριαρχούν και τα χρώματα του καλοκαιριού.
     Στα χαμηλότερα, εκεί που οι αραποσιτιές στέκουν ακόμα ορθές, τα χρώματα ποικίλουν. Και οι μυρωδιές είναι διαφορετικές όμως, περισσότερο υγρές και γήινες. Και εκεί κοντά, στα πολλά νερά των ποταμών και των πηγών που ακόμα έχουν μεγάλη δύναμη, γυροφέρνουν και τα αγριογούρουνα, πότε για τροφή και κολύμπι, πότε για ρηλάξ και παιχνίδι.
      Εκεί κοντά, μαζί με τα πλάσματα της φύσης, δίνει πάντα το παρών και ο συνεπής λαθροθήρας. Αυτός που καθορίζει κατά κάποιο τρόπο, που ελέγχει τον πληθυσμό των αγρίων την νεκρή κυνηγετική περίοδο. Δεν θα είχε και νοστιμάδα η ρημάδα η ζωή αν όλα κυλούσαν με τρόπο φυσικό. Και ο λαθροθήρας, άνθρωπος δραστήριος μέρα και νύχτα, σεργιανάει στα μονοπάτια της ποταμιάς, κοντά στα νερά, ολονυχτίες κάνει, μέχρι να φανεί ο διψασμένος κάπρος.
      Εμείς κυνηγάμε το χειμώνα, οι έξυπνοι κυνηγούν όποτε αδειάσει ο καταψύκτης τους. Φροντίζουν δηλαδή για τα μελλούμενα, το ομιχλώδες αύριο, έχουν στόματα να θρέψουν, ταβέρνες να προμηθεύσουν με φρέσκο κρέας. Πολλά έχουν στο νου τους. Αλλά ο λαθροθήρας δεν μπορεί ή δεν θέλει να κάνει τη δύσκολη αυτή δουλειά και μονάχος του. Στη κοινωνία έχει ένα καλό όνομα, είναι αξιοπρεπής, στέλεχος σημαντικό της κοινότητάς του – και φυσικό είναι να φροντίζει και για άλλους συνανθρώπους του, που έχουν κι αυτοί τις δικές του ανησυχίες.
      «Απόψε το βράδυ θα βγω, έχετε το νου σας», μπορεί να λέει με λόγια λίγα και σταράτα στην καλή του συντροφιά. Και σαν καλοκουρδισμένη κοινωνία που είναι, θυμίζοντας την οργάνωση των μυρμηγκιών, πιάνουν ο κάθε ένας χωριστά τη βίγλα του και παρακολουθεί. Βιγλάτορες όλοι τους, να δίνουν ραπόρτο σε έναν, σε αυτόν που κάνει τη δύσκολη δουλειά, που ακίνητος ώρες ολάκερες καρτερεί έτοιμος στο σκύψιμο του κάπρου για νερό.
      Και που θα πάει, θα φανεί ο διψασμένος μονιάς ή ακόμα και η αγαπημένη οικογένεια. Και τότε, οι ξερές ντουφεκιές χάνονται στις λαγκαδιές, τις παίρνει το ποτάμι που λένε! «Εντάξει παιδιά, κάποιοι να έλθουν για βοήθεια, δεν μπορώ μόνος μου».
      Κάπως έτσι περνούν οι καλοκαιρινές νύχτες στην ωραία και τίμια πατρίδα μας. Και περασμένα μεσάνυχτα, γεμίζει η ερημιά φώτα, η φύση ανατριχιάζει στο πέρασμα τούτων των σαλταδόρων, των ίσκιων, που χάνονται στην επόμενη στροφή του δρόμου. Και ευτυχείς, οδηγούν τα ελέη τους στο σημείο της εκδοράς. Σαν να πηγαίνουν σε πάρτι με βερμούτ, όπως πηγαίναμε παιδιά. Και η χαρά από τη «σοδειά» λυγίζει και τον πιο αλύγιστο, και συμμετέχουν όλοι στη μυσταγωγία της σφαγής.
      Σαν ξυπνούν από την κούραση της νυχτιάς οι καλοί μας φίλοι, φορούν τις ανθρώπινες προβιές τους, κάνουν το σταυρό του πριν αρχίσουν το πρωινό τους γεύμα,  χαιρετούν με στοργή την αγαπημένη τους οικογένεια και πάνε στα καφενεία ή στις δουλειές τους, περιχαρείς, ευτυχείς σχεδόν …
===============
 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013.
 
 

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Στις αποχρώσεις του γκρίζου …


Παλαιότερα ήμασταν όλοι μπασκετολόγοι (ας είναι καλά ο Νίκος Γκάλης και η τότε παρέα του), μετά, γίναμε αναλυτές και κριτικοί επί παντός, είτε αυτό ήταν πολιτική, είτε πόλεμος, είτε τέχνη, είτε οτιδήποτε μας έφτιαχνε τη διάθεση για οργή, θυμό, απογοήτευση κτλ. Ά ναι, και αναλυτές χρηματιστηρίων, μην το ξεχάσω το εθνικό μας σπορ.
     Σήμερα έχουμε την ΕΡΤ και τις συνέπειες μίας επιπόλαιης και άδικης απόφασης, να κατεβάσουν τους διακόπτες της, μη μπορώντας οι κυβερνώντες να λύσουν τον γόρδιο δεσμό της. Και επέλεξαν την Αλεξάνδρεια λύση, όπου δεν μπορεί η λογική και η θέληση, μπορεί το μαχαίρι, η βία, το σοκ.
     Καλά, μας ενημέρωνε η δημόσια τηλεόραση όπως λέγουν όλοι τώρα οι φίλοι της αλλά και οι στερνοί εχθροί της; Όχι βέβαια, από της ιδρύσεως της σαν ΕΙΡ την προπολεμική εποχή μέχρι και των ημερών μας – και περνώντας μέσα από θύελλες πολέμου, ναζιστικής κατοχής, εμφυλίου, δικτατορίας, μεταπολιτευτικής περιόδου, ποτέ μα ποτέ δεν στάθηκε η δημόσια ΕΡΤ στην αληθινή, στην απρόσκοπτη ενημέρωση του Έλληνα πολίτη. Πάντα, μέχρι των ημερών μας, έκαναν τα «παιχνίδια τους» οι εκάστοτε κυβερνώντες. Η κάθε κυβέρνηση και η κάθε κομματοκρατία.
     Μέσα όμως στην ζοφερή ενημέρωση που μας παρείχε η ΕΡΤ, υπήρχαν εκπομπές ή προγράμματα που έσωζαν όσο μπορούσαν τον χαρακτήρα της – την υπηρεσία της δηλαδή στις ανάγκες μας. Και ευτύχησε η κρατική ραδιοφωνία αλλά και εμείς κατ’ επέκταση, και, ο Μάνος Χατζηδάκης δημιούργησε το Τρίτο Πρόγραμμα – αληθινή όαση στην ερημιά της πολιτιστικής Ελλάδας. Υπήρξε και η Φωνή της Ελλάδας, που έφτανε σε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε υπερπόντιο θαλασσοπόρο που περίμενε να επιστρέψει στην Ιθάκη του, σε κάθε Έλληνα της μετανάστευσης και του νόστου. Μέσα από τις συχνότητες των βραχέων και των μεσαίων – με τους ήχους του πραγματικού ραδιοφώνου. Και η ΕΡΑ2 στη ζώνη του σαββατοκύριακου είχε την αγνή Στρουμπούλη με τα παραμύθια της για μικρούς και μεγάλους. Και άλλες εκπομπές ακόμα, αξιολογότατες, φτιαγμένες από άξιους παραγωγούς και δημοσιογράφους.
     Και βέβαια, στην πρωινή ζώνη του σαββατοκύριακου, στην ΕΡΑ σπορ, υπήρχαν οι «ελληνικές ιχνηλασίες», δίωρη πρωινή εκπομπή για το κυνήγι στην Ελλάδα. Πανελλαδικής εμβέλειας εκπομπή, που τα σαββατοκύριακα, τις ώρες που πηγαίναμε ή είχαμε φτάσει στους κυνηγότοπους, μας ένωνε με συναδέλφους από την Θράκη και την Ήπειρο, από την Μακεδονία και τη Ρούμελη, από τη Θεσσαλία και το Μοριά, από το Αιγαίο και το Ιόνιο, από την Κρήτη και όπου αλλού υπήρχε ελληνική φωνή. Και την εκπομπή εκείνη δεν την αγάπησαν μόνο κυνηγοί, αλλά πολλοί περισσότεροι άνθρωποι που είχαν δίψα για πράγματα άγνωστα σε αυτούς και που δεν είχαν οικολογικές παρωπίδες.  Χάθηκε όμως η εκπομπή αυτή, σταμάτησε για την ακρίβεια λόγω της οικονομικής κρίσης. Ιδιωτική παραγωγή ήταν, δεν βάρυνε το δημόσιο ταμείο. Και έκλεισε τον κύκλο της. Όπως κάθε μέρα τον κλείνουν χιλιάδες καταστήματα που δεν βασίζονται στην ασφάλεια του δημόσιου κορβανά.
     Τι θέλω να πω; Ότι με την ενημέρωση που μας παρείχε η ΕΡΤ όλα αυτά τα χρόνια, δεκανίκι στάθηκε της εξουσίας και όχι αναδεικνύοντας τα προβλήματα της κοινωνίας μας (πλην ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων).  Και αυτοί που φωνασκούν σήμερα για το δικαίωμα στην ενημέρωση, τόσα χρόνια δεν μας το παρείχαν. Τώρα που η απαράδεκτη πολιτική της τριτοκομματικής και του ίδιου του πρωθυπουργού τράβηξε τον διακόπτη και εμφανίστηκε η μαύρη οθόνη, επί των ημερών της λειτουργίας της η οθόνη ήταν πάντα γκρίζα.
     Η υποκρισία περισσεύει σε αυτό το τόπο. Αλλά με αυτήν δεν υπάρχει πρόοδος. Ούτε με καθεστωτικές αντιλήψεις, πόσο μάλλον με «πράξεις νομοθετικού περιεχομένου». Η δημόσια τηλεόραση και ραδιοφωνία είναι αγαθό, και το πληρώνουμε με χαρά λέω. Και πέρα από αυτά που μας πληγώνουν όλους απ’ όποια πλευρά και αν σταθούμε, ακόμα και αυτό το γκρίζο της ΕΡΤ, ήταν ανεκτό. Και ας έχουν καταστρέψει οι συνδικαλιστές και τα παρωχημένα καταστατικά σωματείων ότι έχει να κάνει με τον πλουραλισμό και την ελεύθερη διακίνηση της πληροφορίας και της ενημέρωσης μέσα από κρατικούς διαύλους και κανάλια.   
 ==================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Φλυαρίες τότε και τώρα …

«Χαλεπός[1] ήν ημίν ο στρατιώτης, χαλεπός, επεί γάρ ήκε δείλης οψίας και κατήχθη ού κατά τύχην αγαθήν εις ημάς, ούκ επαύσατο ενοχλών τοίς διηγήμασι, δεκάδας τινάς και φάλαγγας ονομάζων, είτα σαρίσας και καταπέλτας και δέρρεις, και νύν μέν ως ανέτρεψε τους Θράκας …………………»
     «Δύσκολος, πολύ δύσκολος, ήταν για μας ο στρατιώτης. Ήρθε προχωρημένο δειλινό και τοποθετήθηκε σε μας για δυστυχία μας και δεν έπαψε να ενοχλεί με τις αφηγήσεις του, μιλώντας για δεκαρχίες και φάλαγγες, σάρισες, καταπέλτες, ασπίδες και θώρακες και πως κυνήγησε τους Θράκες, χτυπώντας τον αρχηγό τους με ακόντιο και πως διαπέρασε με τον κοντάρι και σκότωσε τον Αρμένιο.
      
Σε όλους έλεγε για αιχμαλώτους που έπιασε και καυχιόταν για γυναίκες που, όπως έλεγε, του τις έδωσαν οι στρατηγοί από τη λεία για να βραβεύσουν την ανδρεία του.
      
Του γέμισαν μία κούπα μεγάλη που πιστεύεται πως είναι φάρμακο της φλυαρίας κι αυτός την ήπιε, όχι μόνο αυτή, αλλά και άλλες απανωτά κι αφού ήπιε κάμποσες δεν έπαψε να φαφλατίζει».
      Τα παραπάνω λέγονταν και γράφονταν στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ φίλων. Τι έχει αλλάξει στη ζωή μας από τότε μέχρι και σήμερα; Πολλά και τίποτα! Οι άνθρωποι ίδιοι είναι, οι συνθήκες διαφοροποιούνται. Τώρα, αν αναρωτηθεί κανείς πότε ήταν καλύτερα, δεν ξέρω αν θα βρει κατάλληλη απάντηση.
      Το βέβαιο πάντως είναι ότι η φλυαρία δεν έχει αλλάξει καθόλου. Οι φαφλατάδες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ίδιοι ανά τους αιώνες, δίχως να νοούν πότε πρέπει να αρχίσουν και πότε να βάλουν τέλος στο λόγο τους και στον κομπασμό τους.  Την ίδια ανάγκη που είχε ο στρατιώτης που κυνηγούσε τους Θράκες, την ίδια κι απαράλλαχτη έχει ο σύγχρονος άνθρωπος που πιστεύει πως κάτι μεγάλο και σπουδαίο κυνηγά στη ζωή του, και που αυτό μπορεί να είναι, το χρήμα, η ματαιοδοξία, η πληρωμένη στιγμιαία ευτυχία, η αθανασία της ψυχής του και του σπουδαίου του ονόματος.
      Την απλότητα της ζωής εν τέλει, την κυνηγούν (τότε και πάντα) οι λίγοι άνθρωποι, οι ολιγαρκείς, οι ταπεινοί, εκείνοι που τους δίδαξε η φύση και διδάχθηκαν από αυτή. Αυτοί οι άνθρωποι που το μυαλό τους άφησε μακριά τα φτιασιδωμένα και έφτασαν με κόπο και αγάπη στην πληρότητα.
      Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος και ας του έχει δημιουργήσει η εποχή μας ανάγκες απροσπέλαστες. Και ένας τρόπος αλάνθαστος για να τις δει και να τις ακυρώσει από τη ζωή του, είναι το κυνήγι. Όχι αυτό καθεαυτό, μα με όλες τις εκφάνσεις του. Με τους τρόπους εκείνους που μας ωφελεί, όχι μόνο σωματικά ή συναισθηματικά, αλλά κυρίως νοητικά. Το κυνήγι, αν δεν σταθούμε μόνο στην κάρπωση του θηράματος, μας γεμίζει με άπειρα δώρα. Και κυρίως μας καθαρίζει το μυαλό, μας κάνει να σκεφτόμαστε λογικά, να γινόμαστε δέκτες αισθήσεων που υπάρχουν φωλιασμένες μέσα μας.
      Σίγουρα όμως, όπως είναι δομημένο στη χώρα μας, δεν βοηθά ούτε εμάς αλλά ούτε και το ίδιο το κυνήγι σαν φυσική δραστηριότητα. Οι υποδομές που χτίστηκαν – οργανώσεις κυνηγών, καταστατικά, νοοτροπίες – δεν του προσδίδουν την αληθινή του έννοια, αλλά την ανθρώπινη ανάγκη να ισχυροποιηθεί μέσα από συλλογικά όργανα. Και ενδεχομένως, αν δεν έγινε ακόμα σε μεγάλο βαθμό, θα γίνει σίγουρα στο άμεσο μέλλον, ένα αποκούμπι που το γεννά η ανασφάλεια, η έλλειψη παιδείας και κατ’ επέκταση η συνείδηση περί των αξιών της φύσης. Ότι συνήθως συμβαίνει και με τα κόμματα, εκεί δηλαδή που προστρέχουν οι άνθρωποι για να βρουν μία δουλειά, έναν πλάγιο διορισμό στο δημόσιο, μη πιστεύοντας οι ίδιοι ότι είναι ικανοί να τα καταφέρουν στη ζωή με τις δικές τους δυνάμεις.
Η αλληλεξάρτηση της πολιτικής, διάβρωσε και το κυνήγι. Η ανικανότητα γέννησε την ίντριγκα, για να μπορεί να επιβιώνει ο κάθε ένας που διακατέχεται στην ουσία από φόβο. Αλλά φόβο σε τι;   
 ==================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013


[1] Επιστολή του Πρατίνου προς τον Μεγαλοτέλη κάπου στον 2ο μχ. Αιώνα!
 

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Στο κίτρινο της σοδειάς ...

Διανύουμε την «νεκρή εποχή» για το κυνήγι μα ο νους μας όλο και τρέχει στα βουνά και στα λαγκάδια, στις αρχέγονες καταβολές μας. Γιατί το κυνήγι για εμάς είναι κάτι περισσότερο από μία ξερή ντουφεκιά.
 
     Και δεν τα λέω εγώ τούτα τα πράγματα, αλλά οι κυνηγοί, οι άνθρωποι της υπαίθρου. Εκείνοι όλοι που διάγουν τον βίο τους στον καθαρό αέρα, στον πυρωμένο ήλιο, με το ιδρωμένο μέχρι το μεδούλι σώμα τους, συντηρώντας όχι μόνο την τέχνη της γεωργίας, κυρίως συντηρώντας όλους εμάς με τα προϊόντα τους.  
     «Οι άνθρωποι της υπαίθρου», οι σοφοί κατά τον Κόντογλου και όχι μόνο άνθρωποι. Αυτοί που εξακολουθούν να διαχειρίζονται με σοφία, με την εργατικότητά τους, με την αγάπη τους, όχι μονάχα την ευλογημένη γη, αλλά ολόκληρο το γεωγραφικό ανάγλυφο της πατρίδας μας, από τον πλούσιο κάμπο μέχρι το φτωχό πεζούλι στο ξερό βουνό. Με τον διαρκή αγώνα τους καρπίζει η γης, γεμίζουν τα σταροχώραφα με τις χρυσές αποχρώσεις, λαμποκοπά το πράσινο, και ευωδιάζει ο ντουνιάς.
     Μία βόλτα την εποχή αυτή στη φύση, και να το κίτρινο της σοδειάς, να το φρούτο της πρωινής δροσιάς, και το αμπέλι που το κορφολογεί ο αμπελουργός. Κι από κοντά το πολύβουο μελίσσι να παίρνει τον ανθό της ακακίας και της κουμαριάς, και η ζωή εκεί έξω να έχει νόημα, νοστιμάδα, να γεννά ελπίδα.
     Όταν η φύση εργάζεται, εμείς πρέπει να σωπαίνουμε, να αφουγκραζόμαστε, να παρατηρούμε, να μαθαίνουμε. Να στεκόμαστε με σεβασμό στην σπάνια δημιουργία και να την ευχαριστούμε που μας έδωσε πνεύμα να την αναπνέουμε. Αλλά, όχι, δεν το κάνουμε. Σαν βέβηλοι πολλές φορές, καταπατούμε τις βουλές της, αλλοιώνουμε την προσφορά της, και τρέχουμε να χαραμίσουμε τον χρόνο μας με τα δήθεν, με τα τεχνητά, με τα ψεύτικα.
     Δεν βαδίζουμε στον ηράκλειο δρόμο, πήραμε την κατηφοριά. Θαρρούμε ότι ανάγκη έχουμε τα εύκολα, τα ευδαιμονικά. Και χάνουμε ότι πολύτιμο στον κόσμο έχουμε, το μυαλό μας και την ψυχή μας, με τετριμμένα, με αστεία πράγματα, προβάλλοντας το «εγώ μας» μπροστά σε μεγαλείο ανυπέρβλητο.
     Λαθέψαμε αφήνοντας την τύχη μας σε πολιτικά συστήματα που τάχα μου γίνηκαν για το καλό μας. Φερθήκαμε επιπόλαια περιμένοντας τα ανθρωπάκια να μιλήσουν για εμάς. Χάσαμε τον προορισμό μας, το «άνω θρώσκω»,  υπηρετώντας την μιζέρια, την κλεψιά, την κατάπτωση. Και περιμένουμε τους δυστυχείς μικρούς ανθρώπους να αγωνιστούν για εμάς, αυτούς τους ίδιους που έννοια τους μόνη είναι η καλοπέραση τους και τα πλούτη τους.
     Τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία, αυτό είναι βέβαιο. Μα και η ζωή, δεν περιμένει εμάς πότε θα ξυπνήσουμε από τον βαθύ ύπνο. Τρέχει, δεν μας καρτερεί. Κι εμείς, αντί να την αρπάξουμε από τα γκέμια, καθόμαστε αδρανείς, σαν πεθαμένοι και περιμένουμε. Τι άραγε;
     Η φύση και πάλι δίνει τις λύσεις. Είναι το γιατρικό, το βάλσαμο, η χαρά. Και εμείς μπορούμε να αντικρίσουμε τον κόσμο όπως διαμορφώνεται, όπως αλλάζει. Ίσως επειδή γελάμε με τα παραφύση έργα των πολιτικών συστημάτων που επιδιώκουν «το καλό μας». Πόσο αλήθεια γελοίο ακούγεται, να «τρέχουν» όλοι για το καλό μας, να ιδροκοπούν, να κουράζονται.
     Η ζωή, αυτή η θεία δημιουργία, δεν προσμένει από πουθενά. Ότι θέλουμε λοιπόν, απλώνουμε και το παίρνουμε. Το κόβουμε με το μαχαίρι και το αποκτούμε. Ανήκουμε στη φύση και μας ανήκουν όλα πάνω της. Μια αιώνια αμφίδρομη σχέση που την ταράζει κατά περιόδους η ανθρώπινη μιζέρια και η παλιοκοτιά.
     Κοιτάζοντας στον κάμπο, στο βουνό που υψώνεται μπροστά μας, στον αφρισμένο κυματισμό της θάλασσας, ένα πράγμα οφείλουμε να σκεφτόμαστε: πως γεννηθήκαμε για να βλέπουμε, για να τα ζούμε όλα αυτά. Έ…. ας το κάνουμε …
=========== 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Εκλογές στον Κυν. Σύλ. Αμαρουσίου

Εκλογές στον Κυνηγετικό Σύλλογο Αμαρουσίου
 
     Την Κυριακή 2 Μαΐου 2013, στις 9 το πρωί πραγματοποιείται η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου και στην συνέχεια, μετά το πέρας των εργασιών της, θα ξεκινήσει η διαδικασία της ψηφοφορίας για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβούλιου και Εξελικτικής Επιτροπής.
Η ψηφοφορία θα διαρκέσει μέχρι τις 7 το βράδυ.
     Για πολλά χρόνια, ο Σύλλογος του Αμαρουσίου πέρασε συμπληγάδες με την κάκιστη διοίκηση του. Όταν όμως προ τριετίας διορίσθηκε ο Απόστολος Αντωνάκης προσωρινός πρόεδρος από την Διεύθυνση Δασών, και στην συνέχεια αιρετός πρόεδρος για την διετία που μας πέρασε, κατόρθωσε, αν και το διάστημα αυτό ήταν πολύ μικρό, να εξυγιάνει τον Σύλλογο και να τον οδηγήσει στην ευημερία και στην προσφορά στην κοινωνία και στην κυνηγετική οικογένεια.
     Έχουμε χρέος να στηρίξουμε τον Απόστολο Αντωνάκη και τους συνεργάτες τους και πάλι. Πολλά μας έδωσαν την διετία που πέρασε, περισσότερα θα πράξουν στην συνέχεια, απαλλαγμένοι από «εσωτερικά μαχαιρώματα» και νοοτροπίες παλιομοδίτικες.
     Αύριο Κυριακή, στηρίζουμε τους άξιους, και αυτούς που μπορούν. Στηρίζουμε Απόστολο Αντωνάκη.

Επιλογές & Εκλογές ...

Υπάρχουν κυνηγετικοί σύλλογοι – λίγοι θέλω να πιστεύω, που το μόνο που κάνουν είναι να φέρουν απλά το πρόθεμα «κυνηγετικός». Από εκεί και πέρα ουδέν, καμία δραστηριότητα, καμία ενημέρωση των μελών, ουδεμία προοπτική.
 
     Αυτό συμβαίνει σε μικρούς συλλόγους (με λίγα μέλη) και έχει παρατηρηθεί το θλιβερό φαινόμενο, ακόμα και οι συνελεύσεις και οι εκλογές, να γίνονται από την «παρέα» που θέλει να κρατά διακαώς τα κλειδιά ενός συλλόγου, μόνο για το πρεστίζ και ως εκεί.
     Υπάρχουν ασφαλώς και μεγαλύτεροι σύλλογοι – και ένας από αυτούς και ο Κυνηγετικός Σύλλογος Αμαρουσίου, ο μεγαλύτερος της Αττικής και από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Ελλάδας, που για είκοσι περίπου χρόνια βρισκόταν σε τέλμα, σε αδράνεια, κυριολεκτικά στην ανυπαρξία. Ευτύχησε όμως ο σύλλογος αυτός και από το 2011 και εντεύθεν, η αιρετή διοίκηση του Απόστολου Αντωνάκη και των συνεργατών του, οδήγησαν τον ιστορικό σύλλογο στην επικαιρότητα και σε δράσεις που αρμόζουν σε σοβαρούς κυνηγετικούς συλλόγους και υπεύθυνους κυνηγούς.
     Η κυνηγετική οικογένεια, μικρογραφία και αυτή της κοινωνίας μας, για πολλά χρόνια, δεκαετίες ίσως, αφέθηκε σε χέρια ανίκανα να την οδηγήσουν με όραμα και σχέδιο μπροστά, στη προκοπή και στη προσφορά. Οι εξαιρέσεις πάντα υπήρχαν - και σήμερα, στην εποχή μας, έχουν πληθύνει οι σύλλογοι που έχουν αντιληφθεί ότι έργο τους δεν είναι μόνο η έκδοση της κυνηγετικής άδειας, αλλά και η συνεχής προσφορά στην κοινωνία. Και ελπιδοφόρο είναι το γεγονός ότι φρέσκα μυαλά ανά την Ελλάδα, έχουν αρχίσει να διοικούν, να πατάνε στέρεα σε άλλα μοντέλα, μακριά από εκείνα τα παλιομοδίτικα της μικροπολιτικής.  
     Οι δύσκολες εποχές μας όπου ο κυνηγός και το ελεύθερο κυνήγι βάλλονται από πολλά μέτωπα, απαιτούν και διαφορετική αντιμετώπιση, και η κάθε απάντηση πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, με επιστημονικό υπόβαθρο, άμεση, λιτή, συγκεκριμένη, ουσιώδης. Αυτό επιτάσσει η εποχή μας που θέλει να ξεφύγει δια παντός από παθογένειες παρελθόντων χρόνων.
    Ο Απόστολος Αντωνάκης, είναι ένας από αυτούς τους κυνηγούς, που, με τους σωστούς συνεργάτες του, μπορεί να κινηθεί στο μέλλον, και να προσφέρει πολλά στο σύλλογο του που μέχρι πρότινος ήταν τύποις και ουσία ανενεργός. Ενδεχομένως – και είναι φυσικό άλλωστε, να δεχθεί και φίλιες μαχαιριές. Και αυτές μέσα στο παιχνίδι είναι όταν οι άνθρωποι φέρονται ανώριμα και επιπόλαια. Όπως καλή ώρα κάποιοι συνάδελφοι που ιδρύοντας κυνηγετικό – κυνοφιλικό σύλλογο στην Αττική, και γνωρίζοντας ότι στην Αττική, βάση της ισχύουσας νομοθεσίας δεν χωρούν άλλοι σύλλογοι, προσπαθούν με πλάγιες οδούς, με παραπολιτικές πρακτικές να αποκτήσουν μία ακόμα σφραγίδα, μη αντέχοντας ενδεχομένως ότι υπάρχουν κυνηγοί άξιοι περισσότερο από αυτούς.
     Απόλυτα θεμιτό είναι να θέλει κάποιος να διοικήσει έναν κυνηγετικό σύλλογο, και υγιές λέω πως είναι. Αρκεί αυτός ο κάποιος, να έχει το μεράκι, τη γνώση, το χρόνο, και τη θέληση για προσφορά. Όχι όμως ακόμα μία «παρέα» μόνο και μόνο επειδή θέλει να πάρει τη θέση του Χαλίφη. Αυτό δεν είναι υγιές αλλά άρρωστο. Και ειδικότερα, όταν οι ευεργετούμενοι από την «παρέα», χτυπούν πισώπλατα τον ευεργέτη τους! Αυτοί οι ίδιοι σε νοοτροπία, που μέχρι πρότινος τον επευφημούσαν!  
    Υπάρχουν Αντωνάκηδες στην Ελλάδα, υπάρχουν απλοί στρατιώτες της προσφοράς – όπως υπάρχουν και στρατηγοί της μιζέριας. Εμείς, δεν νοιαζόμαστε ποιος θα είναι μπροστά αλλά πως θα είναι. Στο κυνήγι, στον κυνηγότοπο ειδικότερα, εξακολουθεί και λειτουργεί με τρόπο θαυμαστό η ισότητα, η αδελφοσύνη, η συντροφικότητα,  η απουσία της τάξης (της πολιτικής μας ζωής) και όλοι, όποιοι και αν είναι, πλούσιοι ή φτωχοί, πρωθυπουργοί ή εργάτες, δεκανείς ή στρατηγοί, δεν ξεχωρίζουν. Δεν θέλουν να ξεχωρίζουν γιατί έχουν πολύ ψηλά το αίσθημα της αλληλεγγύης, της αγάπης τους για τη φύση και το βουνό.
     Και μακάρι, να αποφασίσουν σαν τον Απόστολο Αντωνάκη και άλλοι κυνηγοί (γιατί υπάρχουν πολλοί), να εκτεθούν για χάρη μας, να τρέξουν για εμάς, να μας αντιπροσωπεύσουν επάξια, να δώσουν στο κυνήγι μας και στην αγάπη μας γι’ αυτό τη θέση που του αξίζει. Πέρα από αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι η πρακτική της «παρέας» και της αδιαφάνειας, δεν απέδωσε. Συρρίκνωσε το κυνήγι μας, έκρυψε την προσφορά μας, μας έκανε υπόλογους και δακτυλοδεικτούμενος στην κοινωνία. Ενώ έπρεπε να μας έκανε περήφανους. 
     Χρειαζόμαστε εργάτες και μπροστάρηδες σαν τον Απόστολο Αντωνάκη. Όπως χρειαζόμαστε και την πλήρη απουσία στεγανών και την κρυψίνοια πολιτική που άλωσαν για μεγάλο διάστημα το χώρο μας.  
     Γι’ αυτό σου λέω Απόστολε, προχώρα. Εσύ και οι συνεργάτες σου μπορείτε. Και εμείς οι κυνηγοί, μέλη του ιστορικού συλλόγου Αμαρουσίου, θέλοντας τον σύλλογό μας και πάλι μπροστά στη κοινωνία και στα κυνηγετικά δρώμενα, σε στηρίζουμε.
 ==============
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Μαΐου 2013  

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο

Κάθε Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο ...

Κάθε Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους

Λόγια της τάβλας ...


Μετά τις πρόωρες ζεστές ημέρες του Πάσχα, ο καιρός δρόσισε και ακολουθεί την εποχή του, σύμφωνα με τις εμπειρικές απόψεις των γερόντων. Πολλοί θα θέλαμε την εμπειρία να την αποκτούσαμε από την νεανική μας ηλικία, αλλά πάλι οι παλιοί Έλληνες έβαλαν και εδώ το χεράκι τους: «γηράσκω αεί διδασκόμενος».
     Μεγαλώνουμε λοιπόν και μαθαίνουμε, αποκτούμε εμπειρίες, που στέκονται χρήσιμες στην πορεία του βίου μας. Κάνουμε λάθη και σε κάθε ένα από αυτά σκεφτόμαστε: «να μου γίνει μάθημα και να μην το επαναλάβω». Αλλά, τι δυστυχία…. Τα λάθη μας είναι επαναλαμβανόμενα, τα ίδια και τα ίδια, διαπραττόμενα τα περισσότερα εν θερμώ.
     Εν θερμώ μάλιστα κυνηγάμε και πάρα πολλές φορές. Να τα κάνουμε όλα γρήγορα, να βγάλουμε τα θηράματά μας εύκολα και να φύγουμε, να επιστρέψουμε περιχαρείς στη βάση μας. Και πράγματι, μερικές φορές συμβαίνει κι αυτό, στεκόμαστε «τυχεροί» και εγκαταλείπουμε γρήγορα το βουνό και την αψάδα του.
     Όμως, ας σκεφτούμε διαφορετικά, και πρακτικά ακόμα θα ‘λεγα. Τι είναι προς το συμφέρον μας καλό; Η γρήγορη θήρευση αυτή καθεαυτή; Λέω πως όχι!. Τύχη αγαθή είναι η συνύπαρξη μας στα πράγματα της φύσης, που σαφώς και περιλαμβάνει και το κυνήγι, σαν φυσική λειτουργία μέσα στο σύνολο.
     «Ο εξάδελφός μου κυνηγά στην ορεινή Ναυπακτία. Στα 16 μου, πήγα κι εγώ για πρώτη φορά στο κυνήγι, αλλά δεν μου πήγαινε, το σταμάτησα εκεί. Όμως, τι να πώ, θαυμάζω ολόκληρη τη διαδικασία αυτή. Πολύ σκληρός όντως ο βίος στον κυνηγότοπο. Αλλά πίστεψέ με, ζηλεύω την διαδικασία αυτή, το άγριο αχάραγο ξύπνημα, τη συγκέντρωση της παρέας στο βουνό, την φωτιά σε ρόλο κεντρικό να πυρώνει μα και να ψήνει εξαίσιους καφέδες, την ηρεμία που εκπέμπει το κάθε πρόσωπο, τα λόγια τα καθημερινά, το καλωσόρισμα των μελών, τα σκυλιά που ξεμουδιάζουν έξω από τα σπίτια τους, και είναι όλο χαρά, μα και πόσα ακόμα. Και δεν στέκομαι σε αυτά που είναι μόνο η αρχή. Ρε φίλε, το πιο απλό θα σου πω, το σκύψιμο για τ’ αχνάρι. Εσύ μπορεί να μην το βλέπεις, αλλά εγώ που είμαι έξω από το χορό, όταν βλέπω κάποιον και ακολουθεί την πατημασιά βήμα – βήμα, σταματά, ανασηκώνεται, ξεκινά πάλι, πιάνει τη μέση του από τον πόνο, αλλά συνεχίζει, ένα πράγμα κάνω, τον θαυμάζω!. Ξέρω ότι αυτός ο κυνηγός, είναι η ίδια αρχαία φιγούρα του παλιού κάτοικου που έψαχνε, που αναζητούσε τη τροφή του».
     Πολλά είπε ακόμα ο φίλος για το κυνήγι, που δεν κυνηγά. Αυτά και πολλά που λέμε κι εμείς. Να ζούμε στο βουνό την κάθε μικρή στιγμή, να μην υπάρχει βιάση εκεί που δεν χρειάζεται, να υπάρχει περιέργεια και παρατηρητικότητα για τον χώρο που μας φιλοξενεί, και το κυριότερο, που είναι κατ’ εμέ ο μέγιστος σεβασμός, όταν αντικρίζουμε ένα νεράκι, μια πηγούλα, ένα κεφαλάρι, να σκύβουμε και να γευόμαστε τη φρεσκάδα της ζωής. Ακόμα και ας μην διψούμε. Η διαδρομή του νερού, η υπόγεια και η υπέργεια, κάνει φανταστικά σχέδια, βρίσκει διεξόδους, διαβρώνει βράχους με τη δύναμή της, διαλύει κάθε εμπόδιο με την ορμή της και μας χαρίζει απλόχερα το μέγιστο αγαθό. Έ, αυτό το αγαθό, σε κάθε ευκαιρία οφείλουμε να το ευχαριστούμε γεμίζοντάς το στη χούφτα του χεριού μας.
     Βέβαια, ο φίλος που μου έλεγε με αγάπη τα παραπάνω, μπορεί να μην είναι κυνηγός, αλλά τη φύση τη σέβεται, εκτιμά την προσφορά της. Και γνωρίζει και σέβεται τον κυνηγό, δεν τον «πυροβολεί» σαν τους άλλους τους αδαείς, που ρυάκι και πέτρινη πηγούλα έχουν δει (αν), σε τυχαίες φωτογραφίες ή σε βιντεάκια στο YouTube.
     Ο κυνηγός, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα έναντι πολλών άλλων συμπολιτών μας, πολλά έχει προσφέρει, και ακόμα περισσότερα μπορεί, αν το δόλιο ελληνικό κράτος τον εντάξει σε προγράμματα, σε ενέργειες που σκοπό τους θα έχουν τη διαφύλαξη της φύσης από κακόβουλους ανθρώπους. Πολλές είναι οι δράσεις που μπορούμε να αναλάβουμε και να φέρουμε με επιτυχία σε πέρας. Αλλά η Πολιτεία κοιμάται, έχει και τα δικά της υπαρξιακά προβλήματα, ο κυνηγός όμως έχει τα εργαλεία που πρέπει, έχει την Κεντρική Συνομοσπονδία, τις Ομοσπονδίες, τους κατά τόπους κυνηγετικούς συλλόγους. 
     Μία μεγάλη δύναμη, που εύκολα γίνεται χρήσιμη εθελοντική προσφορά. Ας το δουν οι αρμόδιοι (μετά τις εκλογές εννοείται!)…        
================== 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 15 Μαΐου 2013.   

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

"Κυνήγι" από τον Ελεύθερο Τύπο ...

Κάθε Τετάρτη





Για ελεύθερους ανθρώπους

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Κυνηγός ή χορευτής;


Πολλά χρήσιμα έδωσαν οι ρουμελιώτες στη πατρίδα. Ένα από αυτά, τα μικρά έστω, ο σουβλιστός οβελίας. Μαστόροι στη τέχνη αυτή από τα παλιά χρόνια, την δάνεισαν όπως συνηθίζεται άλλωστε, στους Μοραΐτες, στους Νησιώτες κτλ…
     Αν τρέξει κανείς πίσω λίγες δεκάδες χρόνια, θα διαπιστώσει ότι ακόμα και στα ορεινά του Μοριά, το αρνάκι (αν το είχαν) το έβαζαν στο φούρνο. Και αν δεν είχαν, ένα κοτόπουλο έκανε τη δουλειά. Στη φτώχεια όλα επιτρέπονται. Τον ίδιο επίσης τρόπο είχαν και στα νησιά. Όμως, η εσωτερική μετανάστευση της δεκαετίας 50 – 60, που έφερε τα πλήθη των ανθρώπων στην Αθήνα, πήρε και υιοθέτησε τα χούγια της Ρούμελης.  Από εκεί κατάγεται και το περίφημο «κλέφτικο» σιγοψημένο μέσα στη γης.
     Ωραία όλα αυτά για την τήρηση του εθίμου, αν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, συνηθίζουν ανήμερα το Πάσχα και γεύονται και το φρέσκο ψητό ψάρι! Όρεξη να υπάρχει και καλή παρέα.
 
      Μία μάλλον ωραία παρέα, συνάντησα προ ημερών στο αρχαίο λιμάνι στο Λέχαιο Κορινθίας. Εκεί στο όμορφο ταβερνείο πάνω στον αφρό της θάλασσας, άθελά μου έγινα ωτακουστής των όσων διημείφθησαν στη διπλανή παρέα που ευτυχώς ή ατυχώς,  είχε ανάμεσά της και ένα κυνηγό εκ Κιάτου. Και ο όνομα του κυνηγού: Γιώργος Πανάγου (ή Πανάγος). Νηστήσιμα σαν κι εμάς είχε παραγγείλει και δειπνούσε η περί ής ο λόγος παρέα, αλλά δεν ξέρω πως και από πού, άκουσα ξαφνικά να μιλάνε για αγριογούρουνα!
     Όταν ακούω περί αγρίων, το μάτι μου «θολώνει» και τα αυτιά πιάνουν υπερήχους. Δεχόταν λοιπόν επίθεση ο κυνηγός από τις γυναίκες κυρίως της συντροφιάς, του τύπου: «μα πως μπορείτε και σκοτώνετε τόσα ωραία και περήφανα ζώα», ή «μη μου πείτε κύριε Γιώργο ότι τα γδέρνετε κιόλας! Θα λιποθυμήσω!». Εντάξει κανείς δεν λιποθύμησε στην ομολογία του κυνηγού ότι τα γδέρνει με μαεστρία. Μα και αυτός ο αθεόφοβος, από τα άγρια το γύρισε στις κότες, και εξομολογήθηκε στη παρέα του αλλά και στις υπόλοιπες του ταβερνείου άθελά του, πως δεν αντέχει να σφάξει κότα, ταράζετε!
     Από την ίδια παρέα, ένας τύπος, μάλλον όχι κυνηγός, άρχισε τα δικά του: «εγώ να σας δείξω εδώ πως σφάζω τη κότα στο φτερό», και μια τύπισσα δίπλα του, με σοφιστικέ στυλ, να καταριέται τους θεούς και τους κυνηγούς. Και απέναντι τους, ένας αξύριστος μελισσοκόμος, άκουγε με προσοχή ομηρικούς στίχους από ένα Δάσκαλο!
     Καταστάσεις ροκ, που λένε και στο χωριό μου. Οποία όμως έκπληξη από τον κυνηγό που ιστορούσε με κάθε ακρίβεια και τον κυνηγότοπο που έχει η παρέα του, και άρχισε σε κάποια ερώτηση να αραδιάζει ένα – ένα τα χωριά της Αρκαδίας. Έτοιμος ήμουν να του πω: «βρε φίλε, στο χωριό μου κυνηγάς;». αλλά κρατήθηκα, μόλις είχαν φτάσει στο τραπέζι οι σουπιές και μοσχοβόλησε η παραλία.
     Τον κοίταξα με προσοχή τον κυνηγό και τον θυμήθηκα. Η δική μου παρέα κυνηγά σε κοντινό κυνηγότοπο. Και έχουμε ανταμώσει αρκετές φορές. Αλλά τι να του πω και τι να μου μολογήσει.
      Καλό Πάσχα εύχομαι στον συνάδελφο από το Κιάτο. Και να ξέρει, όχι μόνο η δική του παρέα, μα και οι υπόλοιπες στο ωραίο ταβερνείο, γίναμε κοινωνοί όλης της μυθοπλασίας. Κυνηγήσαμε μαζί του, διψάσαμε ακόμα εκεί στο ρέμα που πήγαινε και έσκυβε να γεμίσει το παγούρι του με φρέσκο νεράκι, πήραμε γεύσεις κυνηγίου αγναντεύοντας την αλμύρα.
Ένα μονάχα θα πω: ο Μυθοπλάστης είναι παντού …
 ==============
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 8 Μαΐου 2013.