Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Κυνηγός ή χορευτής;


Πολλά χρήσιμα έδωσαν οι ρουμελιώτες στη πατρίδα. Ένα από αυτά, τα μικρά έστω, ο σουβλιστός οβελίας. Μαστόροι στη τέχνη αυτή από τα παλιά χρόνια, την δάνεισαν όπως συνηθίζεται άλλωστε, στους Μοραΐτες, στους Νησιώτες κτλ…
     Αν τρέξει κανείς πίσω λίγες δεκάδες χρόνια, θα διαπιστώσει ότι ακόμα και στα ορεινά του Μοριά, το αρνάκι (αν το είχαν) το έβαζαν στο φούρνο. Και αν δεν είχαν, ένα κοτόπουλο έκανε τη δουλειά. Στη φτώχεια όλα επιτρέπονται. Τον ίδιο επίσης τρόπο είχαν και στα νησιά. Όμως, η εσωτερική μετανάστευση της δεκαετίας 50 – 60, που έφερε τα πλήθη των ανθρώπων στην Αθήνα, πήρε και υιοθέτησε τα χούγια της Ρούμελης.  Από εκεί κατάγεται και το περίφημο «κλέφτικο» σιγοψημένο μέσα στη γης.
     Ωραία όλα αυτά για την τήρηση του εθίμου, αν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, συνηθίζουν ανήμερα το Πάσχα και γεύονται και το φρέσκο ψητό ψάρι! Όρεξη να υπάρχει και καλή παρέα.
 
      Μία μάλλον ωραία παρέα, συνάντησα προ ημερών στο αρχαίο λιμάνι στο Λέχαιο Κορινθίας. Εκεί στο όμορφο ταβερνείο πάνω στον αφρό της θάλασσας, άθελά μου έγινα ωτακουστής των όσων διημείφθησαν στη διπλανή παρέα που ευτυχώς ή ατυχώς,  είχε ανάμεσά της και ένα κυνηγό εκ Κιάτου. Και ο όνομα του κυνηγού: Γιώργος Πανάγου (ή Πανάγος). Νηστήσιμα σαν κι εμάς είχε παραγγείλει και δειπνούσε η περί ής ο λόγος παρέα, αλλά δεν ξέρω πως και από πού, άκουσα ξαφνικά να μιλάνε για αγριογούρουνα!
     Όταν ακούω περί αγρίων, το μάτι μου «θολώνει» και τα αυτιά πιάνουν υπερήχους. Δεχόταν λοιπόν επίθεση ο κυνηγός από τις γυναίκες κυρίως της συντροφιάς, του τύπου: «μα πως μπορείτε και σκοτώνετε τόσα ωραία και περήφανα ζώα», ή «μη μου πείτε κύριε Γιώργο ότι τα γδέρνετε κιόλας! Θα λιποθυμήσω!». Εντάξει κανείς δεν λιποθύμησε στην ομολογία του κυνηγού ότι τα γδέρνει με μαεστρία. Μα και αυτός ο αθεόφοβος, από τα άγρια το γύρισε στις κότες, και εξομολογήθηκε στη παρέα του αλλά και στις υπόλοιπες του ταβερνείου άθελά του, πως δεν αντέχει να σφάξει κότα, ταράζετε!
     Από την ίδια παρέα, ένας τύπος, μάλλον όχι κυνηγός, άρχισε τα δικά του: «εγώ να σας δείξω εδώ πως σφάζω τη κότα στο φτερό», και μια τύπισσα δίπλα του, με σοφιστικέ στυλ, να καταριέται τους θεούς και τους κυνηγούς. Και απέναντι τους, ένας αξύριστος μελισσοκόμος, άκουγε με προσοχή ομηρικούς στίχους από ένα Δάσκαλο!
     Καταστάσεις ροκ, που λένε και στο χωριό μου. Οποία όμως έκπληξη από τον κυνηγό που ιστορούσε με κάθε ακρίβεια και τον κυνηγότοπο που έχει η παρέα του, και άρχισε σε κάποια ερώτηση να αραδιάζει ένα – ένα τα χωριά της Αρκαδίας. Έτοιμος ήμουν να του πω: «βρε φίλε, στο χωριό μου κυνηγάς;». αλλά κρατήθηκα, μόλις είχαν φτάσει στο τραπέζι οι σουπιές και μοσχοβόλησε η παραλία.
     Τον κοίταξα με προσοχή τον κυνηγό και τον θυμήθηκα. Η δική μου παρέα κυνηγά σε κοντινό κυνηγότοπο. Και έχουμε ανταμώσει αρκετές φορές. Αλλά τι να του πω και τι να μου μολογήσει.
      Καλό Πάσχα εύχομαι στον συνάδελφο από το Κιάτο. Και να ξέρει, όχι μόνο η δική του παρέα, μα και οι υπόλοιπες στο ωραίο ταβερνείο, γίναμε κοινωνοί όλης της μυθοπλασίας. Κυνηγήσαμε μαζί του, διψάσαμε ακόμα εκεί στο ρέμα που πήγαινε και έσκυβε να γεμίσει το παγούρι του με φρέσκο νεράκι, πήραμε γεύσεις κυνηγίου αγναντεύοντας την αλμύρα.
Ένα μονάχα θα πω: ο Μυθοπλάστης είναι παντού …
 ==============
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 8 Μαΐου 2013.