Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Φλυαρίες τότε και τώρα …

«Χαλεπός[1] ήν ημίν ο στρατιώτης, χαλεπός, επεί γάρ ήκε δείλης οψίας και κατήχθη ού κατά τύχην αγαθήν εις ημάς, ούκ επαύσατο ενοχλών τοίς διηγήμασι, δεκάδας τινάς και φάλαγγας ονομάζων, είτα σαρίσας και καταπέλτας και δέρρεις, και νύν μέν ως ανέτρεψε τους Θράκας …………………»
     «Δύσκολος, πολύ δύσκολος, ήταν για μας ο στρατιώτης. Ήρθε προχωρημένο δειλινό και τοποθετήθηκε σε μας για δυστυχία μας και δεν έπαψε να ενοχλεί με τις αφηγήσεις του, μιλώντας για δεκαρχίες και φάλαγγες, σάρισες, καταπέλτες, ασπίδες και θώρακες και πως κυνήγησε τους Θράκες, χτυπώντας τον αρχηγό τους με ακόντιο και πως διαπέρασε με τον κοντάρι και σκότωσε τον Αρμένιο.
      
Σε όλους έλεγε για αιχμαλώτους που έπιασε και καυχιόταν για γυναίκες που, όπως έλεγε, του τις έδωσαν οι στρατηγοί από τη λεία για να βραβεύσουν την ανδρεία του.
      
Του γέμισαν μία κούπα μεγάλη που πιστεύεται πως είναι φάρμακο της φλυαρίας κι αυτός την ήπιε, όχι μόνο αυτή, αλλά και άλλες απανωτά κι αφού ήπιε κάμποσες δεν έπαψε να φαφλατίζει».
      Τα παραπάνω λέγονταν και γράφονταν στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ φίλων. Τι έχει αλλάξει στη ζωή μας από τότε μέχρι και σήμερα; Πολλά και τίποτα! Οι άνθρωποι ίδιοι είναι, οι συνθήκες διαφοροποιούνται. Τώρα, αν αναρωτηθεί κανείς πότε ήταν καλύτερα, δεν ξέρω αν θα βρει κατάλληλη απάντηση.
      Το βέβαιο πάντως είναι ότι η φλυαρία δεν έχει αλλάξει καθόλου. Οι φαφλατάδες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ίδιοι ανά τους αιώνες, δίχως να νοούν πότε πρέπει να αρχίσουν και πότε να βάλουν τέλος στο λόγο τους και στον κομπασμό τους.  Την ίδια ανάγκη που είχε ο στρατιώτης που κυνηγούσε τους Θράκες, την ίδια κι απαράλλαχτη έχει ο σύγχρονος άνθρωπος που πιστεύει πως κάτι μεγάλο και σπουδαίο κυνηγά στη ζωή του, και που αυτό μπορεί να είναι, το χρήμα, η ματαιοδοξία, η πληρωμένη στιγμιαία ευτυχία, η αθανασία της ψυχής του και του σπουδαίου του ονόματος.
      Την απλότητα της ζωής εν τέλει, την κυνηγούν (τότε και πάντα) οι λίγοι άνθρωποι, οι ολιγαρκείς, οι ταπεινοί, εκείνοι που τους δίδαξε η φύση και διδάχθηκαν από αυτή. Αυτοί οι άνθρωποι που το μυαλό τους άφησε μακριά τα φτιασιδωμένα και έφτασαν με κόπο και αγάπη στην πληρότητα.
      Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος και ας του έχει δημιουργήσει η εποχή μας ανάγκες απροσπέλαστες. Και ένας τρόπος αλάνθαστος για να τις δει και να τις ακυρώσει από τη ζωή του, είναι το κυνήγι. Όχι αυτό καθεαυτό, μα με όλες τις εκφάνσεις του. Με τους τρόπους εκείνους που μας ωφελεί, όχι μόνο σωματικά ή συναισθηματικά, αλλά κυρίως νοητικά. Το κυνήγι, αν δεν σταθούμε μόνο στην κάρπωση του θηράματος, μας γεμίζει με άπειρα δώρα. Και κυρίως μας καθαρίζει το μυαλό, μας κάνει να σκεφτόμαστε λογικά, να γινόμαστε δέκτες αισθήσεων που υπάρχουν φωλιασμένες μέσα μας.
      Σίγουρα όμως, όπως είναι δομημένο στη χώρα μας, δεν βοηθά ούτε εμάς αλλά ούτε και το ίδιο το κυνήγι σαν φυσική δραστηριότητα. Οι υποδομές που χτίστηκαν – οργανώσεις κυνηγών, καταστατικά, νοοτροπίες – δεν του προσδίδουν την αληθινή του έννοια, αλλά την ανθρώπινη ανάγκη να ισχυροποιηθεί μέσα από συλλογικά όργανα. Και ενδεχομένως, αν δεν έγινε ακόμα σε μεγάλο βαθμό, θα γίνει σίγουρα στο άμεσο μέλλον, ένα αποκούμπι που το γεννά η ανασφάλεια, η έλλειψη παιδείας και κατ’ επέκταση η συνείδηση περί των αξιών της φύσης. Ότι συνήθως συμβαίνει και με τα κόμματα, εκεί δηλαδή που προστρέχουν οι άνθρωποι για να βρουν μία δουλειά, έναν πλάγιο διορισμό στο δημόσιο, μη πιστεύοντας οι ίδιοι ότι είναι ικανοί να τα καταφέρουν στη ζωή με τις δικές τους δυνάμεις.
Η αλληλεξάρτηση της πολιτικής, διάβρωσε και το κυνήγι. Η ανικανότητα γέννησε την ίντριγκα, για να μπορεί να επιβιώνει ο κάθε ένας που διακατέχεται στην ουσία από φόβο. Αλλά φόβο σε τι;   
 ==================
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013


[1] Επιστολή του Πρατίνου προς τον Μεγαλοτέλη κάπου στον 2ο μχ. Αιώνα!