Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Στο κίτρινο της σοδειάς ...

Διανύουμε την «νεκρή εποχή» για το κυνήγι μα ο νους μας όλο και τρέχει στα βουνά και στα λαγκάδια, στις αρχέγονες καταβολές μας. Γιατί το κυνήγι για εμάς είναι κάτι περισσότερο από μία ξερή ντουφεκιά.
 
     Και δεν τα λέω εγώ τούτα τα πράγματα, αλλά οι κυνηγοί, οι άνθρωποι της υπαίθρου. Εκείνοι όλοι που διάγουν τον βίο τους στον καθαρό αέρα, στον πυρωμένο ήλιο, με το ιδρωμένο μέχρι το μεδούλι σώμα τους, συντηρώντας όχι μόνο την τέχνη της γεωργίας, κυρίως συντηρώντας όλους εμάς με τα προϊόντα τους.  
     «Οι άνθρωποι της υπαίθρου», οι σοφοί κατά τον Κόντογλου και όχι μόνο άνθρωποι. Αυτοί που εξακολουθούν να διαχειρίζονται με σοφία, με την εργατικότητά τους, με την αγάπη τους, όχι μονάχα την ευλογημένη γη, αλλά ολόκληρο το γεωγραφικό ανάγλυφο της πατρίδας μας, από τον πλούσιο κάμπο μέχρι το φτωχό πεζούλι στο ξερό βουνό. Με τον διαρκή αγώνα τους καρπίζει η γης, γεμίζουν τα σταροχώραφα με τις χρυσές αποχρώσεις, λαμποκοπά το πράσινο, και ευωδιάζει ο ντουνιάς.
     Μία βόλτα την εποχή αυτή στη φύση, και να το κίτρινο της σοδειάς, να το φρούτο της πρωινής δροσιάς, και το αμπέλι που το κορφολογεί ο αμπελουργός. Κι από κοντά το πολύβουο μελίσσι να παίρνει τον ανθό της ακακίας και της κουμαριάς, και η ζωή εκεί έξω να έχει νόημα, νοστιμάδα, να γεννά ελπίδα.
     Όταν η φύση εργάζεται, εμείς πρέπει να σωπαίνουμε, να αφουγκραζόμαστε, να παρατηρούμε, να μαθαίνουμε. Να στεκόμαστε με σεβασμό στην σπάνια δημιουργία και να την ευχαριστούμε που μας έδωσε πνεύμα να την αναπνέουμε. Αλλά, όχι, δεν το κάνουμε. Σαν βέβηλοι πολλές φορές, καταπατούμε τις βουλές της, αλλοιώνουμε την προσφορά της, και τρέχουμε να χαραμίσουμε τον χρόνο μας με τα δήθεν, με τα τεχνητά, με τα ψεύτικα.
     Δεν βαδίζουμε στον ηράκλειο δρόμο, πήραμε την κατηφοριά. Θαρρούμε ότι ανάγκη έχουμε τα εύκολα, τα ευδαιμονικά. Και χάνουμε ότι πολύτιμο στον κόσμο έχουμε, το μυαλό μας και την ψυχή μας, με τετριμμένα, με αστεία πράγματα, προβάλλοντας το «εγώ μας» μπροστά σε μεγαλείο ανυπέρβλητο.
     Λαθέψαμε αφήνοντας την τύχη μας σε πολιτικά συστήματα που τάχα μου γίνηκαν για το καλό μας. Φερθήκαμε επιπόλαια περιμένοντας τα ανθρωπάκια να μιλήσουν για εμάς. Χάσαμε τον προορισμό μας, το «άνω θρώσκω»,  υπηρετώντας την μιζέρια, την κλεψιά, την κατάπτωση. Και περιμένουμε τους δυστυχείς μικρούς ανθρώπους να αγωνιστούν για εμάς, αυτούς τους ίδιους που έννοια τους μόνη είναι η καλοπέραση τους και τα πλούτη τους.
     Τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία, αυτό είναι βέβαιο. Μα και η ζωή, δεν περιμένει εμάς πότε θα ξυπνήσουμε από τον βαθύ ύπνο. Τρέχει, δεν μας καρτερεί. Κι εμείς, αντί να την αρπάξουμε από τα γκέμια, καθόμαστε αδρανείς, σαν πεθαμένοι και περιμένουμε. Τι άραγε;
     Η φύση και πάλι δίνει τις λύσεις. Είναι το γιατρικό, το βάλσαμο, η χαρά. Και εμείς μπορούμε να αντικρίσουμε τον κόσμο όπως διαμορφώνεται, όπως αλλάζει. Ίσως επειδή γελάμε με τα παραφύση έργα των πολιτικών συστημάτων που επιδιώκουν «το καλό μας». Πόσο αλήθεια γελοίο ακούγεται, να «τρέχουν» όλοι για το καλό μας, να ιδροκοπούν, να κουράζονται.
     Η ζωή, αυτή η θεία δημιουργία, δεν προσμένει από πουθενά. Ότι θέλουμε λοιπόν, απλώνουμε και το παίρνουμε. Το κόβουμε με το μαχαίρι και το αποκτούμε. Ανήκουμε στη φύση και μας ανήκουν όλα πάνω της. Μια αιώνια αμφίδρομη σχέση που την ταράζει κατά περιόδους η ανθρώπινη μιζέρια και η παλιοκοτιά.
     Κοιτάζοντας στον κάμπο, στο βουνό που υψώνεται μπροστά μας, στον αφρισμένο κυματισμό της θάλασσας, ένα πράγμα οφείλουμε να σκεφτόμαστε: πως γεννηθήκαμε για να βλέπουμε, για να τα ζούμε όλα αυτά. Έ…. ας το κάνουμε …
=========== 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013.