Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Πάσχα των Ελλήνων ...

Μαγειρίτσα, αρνί στη σούβλα, κοκορέτσι, κοντοσούβλι, γαλόπιτα, οίνος άφθονος, γιαούρτι, κάρβουνα,  καπνός, τσίκνα, σπίτι, κήπος, χωράφι, δρόμος, εγώ, οι συγγενείς μου, οι φίλοι μου.

Σε χώρο περιχαρακωμένο, κλειστό, για την παρέα μου, με τα ποτήρια να υψώνονται και να σμίγουν στο «Χριστός Ανέστη» και στο «Αληθώς ο Κύριος».  Και η σούβλα να γυρίζει αργά. Να πέφτουν τα μπόλια στα κάρβουνα και να σηκώνουν καπνό.

Ο ήλιος γελαστός, πρόσχαρος, επόπτης της χαράς. Τα σκυλιά να γυροφέρνουν χαρούμενα, να θέλουν παιχνίδια, να περιμένουν με αγωνία το αποτέλεσμα της σούβλας.

Η σούβλα γυρίζει αργά, ψηλά από τα κάρβουνα να μην «αρπάξει» ο αμνός. Και δεν αρπάζει. Ψήνεται βαθιά, μέχρι το κόκαλο.

Τα ποτήρια γεμίζουν κι αδειάζουν πολλές φορές. Χωρίς βιάση, με τον αργό ρυθμό της σούβλας. Το ραδιόφωνο παίζει δημοτικά τραγούδια. Πάσχα των Ελλήνων.

Τα σκυλιά, τόση ώρα παίζουν, αναμένουν, ξαπλώνουν στο παχύ χορτάρι ανέμελα. Μα αγρίεψαν απότομα, σηκώθηκαν από τη σχόλη τους κι έτρεξαν στην εξώπορτα γαυγίζοντας. Δυό ξένοι, ρακένδυτοι, και δυό παιδιά με ρούχα χαλασμένα από την πολυφορεσιά, περνάνε από τον δρόμο. Κοντοστέκουν, μυρίζουν τον οβελία που ψήνεται; Τα άνθη της Άνοιξης; Ποιος ξέρει;

Φεύγω γρήγορα να ειδώ, ποιοι είναι, που πάνε. Σαν με βλέπουν ορθό να πλησιάζω στην εξώπορτα, φεύγουν τρέχοντας φοβισμένοι. Τηράω έξω από την πόρτα, χάθηκαν στα πράσινα χωράφια.

Γύρω από τον οβελία όλα κυλάνε όμορφα, ήρεμα, ο γλυκός ήλιος και το καλό κρασί, έχουν το μυαλό ατάραχο.

Πάσχα των Ελλήνων. Βγαίνει ο οβελίας από την σούβλα, καλοψημένος και μυρωδάτος. Μπαίνει στα ταψιά κι απλώνεται στο μεγάλο τραπέζι. Σαλάτες, τυριά, αυγά κόκκινα, γιαούρτι, κρασί. Η Αγάπη γιορτάζει σήμερα. Ποια Αγάπη; Μα αυτή για την οποία έζησε και πέθανε και αναστήθηκε ο Χριστός. «Αγαπάτε αλλήλους» δεν φώναξε; «Ο έχων δύο χιτώνας να δίνει τον ένα» δεν φώναξε στα πλήθη; «Θεοί εστέ» δεν είπε μιλώντας στις μάζες της Ιουδαίας; 

Τα είπε αυτά, έ και; Ποιος τον άκουσε αλήθεια; Ποιος τον κατάλαβε; Η θρησκεία που ιδρύθηκε προς χάρη του; Ο Χριστιανισμός; Μα αυτοί στρέβλωσαν το έργο του, παραποίησαν τον Λόγο του. «Δούλοι εστέ» μας λένε οι παπάδες, και θέλουν εμείς να τους πιστέψουμε, να σκύψουμε το κεφάλι και να τους ακολουθήσουμε.

Πάσχα των Ελλήνων. Τα κόκαλα συγκεντρώθηκαν για τις χαρές των σκυλιών που ώρες περίμεναν πως και πως και το δικό τους Πάσχα. Και έπεσαν με βουλιμία να ακονίζουν τα δόντια τους, να γλείφουν το κρέας. Μα πάλι αγρίεψαν, πάλι μας ξεσήκωσαν με τα γαυγίσματά τους. Κάθε τόσο μας χαλάνε την ησυχία μας και την χαρά μας. Πάλι στην εξώπορτα κοντοστάθηκαν κάποιοι άγνωστοι. Σηκώθηκα αγριεμένος να ειδώ, ποιοι τέλος πάντων είναι αυτοί που έχουν το θράσος να μας αναστατώνουν; Πάλι κάτι ρακένδυτοι τύποι, βρώμικοι, απεριποίητοι, χάθηκαν τρέχοντας προς τα χωράφια. «Άει να χαθείτε αλήτες», μονολόγησα, κι επέστρεψα στο τραπέζι. Υψώσαμε τα ποτήρια μας: Χριστός Ανέστη». Και «Αληθώς ο Κύριος».

Πάσχα των Ελλήνων … Ναι, πέρασε κι αυτό. Μέχρι το επόμενο. Μέχρι τότε, θα βρούμε χρόνο για την αγάπη, να την δώσουμε, δίχως ανταλλάγματα, χωρίς υπολογισμούς, στους φίλους μας και στους ξένους. Στους «καθώς πρέπει σαν κι εμάς». Και στους ρακένδυτους, στους άτυχους συνανθρώπους μας, σε όσους κουβαλούν σαν άλλοι Σίμωνες Κυρηναίοι τον σταυρό του μαρτυρίου, τον σταυρό της ζωής …


Χριστός Ανέστη … και Αληθώς ο Κύριος. Φυσικά!