Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Το βουνό θέλει ... whisky

Η νέα κυνηγετική περίοδος είναι πάλι εδώ!.Άρχισε με βροχές και κρύο ασυνήθιστο για την εποχή. «Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα» που έλεγαν και οι παππούδες μας, ζώντας προφανώς και στις εποχές τους ανάλογους καιρούς σαν τον δικό μας..
Τα σκυλιά μας είναι «έτοιμα». Στα εκπαιδευτικά που προηγήθηκαν έδειξαν την μεγάλη τους αξία. Όπως συνήθως άλλωστε. Στην εκπαίδευση πρώτα - και στο «δια ταύτα» τελευταία!!. Κάποια φορά θα καταφέρουμε να εξηγήσουμε και το μυστήριο τούτο!, μέχρι τότε όμως έχουμε να χύσουμε πολύ ιδρώτα - ιδίως η παγάνα που όταν δεν κοιμάται στα βαθύσκια πουρνάρια, «ματώνει» προς χάριν της αποστολής.
Οι ομάδες αντάμωσαν και πάλι σε πλήρη σύνθεση. Τη φορά ετούτη σίγουρες για το καλό αποτέλεσμα. Όχι όπως τις προηγούμενες φορές που «κάτι στράβωνε και ο κάπρος κούναγε μαντήλι στα καρτέρια». Τώρα και να φύγει από τα καρτέρια, θα σκοντάψει στα σκουπίδια που αφήνουμε στο βουνό και είναι πάρα πολλά. Τι πλαστικές σακούλες, τι ποτήρια πλαστικά, τι αλουμινόχαρτα από κρουασάν, τι κουτάκια από μπύρες, ακόμα και άδεια μπουκάλια από whisky malt. Ναι, «το βουνό θέλει whisky, και αν δεν είναι malt ας είναι τουλάχιστον bourbon». Δεν μιλάμε καθόλου για τους άδειους κάλυκες που μετριούνται σε χιλιάδες τόνους αν συγκεντρωθούν κάποια φορά. Άλλη πικρή ιστορία οι άδειοι κάλυκες που κάνουν το βουνό και γυαλίζει στις αντανακλάσεις του ήλιου.

Από μερικούς κυνηγούς απουσιάζει εντελώς η οικολογική συνείδηση. Λίγοι είναι, ικανοί όμως να βρωμίσουν το δάσος στο πέρασμά τους. Και χρόνο με το χρόνο, τα σκουπίδια πολλαπλασιάζονται και πνίγουν τις ρεματιές, το οξυγόνο μας. Κατά τη γνώμη μου δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους λαθροθήρες. Κοινό γνώρισμα και των δυό κατηγοριών είναι οι «κυνηγετικές άδειες» που έχουν και τους κατατάσσουμε στην οικογένεια των κυνηγών.

Οι λαθροθήρες και οι βρωμίζοντες το δάσος «κυνηγοί», είναι φίλοι μας, γνωστοί μας, συγχωριανοί μας. Μας προκαλούν με τις πράξεις τους και την αδιαφορία τους. Τους ξέρουμε καλά. Ας τους μιλήσουμε, ας τσακωθούμε μαζί τους εν ανάγκη. Αρκεί να φέρουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ας τους απομονώσουμε εν τέλει. Λερώνουν και το δικό μας όνομα, μας εκθέτουν δίχως να φταίμε. Ας τους καταγγείλουμε. Ας γίνουμε εμείς «οι ρουφιάνοι και οι κακοί».

«Ευτυχώς όμως που έχουμε και την Θηροφυλακή και ελέγχει συνέχεια τους κυνηγούς». Τόσα χρόνια στα βουνά δεν έτυχε να την δώ ποτέ μου, ακούω και διαβάζω όμως για τα σπουδαία κατορθώματα της κατά περιόδους. Πιάστηκε ένας λαθροθήρας στη Μεγαλόπολη, ένας άλλος στον Έβρο, ένας τρίτος κάπου στο Βόλο. Διαβάζω επίσης για το σπουδαίο έργο που επιτελεί, μόνο που δεν το βλέπω, δεν το ξέρω. Για το έργο της Θηροφυλακής μιλάνε και οι Ομοσπονδίες. Τώρα τελευταία μιλάει και το Σωματείο που έκαναν οι Θηροφύλακες. Όλοι τους αγωνίζονται για την προστασία του δάσους, για το καλό μας δηλαδή….

Καλή είναι η γκρίνια και αν αρχίσει κανείς δεν σταματά εύκολα. Όμως δεν φαίνεται φώς στον ορίζοντα που θα διορθώσει τα πράγματα. Μαζί με τα «άσχημα» όμως αντάμα έχουμε και τα «καλά». Εκείνα δηλαδή τα λίγα που μας κάνουν και νιώθουμε όμορφα όταν βρισκόμαστε στο δάσος. Τα απλά πράγματα που μας γεμίζουν χαρά, όταν ψήσουμε το ξημέρωμα τον καφέ μας στα ξύλα, όταν χάσουμε το «άγριο» και δεχτούμε τα «πυρά» της ομάδας μας, όταν μουσκέψουμε στο πυκνό ή στις ιχνηλασίες αναζητώντας ένα ελάχιστο πάτημα του κάπρου, όταν η κούραση μας βαραίνει τα πόδια, όταν γευόμαστε τον κόπο μας.

Η περιπέτεια, το αναπάντεχο, το μη δεδομένο, η απόλυτη σιωπή στο καρτέρι, το παγωμένο ρεύμα της ρεματιάς, το αγνάντι από τα διάσελα και τις κορφές, ο ξάστερος ουρανός, μα και τόσα ακόμα, όλα μαζί κι ένα – ένα χώρια, μας κάνουν ανθρώπους. Που δεν ξεχάσαμε τη φύση μας, την προέλευσή μας.

Μόνο στο δάσος γινόμαστε κοινωνοί του επέκεινα. Πέρα από την αιωνιότητα ίσως διακρίνουμε τον μικρόκοσμό μας και σκεφτούμε με τη λογική και όχι με το συναίσθημα.