Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Από το καταμεσήμερο στο χάραμα...

Δεν πάει πολύς καιρός που είχα βρεθεί με παρέα στο κέντρο της Αθήνας. Ανάμεσα στην παρέα, ήταν και ένας τύπος, συγγραφέας στο επάγγελμα που πρώτη φορά έβλεπα, αλλά κάποιες λίγες φορές είχα ακούσει γι’ αυτόν σκόρπια πράγματα.

Εκεί λοιπόν στην φιλότεχνη παρέα, που μιλούσαν για λογοτεχνία, φωτογραφία και άλλες τέχνες που δεν κατέχω, που μου άρεσε βεβαίως να ακούω και να μαθαίνω - σαν αγρότης που είμαι, πετάει ο περί ου ο λόγος συγγραφέας την ατάκα της ημέρας γιομάτος καμάρι: ποτέ στη ζωή μου μέχρι σήμερα δεν έχω σηκωθεί πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι!!

Τον «έκοψα» καλά για πρώτη φορά, όπως «κόβουν» τα άγρια στο δάσος και συνέχισα να τον ακούω μαζί με την υπόλοιπη παρέα. Τον ρώτησε κάποια νεαρά που όπως έμαθα αργότερα ήταν η «καλή» του, καλά, και στον στρατό πως σηκωνόσουν;

Απλά, δεν σηκωνόταν. Είχε πάρει απολυτήριο πρώιμο όπως τόσοι και τόσοι. Την απάντηση την ήξερα πριν να την ακούσω από τα χείλη του.

Κάποια στιγμή σηκώθηκα να φύγω, με συγχωρείτε τους είπα, αύριο όμως ξυπνάω πολύ πρωί διότι πάω στο χωριό για κυνήγι. Είσαι κυνηγός; Με ρώτησε ξαφνιασμένος ο συγγραφέας. Ναι, και πρέπει να φύγω. Κι εγώ είμαι οικολόγος, μου πέταξε με ύφος φανερά εκνευρισμένο ο τύπος. Το ξέρω, απάντησα στον «λογοτέχνη» κι έφυγα.

Ήταν από τα τελευταία κυνήγια της περιόδου και η θερμοκρασία έπεφτε όσο πλησίαζα στο χωριό. Αξημέρωτα έφτασα σπίτι, άνοιξα το νερό και τα φώτα και άναψα για λίγο τη θέρμανση. Ίσα να αλλάξω ρούχα, να φτιάξω τα εφόδιά μου, το τσάι μου στο θερμός, δυό σοκολάτες, λίγες σταφίδες.

Βγήκα έξω και ο παγωμένος βοριάς έκανε αισθητή την παρουσία του, το θερμόμετρο στο αυτοκίνητο όταν ξεκίνησα για να πάω στην ομάδα μου έδειχνε –8. Μια χαρά, σκέφτηκα. Τα χιόνια στο χωριό ήσαν λίγα, σαν πασπάλα. Στα ψηλότερα πρέπει να είχε καλό χιόνι.

Κατά τις 6 έφτασα στο «λεύκο», που βρίσκεται σε μικρό διάσελο με βοριά και νοτιά αντάμα. Το θερμόμετρο ανέβηκε και άλλο, με –10 σταμάτησα και κατέβηκα. Τα παιδιά ήσαν εκεί, γύρω από την καλή φωτιά. Οι μυρωδιές που μου ήλθαν από την παγωνιά, τα καμένα ξύλα, τον καφέ στη θράκα, ήταν στην ουσία τα πράγματα που με έκαναν να βρεθώ αχάραγα ακόμα με φίλους στο βουνό. Και αυτοί σαν κι εμένα, κυνηγοί και λάτρεις της φύσης. Πρόσωπα γελαστά που η παγωνιά έσπαζε από τη ζεστασιά τους, πειράγματα λίγο πριν την «παγάνα», πρόσωπα γεμάτα φως και ας ήταν ακόμα νύκτα.

Ο νούς μου για λίγο έτρεξε στον συγγραφέα της χθεσινής βραδιάς. Διαφορετικοί κόσμοι σκέφτηκα. Ένιωσα τυχερός που ζούσα το παγωμένο πρωινό έξω στην αγριάδα της φύσης. Θα ήμουν δυστυχής φαντάζομαι αν ήμουν κι εγώ συγγραφέας. Αυτός όμως ήταν ευτυχής που έβλεπε την πόλη κάθε καταμεσήμερο, και μάλλον θεωρούσε δυστυχή εμένα που ήμουν κυνηγός. Διαφορετικοί κόσμοι; Ίσως. Όπως όμως και να’ χουν τα πράγματα – και τώρα που δεν υπάρχει κυνήγι, από μεθαύριο την Παρασκευή, στο χωριό θα βρίσκομαι. Και Σάββατο με το χάραμα θα τραβήξω για τα ψηλότερα ή και τα χαμηλότερα. Το που δεν έχει και τόση σημασία, αν βρεθώ δηλαδή σε κάποια βουνοκορφή ή στην όχθη του ποταμού. Σημασία έχουν οι μυρωδιές και οι ήχοι, η αρμονία, ακόμα και οι πρωινές υγρασίες.
--------------------------------------------------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια: