Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Μικρές ιστορίες δυτικά του Μαινάλου …

Σε σουβλατζίδικο αξιώσεων: «πως και δεν έχεις βάλει και γύρο από αγριογούρουνο; Να γίνεται εδώ μέσα το έλα να δεις;», είπα αστειευόμενος σε φίλο σουβλατζή.
    «Και που να μείνει άγριο για εμάς; Τα έχει κλείσει όλα ο ……… για τη ταβέρνα του! Χειμώνα – Καλοκαίρι, αγριογούρουνο έχει για σπεσιαλιτέ», ανταπάντησε στο ίδιο κλίμα ο καλός φίλος.
    Τα προφανή αστεία όμως, εμπεριέχουν δόσεις αλήθειας. Ανίκανοι όντες να σταματήσουμε τις «ζαβολιές» που συμβαίνουν στα πέριξ, αρκούμεθα στην απλή καταγραφή τους. Κάτι έστω είναι και αυτό. Από την άλλη πλευρά, έχω ένα κάλλιστο φίλο όμως, που όταν του ζητάνε αγριογούρουνο – αφού γνωρίζουν πως κυνηγά και είναι κυνηγός άριστος, αν έχει τους δίνει, και δεν ζητά χρήματα. Ενδεχομένως κάποιοι να του αφήνουν, αυτός όμως εκείνο που έχει σαν αρχή, είναι το ότι, αν κάποιος δεν έχει γευθεί άγριο – και εφόσον υπάρχει, γιατί να μην του δώσει; Δεν θα πάθει τίποτα αν καταναλώσει στο τραπέζι του ένα ή δυό κιλά λιγότερο.
    Έτσι όμορφα κυλούν οι μέρες μετά το κυνήγι του αγριόχοιρου στην ωραία πατρίδα μας. Κάποιοι έχουν λίγο και το δίνουν, το μοιράζουν, και κάποιοι έχουν πάρα πολύ – αντιλαμβάνεται ο καθένας με τι τρόπους κυνηγημένο, και θυμίζουν εκείνους τους μαυραγορίτες της κατοχής, που πουλούσαν ένα κιλό πατάτες για μια οκά χρυσάφι!
    Το ωραίο επίσης είναι ότι σε μερικές ομάδες, που θήρευσαν ουκ ολίγα άγρια στην κυνηγετική περίοδο, τα μέλη δεν βλέπουν ούτε ζωγραφιστό το χρώμα του κρέατος! Διότι, όπως ισχυρίζονται μερικοί «κακεντρεχείς» οπωσδήποτε κυνηγοί: «σε κάθε κυνήγι, ο αρχηγός αρχίζει τις αφαιρέσεις, συνεπικουρούμενος από τον υπαρχηγό και τον έφορο της ομάδας, και μείον τα έξοδα για τις σκυλοτροφές, μείον τα καύσιμα για τα κοψίματα, μείον τα φάρμακα των σκύλων, μείον τα έξοδα της μαμής όταν υπάρχουν γεννητούρια, στο τέλος της κάθε εβδομάδας, δεν περισσεύει ούτε η ουρά των αγρίων!». Και δικαίως παραπονούνται τα μέλη προς τον αρχηγό, αλλά που να νιώσει ο άκαρδος. Και επειδή ενός κακού μύρια έπονται, πιθανολογούν κάποιοι ότι, η μισή τουλάχιστον ομάδα, βγαίνει τα βραδάκια με τη δροσούλα και ψάχνει για το χρώμα του κρέατος. Όμως, εγώ αυτά δεν τα πιστεύω, γιατί τα διαδίδουν συνήθως εκείνοι που ζηλεύουν….. «Πως πήγε το κυνήγι σας αδελφέ; Βαρέσατε κάμποσα;» ρωτά ο ένας φίλος τον άλλον. «Το κυνήγι καλά πήγε» απαντά ο άλλος, «αλλά σε όλη τη σαιζόν, ενάμιση κιλό πήγα στο σπίτι, τα εκατοντάδες κιλά πήγαν για την κάλυψη των εξόδων». Τι να πει κανείς, με τέτοια ακρίβεια, που να σταθεί και που να τελειώσει!
    Όπως πονηρά φέρονται μερικοί εξ ημών στο θέμα των αγρίων, το ίδιο πονηρά φέρονται και στην «απαλλοτρίωση» σκύλων, που βρέθηκαν στο δρόμο τους κυνηγώντας, ή που σταμάτησαν να ξαποστάσουν από την κούραση. Και βάζει ο «φιλεύσπλαχνος και φιλόζωος κυνηγός» τον ξένο σκύλο στο αμάξι του, και όταν βρει χρόνο δηλώνει την εύρεση σκύλου 100-200 χλμ μακρύτερα. Και επειδή ο ιδιοκτήτης του σκύλου δεν φτάνει τόσο μακριά, ο κλέπτης νομιμοποιεί την «καλή του πράξη».
    Πολλά περιστατικά, θα μπορούσε να διηγηθεί ο καθένας από εμάς, ιστορίες ολόκληρες ίσως που έχουν γεννηθεί στα κυνηγοτόπια, μερικές καλές και άξιες λόγου, και πολλές ακόμα άσχημες, που δεν μας τιμούν, πρώτα σαν ανθρώπους και μετά σαν κυνηγούς. Εμείς όμως, με τις μικρές δυνάμεις μας, αξιολογώντας την καλή και κακή είδηση των βουνών, δεν έχουμε λόγους να μην τις δώσουμε. Ίσως κάποιοι ευαισθητοποιηθούν. Ίσως οι περισσότεροι σκεφτούν: «τι γράφει πάλι αυτός, νομίζει τάχα πως θα σιάξει τον κόσμο;»
    Σύμφωνοι, αργεί πολύ η μέρα που ο κόσμος δεν θα τα έχει ανάγκη όλα αυτά, αλλά μέχρι τότε, θα περάσουν 2, και 3, και 5 χιλιάδες χρόνια. Μέχρι τότε όμως, καλά να είμαστε και να τα λέμε, και ας μας λένε οι «κυνηγοί περιωπής» γραφικούς ενδεχομένως.  
    «Τι κάνεις εκεί; Έλα κάτω να δεις τον Αλφειό που έχει φτάσει σχεδόν μέσα στο χωριό!, τόσο πολύ νερό έχει», ακούστηκε στην άλλη πλευρά του σύρματος ο καλός ο φίλος, που ζει στη φύση, κυνηγά σε αυτή, και έμαθε να την σέβεται. «Τώρα που θα πιάσουν τα κρύα τα καλά και οι παγωνιές, που θα πάει, θα δούμε και καμιά φάσα, δεν θα δούμε;». Και φάσα να μην δούμε, αρκεί που θα χορτάσουμε τη μυρωδιά της παγωνιάς …
 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013.