Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Τα σκυλιά της Κυράς ...

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας κακός κυνηγός που είχε ένα όμορφο κυνηγόσκυλο. Κακός σαν κυνηγός μα και άνθρωπος που ήταν, δεν ήταν ικανός να εκπαιδεύσει ένα κουτάβι. Μα και το κουτάβι, γρήγορα κατάλαβε σε τι αφεντικό έτυχε να πέσει.

Έπειτα από δυό κυνήγια που το κουτάβι δεν απέδιδε όπως ήθελε ο κυνηγός, αποφάσισε να το απομακρύνει από κοντά του. Δεν σκέφτηκε και πολύ με το λιγοστό μυαλό που είχε, δεν φώναξε ένα φίλο του, ένα γείτονα, έναν περαστικό και άγνωστο άνθρωπο έστω να του χαρίσει το σκυλί του. Προτίμησε να κάνει ότι πάρα πολλοί κυνηγοί: να το παρατήσει σε τόπο άγνωστο και μακρινό, αδιαφορώντας για την τύχη του.
Κατά παράδοξο τρόπο, δεν το άφησε σε έναν κυνηγότοπο, αλλά προτίμησε να το παρατήσει, να το αδειάσει κυριολεκτικά θα έλεγα, σε μία επαρχιακή Κώμη. Και αυτό έκανε. Περνώντας από μακρινή και άγνωστη Κώμη, στάθηκε στην άκρη της και πονηρά έβγαλε το κουτάβι από το σκυλόσπιτο του. Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, ψυχή δεν υπήρχε για να τον δει. Το κουτάβι, σαν κατέβηκε από τη φωλιά του, άρχισε χαρούμενο να κουνά την ουρά του, να κάνει παιχνίδια τρικούβερτα, να πέφτει στο αφεντικό του κι ας γνώριζε πως δεν ήταν καλός άνθρωπος, πως δεν το αγαπούσε.
Ανέβηκε γρήγορα στο αυτοκίνητο του ο κυνηγός και χάθηκε από την μικρή πόλη. Το κουτάβι, νομίζοντας ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι, άρχισε να κυνηγά το αυτοκίνητο, μα εκείνο, όλο ξεμάκραινε, μέχρι που χάθηκε μακριά. Λυπημένος ο μικρός σκύλος, άρχισε το παραπονιάρικο κλάμα του και τράβηξε για την πόλη. Πέρασε μπροστά από ανθρώπους, από μαγαζιά, ανέβηκε και κατέβηκε σοκάκια, μέχρι που βρέθηκε ψηλά σε ένα σπίτι μοναχικό. Κοντά στο σπίτι υπήρχε κι ένα μικρό καλύβι, από χρόνια παρατημένο στη τύχη του. Εκεί κούρνιασε το λυπημένο κουτάβι να βγάλει την κρύα νύχτα.
Σαν ξημέρωσε για τα καλά, πήγε ο μικρός αλήτης και στάθηκε αντίκρυ από το σπίτι που το είχε μια όμορφη γυναίκα. Σαν άκουσε εκείνη το κουτάβι να την καλεί, βγήκε στο παραπόρτι και το είδε. Αυτό τότε άρχισε να χοροπηδά, να κουνά την ουρά του με νάζι, να γεμίζει τη μουσούδα του με δάκρυα χαράς κι ελπίδας. Κατέβηκε η Κυρά από το παραπόρτι της, το πήρε στην αγκαλιά της το μικρό ταξιδευτή και του έβαλε να φάει και να πιεί. Έγινε το αγαπημένο της σκυλί, ή μάλλον η αγαπημένη της σκύλα αφού είδε πως ήταν θηλυκιά. Της έδωσε και όνομα: «η Ξένη», αν κι εγώ θα την ονόμαζα «η Τυχερή».
Μεγάλωσε με αγάπη η μικρή σκύλα και κάθε στιγμή έδειχνε την ευγνωμοσύνη της στην Κυρά.  Βρήκε για σύντροφο κι ένα άλλο παρατημένο κυνηγόσκυλο και τα δυό μαζί έγιναν οι φύλακες της Κυράς, ευτυχισμένα που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος να τους δείξει αληθινή αγάπη.
Γέννησε κάποια στιγμή η Ξένη τρία κουταβάκια. Μεγάλωσε η οικογένεια, μεγάλωσαν και οι μερίδες το φαγητό. Πάνω στον μήνα, ο σύντροφος της Ξένης χάθηκε, δεν φάνηκε πάλι. «Μυστήρια πράγματα». Δέκα μέρες αργότερα χάθηκε και η Ξένη. Ανησύχησε η Κυρά και άρχισε να ψάχνει παντού. Την βρήκε φαρμακωμένη με φόλα. Ένιωσε μια γερή λαβωματιά στο στήθος της, έκλαψε πολύ. Η απώλεια της Ξένης έγινε πόνος βαρύς. Έπαιρνε στην αγκαλιά της τα τρία κουταβάκια, και τους έλεγε ιστορίες να ξεχνιούνται αυτά αλλά κι αυτή.
Σαν άρχισαν να μεγαλώνουν τα μικρά και να ομορφαίνουν, «χάθηκαν» κι αυτά κάποια στιγμή. Δεν βρέθηκαν πουθενά όσο κι αν έψαχνε απεγνωσμένα η Κυρά. Κι ευτυχώς που δεν τα βρήκε ποτέ, γιατί τότε η λαβωματιά στο στήθος της θα βάθαινε πάρα πολύ.  
Έχει πολλούς παλαβούς τούτη η ζωή, και οι περισσότεροι δυστυχώς ζουν ελεύθεροι, θεωρούνται ευυπόληπτοι πολίτες, καλοί χριστιανοί, οικογενειάρχες καθώς πρέπει, έχουν εκλογικά βιβλιάρια και εκλέγουν αντιπροσώπους. Και όταν δεν ασχολούνται με «σπουδαία» για την κοινωνία πράγματα, φολιάζουν σκυλιά ή τα παρατάνε επειδή δεν τους βγήκαν κατά πως ήθελαν στο κυνήγι.
==================
 
Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014.