Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Κοινωνώντας σε όμορφους τόπους ...


«Της Κουλουπούς ο κάμπος», κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί και αλπικός, εφόσον βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο. Σήμερα το τοπωνύμιο δεν θυμίζει τίποτα ή είναι εντελώς άγνωστο στον κυνηγό ή στον περιπατητή που βρίσκεται στην καρδιά του.

Στο βαρύ καταχείμωνο, οι μικρολίμνες που αναπνέουν στα σπλάχνα του κάμπου, παγώνουν, και οι εικόνες δεν μπορεί παρά να είναι αξεπέραστης ομορφιάς. Στην βόρεια πλευρά του κάμπου υψώνεται φυσικό ανάχωμα από βράχια και τον προστατεύει όσο μπορεί από τα ξεροβόρια. Όσο τα πλάγια γλυκαίνουν προς νότο, η φύση αφήνει πλούσια τα ελέη της. Σε αλλοτινούς καιρούς, σε χαμένους από την λήθη χειμώνες, εκεί στον πλούσιο κάμπο τέτοιαν εποχή, το υνί έσκιζε την γης και ύφαινε στα σπλάχνα της καρπούς: στάρια, βρώμες, κριθάρια, καλαμπόκια. Άνευ λιπασμάτων και τινών άλλων τεχνολογικών κατασκευασμάτων, βάρβαρων και επιβλαβών για την υγεία την ανθρώπινη μα και διότι μαγαρίζουν το άγιο χώμα. Την μήτρα που δίνει ζωή.

Αν θέλει η ανθρώπινη ματιά, από τα πρανή των βράχων αντικρίζει έργο μοναδικό δια χειρός ύψιστου καλλιτέχνη. Έναν κάμπο, αρματωμένο γερά στην μια του πλεύρη, και αφημένο να απλώνεται μέχρι το μούχρωμα του ουρανού από την άλλη. Στο διάμεσο, ρυάκια πολύβουα, πηγές βροντερές, καρυδιές πανύψηλες, αρωματικά φυτά, σπάρτα που σχηματίζουν πίνακες, μονοπάτια επικίνδυνα ή στέρεα – που παίρνουν στριφογυριστά την κατεβασιά και μαλακώνουν στα χαμηλότερα της ευλογημένης γης. Αυτός με λίγα λόγια είναι «της Κουλουπούς ο κάμπος».

Πολλές οι στράτες στους περασμένους καιρούς, ένωναν όχι μόνο τις σπαρτές λάκες, αλλά έδεναν τους ανθρώπους στις Κοινότητες, οδηγούσαν σε κώμες και οικισμούς, διαπερνούσαν το παρόν και έδιναν ώθηση για την επιβίωση του ανθρώπου – και ας ήσαν οι συνθήκες αντίξοες. Όχι μόνον οι καιρικές – και που δεν είναι αντίξοες αυτές, αλλά οι συνθήκες ζωής - η καθημερινότητα, η αγωνία της σποράς, η αρπαγή της σοδειάς από τον καταχτητή, τον κοτζάμπαση, το κράτος με την υπερφορολόγηση – εύκολα δηλαδή μπορεί κανείς να σταθεί στα πισινά χρόνια ή στα σημερινά για να παρατηρήσει την κλεψιά του ανθρώπινου μόχθου. Αυτές λοιπόν τις στράτες, τις μοναχικές και μοναδικές, τις πατούμε, αφήνουμε πάνω τους τ’ αχνάρι μας, τον ιδρώτα μας, την χαρά μας. Είναι αυτά τα μονοπάτια μας, που χωρίς πολύ σκέψη γνωρίζουμε, νιώθουμε, ότι έρχονται από τα αρχαία χρόνια και ενώνουν την ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις. Είναι τα ίδια που εμείς σήμερα χρησιμοποιούμε στο κυνήγι μας, στην βόλτα μας στην φύση, στην αναζήτησή μας για τα μυστικά της αληθινής ζωής.

Ξέρουμε καλά, πατώντας την αιώνια πέτρα, το υγρό χώμα, ή σκύβοντας για νεράκι φρέσκο από τις στάλες των βράχων, κοινωνούμε στα μυστήρια της ζωής, και μας αρέσει ή όχι, έχουμε μέγιστη υποχρέωση να διαφυλάξουμε – και περισσότερο να παραδώσουμε τα μυστήρια τούτα αμόλυντα, ανόθευτα, ακέραια στον νέο άνθρωπο, στις επόμενες κοινωνίες – για να συνεχισθεί η ομορφιά και να υψωθεί στα πεδία που της πρέπει.

Οι ανθρώπινη μάζα όμως, είναι ανίκανη να σταθεί -  αδυνατεί να αντιληφθεί τον σκοπό, το ταξίδι, τον προορισμό της. Και δεν φυλάσσει τον πλούτο μας, τη παράδοσή μας, την ομορφιά. Και στα μονοπάτια αντικρίζεις βρωμιές, κατάλοιπα της μεταμοντέρνας πλαστικής ζωής, της άγνοιας και της αδιαφορίας. Και, οξύμωρο δεν είναι, όλοι αυτοί που ρυπαίνουν την αρμονία να θεωρούνται και φυσιολάτρες; Δεν μπορούν να μπουν ταμπέλες περί της καταγωγής των και των ιδιοτήτων τους, αν είναι κυνηγοί, πεζοπόροι, ντόπιοι ή διαβατάρηδες. Όμως κάποιοι είναι. Εγώ δεν είμαι, ούτε εσύ, ούτε ο άλλος. Τότε ποιος είναι;

Το τοπίο, το γεωγραφικό ανάγλυφο επί το επιστημονικότερο, έχει ψυχή. Η πανίδα και η χλωρίδα του αυτοσυντηρούνται, αναπαράγονται, εξελίσσονται. Οδεύουν εκεί που ετάχθησαν, στην δική τους πορεία, στα δικά τους μονοπάτια. Με ποιο δικαίωμα εμείς παραβιάζουμε τους φυσικούς κανόνες της ζωής; Με ποιο σκεπτικό ασελγούμε πάνω στη φύση μας μεταφέροντας συνήθειες του άστεως; Δεν μας ενδιαφέρει η ομορφιά;

Μήπως τελικά εκείνο που μετρά είναι αυτός ο άθλιος εγωισμός μας και μόνο; Η γρήγορη κατάκτηση της κορυφής για τον ορειβάτη – που στην πορεία του για την κορφή, δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα;  Ή μήπως η θήρευση του κυνηγού παραβιάζοντας κάθε κανόνα και κάθε κυνηγετική δεοντολογία;

Στης Κουλουπούς τον κάμπο, και στα αλπικά λιβάδια της πατρίδας μας, οι βάρβαροι δεν έχουν θέση. Δεν μπορούν να βεβηλώνουν την ομορφιά οι μάζες …

============

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου