Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο κάπρος της Αρκαδίας ...

Σάββατο απόγευμα, ένας λαμπρός ήλιος κυλούσε προς την δύση του. Αποσυρόταν σε άλλους τόπους να χαρίσει την δύναμή του. Κοιτώντας τον από τα αρκαδικά όρη – που στέκονται σαν ανεμοθραύστης στις ορέξεις του δυτικού καιρού, ένα πράγμα μονάχα σου έρχεται στο μυαλό, η μαγεία της ζωής, του κόσμου, ετούτη η μονάκριβη ομορφιά που χαρίστηκε στους ανθρώπους.

Αυτές οι σκέψεις σε συντροφεύουν στην μοναξιά του ταξιδιού, σου παραστέκονται σαν συνοδηγός, σου ξεκαθαρίζουν τα καλά και τα λάθη, ξεδιαλύνουν τα δυσνόητα που τα θρέφει η επιθυμία, σου δείχνουν πως όφειλες να είσαι και πώς να βαδίζεις στέρεα. Με μια μαχαιριά λύνεις τα πάντα – όπως έκανε Μεγάλος Αλέξανδρος κόβοντας τον γόρδιο δεσμό. Με έναν λόγο ανατρέπεις τα στερεότυπα αν θες. Αν δεν το κάνεις, όλα τα υπόλοιπα είναι απλές φιλολογίες, χάριν της κουβέντας και της διύλισης του κώνωπα.  Αυτές οι σκέψεις είναι βάσανος πολλές φορές, και θα εξακολουθήσουν να είναι μέχρι να τις καταργήσουμε και να πάμε να ζήσουμε δίχως την παρουσία τους.

Ένας βασικός λόγος που αγαπώ το κυνήγι είναι αυτός: στα δασολίβαδα και όπου υπάρχει πέτρα και πουρνάρι, όπου στάζει η απλότητα και η αυθεντική ομορφιά, όπου πέραση έχουν οι φυσικοί νόμοι κι όχι οι πλαστοί, οι ανθρώπινοι, εκεί, σε εκείνους τους τόπους η ζωή δρα και εξελίσσεται ατόφια, ανεμπόδιστη κι ανεπηρέαστη από  τις σκέψεις και τα επακόλουθα της. Εκεί υπάρχει δράση, υπάρχει ενέργεια. Και το κυνήγι του κάπρου – που πολλοί μισούν, και άλλοι τόσοι το λατρεύουν για τους δικούς τους λόγους, σε εμένα προσφέρει κυριολεκτικά αυτό: την απουσία της σκέψης.

Η Κυριακή σαν ξημέρωσε, φανέρωνε καλή διάθεση με την πρωινή μαλακωσιά της. Χωρίς κρύο, με υγρασία αρκετή, και με μια γλυκύτητα που αιωρούνταν στον αέρα. Μύριζε άγρια ομορφιά το βουνό, οι ήχοι έκαναν κύκλους και μετάδιδαν χαρά. Πώς να μην νιώθεις καλά με την αρμονία να σε κυκλώνει από παντού;

Στην πρωινή ιχνηλασία η ομάδα χώρισε. Ο καθένας μας πήρε κι ένα μονοπάτι, έναν δρόμο, μια λούτσα – να δούμε αχνάρια, να μυρίσουμε καπρίλα, να βαδίσουμε στον φρέσκο ντορό. Έτσι, αντικρίζοντας τον φρέσκο ντορό από ένα «θεριό» που κατέβαινε από το ένα βουνό για το επόμενο, στάθηκα, ζύγωσα κι έσκυψα στο χώμα, το έπιασα με τα χέρια μου, φρέσκο, πρωινό. Το ακολούθησα για λίγο, χανόταν στα χορτάρια του λιβαδιού. Με σήκωσε από το χνάρι μακρινό γαύγισμα σκύλου, ερχόταν από το αντικριστό πλάγι. Κάνοντας να κοιτάξω πάλι το χνάρι, περνά ο λεβέντης ο λαγός τρία μέτρα μακριά μου. Με κόβει λίγο σαστισμένος και με δυό δρασκελιές πήρε ανάποδα τον ντορό του δικού μου κάπρου.

Κάθισα και περίμενα τα σκυλιά, δυό ακούγονταν και όλο πλησίαζαν. Πρώτα φάνηκε ένα μεγαλόσωμο γκριφόν και λίγο μετά ένας μικρός ιχνηλάτης. Τράβηξαν σφαίρα για πάνω. Δεν πέρασε πολύ ώρα και φάνηκαν οι κυνηγοί: είδες τα σκυλιά; με ρώτησαν. Ποια σκυλιά; εδώ ο λαγός έπεσε πάνω μου και μόνο που δεν με φίλησε. Και μεγάλος ο άτιμος! Έφυγα εγώ, έμειναν οι λαγάδες. Η ομάδα μας βρήκε κι αλλού φρέσκα χνάρια και ανεβαίναμε στα ψηλότερα, στα πρανή του Χαλασμένου Βουνού. 

Το σχέδιο και η εξέλιξη του

            Το τελικό σχέδιο ήταν διαβολικό, δαιμόνιο…… ο αρχηγός άκουγε και συναίνεσε στην έμπνευση του «γρήγορου». Πριν όμως αφήσει τον δρομέα του βουνού να κάνει οτιδήποτε, του υπενθύμισε να μην κάνει πάλι τα λάθη της προηγούμενης εβδομάδας, τότε που τα καρτέρια είχαν στηθεί τρία βουνά μακριά! Και η παγάνα με οδηγό τον δαιμόνιο πήγαινε σε αντίθετο ντορό! Μα καλά αρχηγέ, ρώτησα με δισταγμό, με φόβο, γίνονται αυτά σε εμάς; Με κοίταξε, πήγε να γελάσει μα κράτησε την θέση του, ήταν σοβαρός.

Τα καρτέρια στήθηκαν δυτικά του μπάρμπα Νικολάκη – που αν ζούσε, σίγουρα θα έβγαινε να μας φιλέψει ένα τσίπουρο, να μας χαρίσει την αισιοδοξία του. Στην κόντρα καβάλησαν ο αρχηγός και ο πανταχού παρών Γιωργάκης. Στην τελευταία κόντρα πάνω στον αγροτικό δρόμο εγώ. Ήμασταν έτοιμοι. «Να αμολήσω; Τα καρτέρια είναι στις θέσεις τους;» ακούστηκε ο δαιμόνιος. Δόθηκε καταφατική απάντηση και αμόλησε….. 
   

Γρήγορα ο σκύλος μας πήρε τον φρέσκο ντορό και το γλεντούσε, τον ακούγαμε. Τραβούσε ανατολικά, προς το ύψωμα. «Που πάει Γιωργάκη;» ρώτησε ο δαίμονας. «Ανεβαίνει για το διάσελο, τρέχω να προλάβω να τον κεφαλώσω μην μας φύγει και ψαχνόμαστε. «Ναι τρέχα».  Έτρεξε ο Γιωργάκης, δεν πρόλαβε, πέρασε στα πρανή της πλαγιάς ο κάπρος κι από κοντά κι σκύλος μας.

«Άκουσε με» ακούστηκε να μου λέει ο δαίμονας της παγάνας. Φύγε γρήγορα και πήγαινε να κάνεις κόντρα από του γιδά τον τόπο». Εντάξει, λέω, να πάω, αλλά θα χρειαστώ ώρα. Για να βγώ από εδώ χρειάζομαι δέκα λεπτά, άλλα είκοσι να κάνω την γύρα του βουνού, κι άλλα τόσα μετά να φτάσω στου γιδά. «Γρήγορα, γρήγορα, τρέξε, τρέξε!».  Πράγματι, έφτασα στου γιδά ίσως και λίγο νωρίτερα. Αν είχα ζυγιστεί πριν θα έβλεπα πόσα κιλά είχα χάσει, 3; 4; Ποιος ξέρει. Εκεί όμως υπήρχε απόλυτη ηρεμία. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Μιλάω στον ασύρματο, απάντηση καμία. Βλέπω κάτι πουλάδες που κατέβαιναν, τους ρωτάω: παιδιά, είδατε πουθενά γουρουνάδες; Μήπως ακούσατε φωνές; Με κοίταξαν καλά,  μάλλον με συμπάθησαν και μου απάντησαν αρνητικά. Κάθισα σε μια πέτρα και σκεφτόμουν που να πήγαν, τι να κάνω – αφού και το τηλέφωνο εκεί δεν είχε σήμα. Φορτώθηκα το σακίδιο μου, το όπλο στον ώμο και γύρισα πίσω να βρω ελεύθερο σήμα να τηλεφωνήσω. Στα τηλέφωνα δεν απαντούσε κανείς.


Έφτασα στο επόμενο χωριό, τότε έμαθα πως το γουρούνι είχε γυρίσει πίσω και πέρασε από την δική μου κόντρα. Και τώρα που είναι; Ρώτησα. «Τώρα κάπρος και σκύλος πάνε για τον Λάδωνα αν δεν προλάβουμε! Ανατρίχιασα….  πολύ μεγάλη η διαδρομή, τουλάχιστον να πιάσουμε τον σκύλο μας. Τράβηξα δυτικά, τους βρήκα εύκολα. Χωρισμένοι σε τρία υψώματα να ακούνε την πορεία του σκύλου. Βρήκα στο δρόμο μου τον Σπήλιο και αφού πήραμε εντολή τραβήξαμε για να κλείσουμε το ρέμα της Γκούρας, προς τα εκεί έψαχνε διέξοδο ο κάπρος. Εκεί είχε φτάσει και ο Σίμος κι άκουγε αντίκρυ του να γίνεται μάχη.

Ευτυχώς για εμάς, ο κάπρος δεν είχε περάσει την Γκούρα. Τον κράτησε ο θόρυβος από ελαιοσυλλέκτες της περιοχής. Με την παρουσία μας στο ρέμα, ενισχύθηκε η θέση όλων μας. Είχαμε τον έλεγχο. Πάνω στο ρέμα εγώ, στο ύψωμα της πέρα όχθης ο Σπήλιος, λίγο παραπάνω ο Σίμος. Αμίλητοι τώρα αφού ήμασταν καρτέρια, κι ασάλευτοι. Ο σκύλος ακουγόταν να κατεβαίνει προς το μέρος μας και ξαφνικά να γυρίζει πίσω. Αυτό έγινε δυό, τρείς, τέσσερις φορές. Η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο. Αλλά ο κάπρος δεν έφτανε σε εμάς, στα λίγα μέτρα γύριζε πίσω. Άκουγε συνέχεια τον σαματά που έκαναν οι ελαιοσυλλέκτες και επέστρεφε ψηλά. Από πίσω του όμως κατέβαιναν ο Γιωργάκης και ο αστυνόμος. Τους ακούγαμε γιατί έκαναν εκείνοι την κόντρα. Μέχρι που σώπασαν, δεν ακουγόταν κανείς μας, έσπαγε την δύσκολη σιωπή η στάμπα του σκύλου μας και που και που τα κλαδιά των ελιών.


Η ώρα περνούσε. Δεν είχαμε χρόνο. Σκεφτόμασταν τον σκύλο μας, μα και το τεράστιο καπρί – αφού βλέποντας στην μακρινή πορεία του την περπατησιά του, διαπιστώσαμε πως το θεριό ήταν τεράστιο. Από το πρωί μέχρι λίγο πριν το σούρουπο, η απόσταση από το ένα σημείο στο άλλο ήταν τεράστια. Κι εμείς από κοντά, πότε εποχούμενοι, πότε πεζοπορώντας, ακόμα και έρποντας στα πυκνά δασολίβαδα.

Στην απόλυτη ερημιά, δυό γερές ντουφεκιές ακούστηκαν. Με παύση κλάσματος και μία τρίτη. Ήταν αυτή, η τελευταία ντουφεκιά που κράτησε το θεριό. Οι πρώτες δύο, αν και από τα δέκα μέτρα, απλά το χάιδεψαν. Η τρίτη φύλαξε και τον αστυνόμο από άσχημα επακόλουθα, αφού στάθηκε καταμεσής στην πορεία του κάπρου.  Και τον κράτησε. Ήταν ή ώρα του κάπρου. Και η ώρα του αστυνόμου, του μεγάλου θηρευτή.

Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν επέστρεψε η ομάδα μας με τον κάπρο στην βάση μας. Διαλυμένοι όλοι από την κούραση, ούτε να μιλήσουμε δεν μπορούσαμε. Την σιωπή έσπασε πρώτος ο αρχηγός απευθυνόμενος προς τον δαιμόνιο: «πές μου να καταλάβω, τον Άρτο γιατί τον έστειλες στου γιδά; Τι να κάνει;»

Οι αστραπές του δαιμόνιου σκέπασαν ακόμα κι αυτές του Δία του βαρυβρόντη. Τέτοια δύναμη!

υγ: στην πρώτη φωτογραφία διακρίνεται ο θηρευτής Λάκης. 

====================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014.