Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Στο Λεύκο ...

Στο κυνήγι μας, εκτός των πολλών λογικών ή και παράλογων αν θέλετε, η φαντασία μας (ζυμωμένη μέσα από το βίωμα, την εμπειρία) αρέσκεται να δημιουργεί Τοπωνύμια! Ναι, ενδεχομένως δεν το έχουμε σκεφτεί αλλά είμαστε γεννήτορες μικρο- τοπωνυμίων που βοηθούν πάρα πολύ το κυνήγι μας.

Η αφορμή για την γέννηση των Τοπωνυμίων ποικίλει κάθε φορά, ακόμα και για τον απλούστερο λόγο δίνουμε ένα στίγμα πάνω στο γεωγραφικό ανάγλυφο. Και μένει, διότι εξυπηρετεί σε μέγιστο βαθμό την ομάδα και την ανάπτυξή της. Μας βοηθά το στίγμα αυτό σε μια εντολή, σε μία αλλαγή θέσης, σε οποιαδήποτε κίνηση θα κάνουμε στην προσπάθειά μας να θηρεύσουμε τον κάπρο.

Εμείς στην ομάδα μας, κι εσείς εννοείτε, πιάνοντας την μικρολεπτομέρεια, παρατηρώντας τον κυνηγότοπο σε κάθε του γωνιά, τον μάθαμε τόσο καλά, όσο και οι ντόπιοι κάτοικοι, των πλησιέστερων χωριών. Φυσικά χρησιμοποιούμε πολλά ντόπια Τοπωνύμια που ακούσαμε ή μάθαμε. Όμως, δεν μιλάω γι¨ αυτά, τα προϋπάρχοντα.

“Στο κουρέλι”, ένα αλλόκοτο Τοπωνύμιο. Στο σημείο εκείνο πριν από χρόνια ένας κυνηγός μας ανεβαίνοντας ψηλά με την παγάνα, διέκρινε κρεμασμένο ποιος ξέρει από ποιόν, ένα κουρέλι σε ένα πουρνάρι. Σήμα κατατεθέν στην πορεία της κάθε μας εξόρμησης. Το κουρέλι σήμερα δεν υπάρχει, οι καιρικές συνθήκες το διέλυσαν και το εξαφάνισαν, όμως λέγοντας “στο κουρέλι”, γνωρίζουμε με ακρίβεια που είναι και πως θα πάμε.

“Στην λούτσα του Πογιού”, “στο πουρνάρι του Λάκη”, “στου Νικολάκη” – είναι μερικά από τα πολλά Τοπωνύμια που οι ανάγκες μας έκαναν να δημιουργήσουμε. Ανάλογα Τοπωνύμια έχουν πιστεύω όλες οι ομάδες γουρουνάδων στην Ελλάδα.

Ιδιαίτερη σημασία για εμάς έχει “το Λεύκο”. Αυτό είναι ένα παλιό Τοπωνύμιο της περιοχής δυτικά του Μαινάλου. Ερχόμενο από παλιά, από τις ανάγκες της παλιάς εποχής. Σώθηκε μέχρι τις ημέρες μας και σήμερα μιλιέται μονάχα από εμάς. Ακόμα και οι ντόπιοι το έχουν ξεχασμένο. Το “Λεύκο” ήταν όντως κάποτε ένα μεγάλο λεύκο, ευρισκόμενο στο διάσελο δύο μικρών λόφων. Πριν πολλά χρόνια όμως ένας κεραυνός όρμησε πάνω του με δύναμη και το γύμνωσε, του άφησε ένα ξερό κουφάρι. Με τον καιρό, χάλασε και το κουφάρι κι έμεινε η συνήθεια. Σήμερα εκεί υπάρχει ένα κάγκελο – έργο ντόπιου προφανώς που θέλησε μάλλον να οριοθετήσει το χωράφι του. Κάποιοι από εμάς στην αρχή έλεγαν “στο κάγκελο”, μα γρήγορα σταμάτησε από μόνη της η αναφορά αυτή. Δεν είχε την δύναμη του παλιού Τοπωνυμίου. Το λεύκο μπορεί να κάηκε από τον παιχνιδιάρη Δία, μα η δύναμή του ζει και βασιλεύει.

Το Τοπωνύμιο αυτό – που από την ομάδα μας αρχικά το γνωρίζαμε μονάχα δύο, είναι ο αγαπημένος μας χώρος. Μόνιμος σχεδόν τόπος συνάθροισης. Εκεί αναλύονται τα σχέδια, εκεί κάποτε μερικοί από εμάς άφηναν τα μικροσκουπίδια τους μέχρι που συμμαζεύτηκαν. Και βρίσκεται πάνω σε αρχαίο (κυριολεκτικά) οδικό άξονα που ένωνε τους αλλοτινούς καιρούς τις κώμες και τους οικισμούς, τις συνήθειες των προγόνων μας, την μεταφορά αγαθών. Ένα σταυροδρόμι πάνω στα βουνά ήταν το λεύκο, και αν παρατηρήσεις τις πέτρες της περιοχής θα αντικρίσεις κόπο και ιδρώτα από την ανθρώπινη πορεία.

Αγαπάμε πολύ την περιοχή του “Λεύκου” και για ακόμη έναν λόγο. Βρίσκεται πολύ κοντά στα μέρη του μπάρμπα Νικολάκη. Του καλού εκείνου γέροντα που ήταν μαζί μας πάντοτε φιλικός, ανοιχτόκαρδος, φιλόξενος. Που είχε ένα μεγάλο χαμόγελο για όλους μας – και δεν μας άφηνε αν δεν τιμούσαμε το τσίπουρό του, την καλή του διάθεση.

Την καλή του καρδιά ο μπάρμπα Νικολάκης χάρισε και στην κόρη του την Ελένη την Σχίζα, και δεν παραλείπει κι αυτή να μας θυμίζει άθελά της τον σεβαστό της πατέρα. Με μια απλή καλημέρα, με ένα τηλεφώνημα για τα σκυλιά μας, με εκείνο το ίδιο χαμόγελο που βγαίνει φυσικό από τα μέσα της ψυχής κι έχει δύναμη ζηλευτή.

Το λεύκο μπορεί να κάηκε κάποτε, αλλά στέκεται αιώνιο μέσα από τις κουβέντες μας. Ζει μαζί μας η ψηλή του κορμοστασιά. Όπως το ίδιο κινείται ανάμεσά μας και η φιγούρα του μπάρμπα Νικολάκη. Εκείνου του ανθρώπου που φύτρωσε στη γης και σηκώθηκε και πέταξε σαν αετός στα ψηλά βουνά. 

===============


Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014.