Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Κουβέντες … μετά το κυνήγι

Το καφέ της πόλης, ήταν καθαρό, περιποιημένο, ζεστό, με καλή μουσική και στην σωστή ένταση. Όλα προσεγμένα ώστε ο θαμώνας να περνά καλά πίνοντας τον καφέ του κουβεντιάζοντας με την παρέα του.

Ίσως για εμάς τους κυνηγούς αυτά τα απλά είναι πολυτέλειες. Είναι πολλά. Διότι διαφορετικά έχουμε συνηθίσει στο βουνό και στην ησυχία του. Όμως, δεν είμαστε μονολιθικοί, δεν θεοποιούμε το ένα και απορρίπτουμε το άλλο. Η καλή παρέα μπορεί να συναντηθεί παντού, και φυσικά κάτω από δύσκολες ή εύκολες συνθήκες.

Στην προκείμενη περίπτωση, δύο κυνηγοί αγριόχοιρων, βάλαμε στην μέση έναν φυσικό, που στάθηκε σιωπηλός στα ακούσματα του κάπρου. Δεν απέρριπτε τις ιστορίες μας ο φυσικός, ούτε τις υιοθετούσε. Έμενε απαθής, παρατηρητής, των όσων ειπώθηκαν την ώρα του απογευματινού καφέ.

Ο Μάκης, προερχόμενος εκ Λαμίας - το παλιό Ζητούνι για εμάς που αγαπάμε τα ξεχασμένα Τοπωνύμια, σαν αρχηγός της ομάδας του άρχισε την κουβέντα από τα σκυλιά. Για τους εκτός κυνηγίου συνανθρώπους μας, δεν είναι αντιληπτή η σχέση κυνηγού και σκύλου. Δεν γνωρίζουν μάλλον ότι, στο κυνήγι μας, όλα αρχίζουν και τελειώνουν με τον σκύλο μας.



Τα λόγια του Μάκη, ξεπηδούσαν ζεστά από μέσα του. Για τους φίλους της ομάδας του, για τα σκυλιά τους, για την καλύβα τους που φρόντιζαν σαν το σπίτι τους: “μικρή είναι, περίπου 25 τετρ. Έχει τέσσερα κρεβάτια διπλά (πάνω και κάτω), έναν καναπέ που γίνεται κι αυτός κρεβάτι, ένα τζάκι, ένα τραπέζι, τα απολύτως απαραίτητα. Άλλος φροντίζει για την γεννήτρια, άλλος για τα ξύλα, άλλος καθαρίζει, όλοι μας αναλαμβάνουμε μια εργασία ώστε η καλύβα μας να είναι πάντοτε καθαρή και φιλόξενη. Είναι το σπίτι μας. Έξω από αυτήν έχουμε έναν καλό επίσης χώρο. Εκεί καθόμαστε όταν ο καιρός είναι ακόμα σχετικά ζεστός, εκεί σε ειδική κατασκευή γδέρνουμε τα θηράματά μας.”



Την καλύβα του Μάκη την ζήλεψα. Του το είπα. Και όλες τις καλύβες των κυνηγών. Είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα εμείς. Διότι η καλύβα στο βουνό, είναι το κέντρο συγκέντρωσης, είναι η αναφορά της ομάδας, είναι ο τόπος ξεκούρασης της κουραστικής κυνηγετικής ημέρας, είναι ο ειδυλλιακός τόπος του κυνηγού.

Είπαμε πολλά με τον Μάκη, ακόμα και στα σημερινά του κυνηγίου πράγματα. Αλλά τα πολιτικά τα προσπεράσαμε τάχιστα. Δεν τους δώσαμε βαρύτητα μεγαλύτερη από αυτή που τους πρέπει. Φτάσαμε και στην οικολογία: “Πόσοι οικολόγοι έχουν βρει ένα μικρό ελατάκι στο βουνό, και έχουν σκύψει να το περιποιηθούν; να του φτιάξουν τον λάκκο του, να τον δυναμώσουν κυκλικά με πέτρες, να του ασφαλίσουν το μέλλον του; πόσοι έχουν συναντήσει ένα μικρό ζαρκάδι, φοβισμένο, χαμένο και το έχουν περιποιηθεί και το αφήνουν στο δάσος σαν δυναμώσει;”, τον άκουσα να μου λέει.



Ο Λόγος του Μάκη είναι στέρεος, δωρικός. Αλλά το κυνήγι του αγριόχοιρου θα το αφήσει, για ένα πρόβλημα υγείας που του προέκυψε και δεν του επιτρέπει να ασκήσει το κυνηγετικό του θέλω. Το αναφέρει με λύπη: “αλλά δεν μπορώ να μην κυνηγάω, θα πάω στον λαγό που οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές”.

Κυνηγοί σαν τον Μάκη βρίσκονται παντού στον ευλογημένο τόπο μας. Όχι μόνο του αγριόχοιρου, αλλά του κάθε θηράματος. Και όπως σκύβουν να χαϊδέψουν τα σκυλιά τους ή να δέσουν το καπρί να το σύρουν έξω από τον κυνηγότοπο, με την ίδια ευκολία σκύβουν να περιποιηθούν ένα λαβωμένο δέντρο ή ένα χαμένο ζώο της άγριας πανίδας μας.



Ο κυνηγός που έχει επίγνωση, είναι απαραίτητος στο δάσος. Είναι κι αυτός φύλακάς του. Είναι μέρος της Φύσης. Ο Μάκης της Ελλάδας, είναι η συνέχεια του κυνηγίου μας. Και ας το θεωρούν μερικοί περιττό. Την θεωρία του περιττού την καλλιέργησαν οι άνθρωποι της πόλης, επί της ουσίας οι φυλακισμένοι άνθρωποι, οι μη γνωρίζοντες την Φύση ειμί μόνο από βιβλία πατριδογνωσίας και ντοκιμαντέρ. Ά ναι, και μέσα από ομιχλώδεις δραστηριότητες διαφόρων Μ.Κ.Ο.



Το ερώτημα που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι, ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό; Μα φυσικά ο παρατηρητής, που έφερε δυό “ξένους” στην ίδια πόλη! 

===================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη  18 Φεβρουαρίου 2015  
Υγ: Οι  φωτογραφίες από την ζωή στην καλύβα της παρέας του Μάκη.