Όταν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης μιλούσαν για Πολιτείες και Νόμους, για τέλεια πολιτικά συστήματα και άλλα τέτοια ωραία και σπουδαία, κατά νού είχαν την ανάπτυξη των πόλεων όπου η δημοκρατία θα μπορούσε να λειτουργήσει. Πόλεις όμως μικρές, ανθρώπινες. Αλλά η κληρονομιά τους μας έδωσε πόλεις τέρατα, αυτές δηλαδή που βλέπουμε σήμερα και ζούμε σε αυτές. Αυτή η τερατογέννηση, η αστυφιλία, διέλυσε τη ζωή στην ύπαιθρο, ερήμωσε τα χωριά, άφησε τα χωράφια χέρσα.
Η πραγματική ζωή όμως βρίσκεται ακόμα εκεί, στους έρημους τόπους που με χίλιες δυσκολίες προσπαθούν οι εναπομείναντες λιγοστοί αγρότες να συνεχίσουν να δουλεύουν τη γη, να οργώνουν το χώμα, να κλαδεύουν το αμπέλι, να κυνηγούν.
Το κυνήγι είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη. Έχει γεννηθεί μαζί με τον άνθρωπο, από τότε δηλαδή που οι παλιοί μας πρόγονοι «αμάρτησαν» και διώχτηκαν από τον «παράδεισο». Τόσο παλιό και ακόμα πιο πίσω!.
Ο άνθρωπος της πόλης δεν μπορεί να κατανοήσει το κυνήγι. Για έναν απλούστατο λόγο, δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση. Και όσα ξέρει γι’ αυτήν τα έμαθε μέσα από τα βιβλία, την τηλεόραση, ένα αγχωμένο σαββατοκύριακο σε χειμερινά κέντρα. Και οι οικολόγοι που την «ξέρουν» καλά, ότι μάθουν σε ένα σαββατοκύριακο «περιπέτειας και αδρεναλίνης» οργανωμένης πολλές φορές από εναλλακτικές εταιρείες.
«Οι οικολόγοι ζουν στις πόλεις και οι κυνηγοί ζουν στην ύπαιθρο», άκουσα από φίλο αγρότη που διαμαρτυρήθηκε σε συζήτησή μας για τις λανθασμένες ενέργειες των οικολόγων να αφήνουν κατά καιρούς στο δάσος φίδια, λύκους κτλ. εμπλουτίζοντας τάχα την πανίδα και αγνοώντας τα προβλήματα που θα επιφέρουν τέτοιες ανόητες και απερίσκεπτες ενέργειες που γίνονται κατά κανόνα δίχως μελέτη.
Οι κυνηγοί στην Ελλάδα στην πλειοψηφία τους είναι από την ύπαιθρο ή κατάγονται από κάποιο χωριό. Οι καταβολές τους δηλαδή δεν είναι αστικές και ας ζουν αρκετοί σε πόλεις. Θα ‘λεγε κανείς για δυό κόσμους διαφορετικούς που αντιμάχονται για το σωστό. Ο καθένας από τη σκοπιά του. Γιατί το σωστό, η αλήθεια, είναι έννοιες καθαρά υποκειμενικές.
Το κυνήγι για τον αγρότη είναι μία φυσική λειτουργία, όπως το πρωινό ξύπνημα, ο σκάρος με τα «πράματα», το θέρισμα του καλαμποκιού, και τόσες άλλες. Είναι στη ζωή του, στην καθημερινότητά του. Λειτουργία που συμπληρώνει τη δύσκολη ζωή του. Δεν μπορείς να του την στερήσεις.
Για τον οικολόγο, το κυνήγι είναι έγκλημα. Πυροβόλα όπλα και σκυλιά εναντίον του ανυπεράσπιστου θηράματος. Και πολλά τέτοια μεγάλα και πομπώδη που δείχνουν άγνοια για τους νόμους που διέπουν τη φύση. Και πέρα από τους νόμους της οργανωμένης ζωής μας, υπάρχουν και οι άλλοι νόμοι, οι «άγραφοι», αυτοί που έρχονται από τα βάθη των αιώνων, εναρμονισμένοι απόλυτα με τους φυσικούς νόμους. Και είναι πολύ δυνατοί και ετούτοι οι νόμοι.
Στην ουσία, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε οικολόγους και κυνηγούς, δεν έχει να κάνει με το ποιος αγαπά πιότερο τη φύση, ποιος την προστατεύει από τις κακοτοπιές. Έχει να κάνει – κατά τη γνώμη μου, με το ποιος από τους δύο θα ‘χει το πάνω χέρι στον έλεγχο. Ποιος θα γίνει ο «μπόσης» και ποιος ο «παρακατιανός». Λες και η φύση αποζητά κουμανταδόρους και προστάτες.
Το βουνό, το δάσος, οι ποταμιές και τα λαγκάδια, πρέπει να είναι ελεύθερα για όλους του έλληνες πολίτες και όλες τις εποχές του χρόνου. Είτε αυτοί θέλουν να κυνηγήσουν, είτε να περπατήσουν σε παλιά μονοπάτια. Για να γίνει όμως αυτό, για να χαίρονται όλοι εξ’ ίσου τις χαρές της φύσης, ας καθίσουν οι «αιώνιοι εχθροί - οικολόγοι και κυνηγοί» σε ένα τραπέζι και με την απαραίτητη γνώμη της κάθε τοπικής κοινωνίας ας αποφασίσουν που θέλουν ζώνες προστατευμένες από το κυνήγι και που ελεύθερες περιοχές. Γιατί κακά τα ψέματα, σε κοινωνίες πολιτισμένες – όπως θέλουμε να λέμε και για την δική μας, τον πρώτο λόγο τον έχουν οι τοπικές κοινωνίες και αυτές αποφασίζουν τι είναι καλό και συμφέρον για τον τόπο τους. Αν τον πρώτο λόγο τον έχουν οι οικολογικές οργανώσεις και οι κυνηγετικές ομοσπονδίες, η δημοκρατία μας χωλαίνει…
Πάντοτε οι λύσεις υπάρχουν δίπλα μας και τις προσπερνάμε. Επειδή συνήθως προτάσσουμε το «εγώ» και όχι το «εμείς». Στην δική μας περίπτωση το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο διότι μετέχουν σε αυτό και τρίτοι εξωθεσμικοί παράγοντες. Το δάσος όμως μας χωρά όλους, «καλούς και κακούς».
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Άγραφοι Νόμοι...
Σάββατο 23 Αυγούστου 2008
Δελτίο Τύπου από την Ένωση Θηροφυλάκων
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΗΡΟΦΥΛΑΚΩΝ
ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ
Αριστοτέλους 32 (κτίριο Ε.Κ.Θ. 4ος όροφος, γραφείο 6)
Τ.Κ. 546 31 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.
Fax: 2310 757 086 - Ε-mail: Pothko@yahoo.gr
Θεσσαλονίκη 19-8-2008
Αριθ. πρωτ.: 60
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΟ
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΘΗΡΑΣ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ κ. ΚΙΛΤΙΔΗ ΣΕ ΕΡΩΤΩΜΕΝΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΙΔ. ΦΥΛΑΚΩΝ ΘΗΡΑΣ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΔΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ 1999.
Επιβεβαιώνεται η στάση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θηροφυλάκων Κυνηγετικών Οργανώσεων αφού ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σε έγγραφη απάντηση που εξέδωσε με αφορμή ερωτήσεις βουλευτών στη Βουλή τελικά παραδέχθηκε εμμέσως πως οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας δεν μπορούν να ασκήσουν ελέγχους και έρευνες σε διερχόμενους κυνηγούς, πολίτες και στα οχήματά τους στην ύπαιθρο.
Συγκεκριμένα στην απάντηση του (σχετικό το με αριθ. 53/30-7-2008 έγγραφο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης) ο Υφυπουργός κ. Κιλτίδης συσχέτισε τις αρμοδιότητες των ιδ. φυλάκων θήρας μόνο με τη γενικότερη διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 38 του ν. 1845/89 (νόμος για τη δασοπροστασία) που αφορά όλες τις κατηγορίες δασικών υπαλλήλων που υπηρετούσαν στη δασική υπηρεσία, ακόμη και τους προσωρινούς Δασοπυροσβέστες ΥΕ, με την οποία ο κάθε ένας υπάλληλος είναι υποχρεωμένος στη σύλληψη των πολιτών κατά τη στιγμή που αυτοί παραβαίνουν το νόμο περί δασών, να τους οδηγούν στην πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, να τους κατάσχουν όλα τα πειστήρια π.χ. αλυσοπρίονα, τσεκούρια, θηράματα κλπ, και να υποβάλουν τη σχετική μήνυση. Η διάταξη αυτή τίθεται για πρώτη φορά από την Πολιτεία με την τελευταία απάντηση του κ. Κιλτίδη.
Τονίζουμε πως ενδεικτικό της σύγχυσης και του παραλογισμού που επικρατεί είναι πως πολλοί ιδ. φύλακες θήρας ασκούν σήμερα παράνομα ελέγχους σε πολίτες, ακολουθώντας τις εντολές των κυνηγετικών οργανώσεων οι οποίες έχουν προηγουμένως διαμηνύσει προς κάθε κατεύθυνση πως το αντίθετο αποτελεί άρνηση εκτέλεσης εργασίας ή αργομισθία, άρα απόλυση, παρά τις δικαστικές αποφάσεις και τις οδηγίες που έχουν δώσει ορισμένες Εισαγγελικές και Δασικές Αρχές. Αυτό όμως εκθέτει τους ιδ. φύλακες θήρας τόσο σε δικαστικές περιπέτειες όσο και σε προστριβές με πολίτες όπως το τελευταίο περιστατικό που φέρεται να έγινε στη Χαλκιδική το οποίο και καταδικάζουμε απερίφραστα. Μετά από αυτό καλούμε τον κ. Κιλτίδη να μην αφήνει άλλο την εκκρεμότητα, αξιοποιώντας τη δυνατότητα που δίνεται από το νόμο (ν. 3208/2003) για άμεση και ορθή λύση με Απόφασή του.
Λύση τόσο στο ζήτημα των αρμοδιοτήτων όσο και κυρίως στο ζήτημα του τρόπου λειτουργίας των ιδ. φυλάκων θήρας το οποίο εξάλλου είναι και η γενεσιουργός αιτία όλων των προβλημάτων που εμφανίζονται στη θηροφυλακή. Έτσι θα τερματιστεί το άδικο και αντισυνταγματικό καθεστώς λειτουργίας που ξεκίνησε από το 1999 με Αποφάσεις της Πολιτείας με τις οποίες και προκειμένου να μην προχωρήσει σε προσλήψεις αντίστοιχου μόνιμου προσωπικού στη δασική υπηρεσία ανέθεσε στους ιδ. φύλακες θήρας που προσλαμβάνονται από τις κυνηγετικές οργανώσεις (Ν.Π.Ι.Δ.) με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και από τους πλέον χαμηλόμισθους, να εποπτεύουν και να τηρούν το νόμο για τη θήρα, την άγρια ζωή και το φυσικό περιβάλλον, έχοντας (όπως αποδείχθηκε παράνομα) ανακριτικά και αστυνομικά καθήκοντα, έξω από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και με την πλήρη καθοδήγηση και συντονισμό από τους κυνηγούς και μόνο, οι οποίοι μπορούν και τους απολύουν (με συνοπτικές διαδικασίες) με μια απλή πλειοψηφία του Δ.Σ. της κάθε οργάνωσης, χωρίς την προστασία από την Πολιτεία.
Για το
Διοικητικό Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος Ιωάννης Ρετζέπης
Ο Γεν. Γραμματέας Γεώργιος τρανταφυλλίδης
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008
Ένας χρόνος μετά τον πύρινο εφιάλτη του 2007
Τις ανοικτές ακόμα πληγές της μεγαλύτερης πύρινης καταστροφής που γνώρισε ο τόπος μας, κανένα φάρμακο δεν θα σταθεί ικανό να τις επουλώσει. Γιατί το δάσος κάποια στιγμή θα αποκτήσει και πάλι τη ζωντάνια του – μόνο του ή με τη γνώση και την βοήθεια των επιστημόνων, ο άνθρωπος που «έφυγε» όμως δεν αντικατασταίνεται, είναι μοναδικός.
Τα χωριά μας ήταν ακόμα γεμάτα με κόσμο. Και το δικό μου χωριό που περίμενε να γιορτάσει τον άγιό του, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Κάπου τρακόσες ψυχές είχαν γεμίσει με φωνές το έρημο σε όλη τη διάρκεια του χρόνου μικρό χωριό μας. Και οι στιγμές ήταν όμορφες, καλοκαιρινές. Μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε η λέξη «φωτιά στον Αλφειό»
Το χωριό μας είναι ορεινό κάπου στα 1030 μ. υψόμετρο. Όμως ο Αλφειός είναι η κοιλάδα μας, η αρχαία μας αναφορά στο χρόνο. Η ιστορία μας και η ζωή μας. Το οξυγόνο μας.
Έτρεξα στη φωτιά. Λίγοι άνθρωποι συγκεντρωμένοι, ο Δήμαρχος και μερικοί συμπατριώτες με υδροφόρες στα αγροτικά τους αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι ήσαν στα «ψηλά και αγνάντευαν, λυπόντουσαν, δυσανασχετούσαν, απειλούσαν», αλλά έμεναν εκεί, στην ασφάλεια του ορεινού.
Έτσι συνήθως λειτουργούν οι έλληνες, από «μακριά» πάντα εκεί που οφείλουν να είναι από «κοντά». Τα περιμένουν όλα από την πολιτεία και αυτή τα περιμένει από το θεό. Όλοι τα περιμένουν από τους άλλους. Και πραγματικά, στον Αλφειό, στην Ηλεία, στην Εύβοια και όπου υπήρχε φωτιά, οι «άλλοι» ήσαν εκεί, και έδιναν τις δυνάμεις τους, έδιναν
Σε ημιορεινό χωριό της περιοχής μας, μπαλκόνι όμορφο στον Αλφειό, οι κάτοικοι μαζεμένοι στην πλατεία αγανακτούσαν με όσα έβλεπαν στα πόδια τους. Περάσαμε από την πλατεία και σταματήσαμε με τη μηχανή του αυτοκινήτου αναμμένη – ίσα να πάρουμε καφέδες και νερό. «Φάρμακα» κατά της αϋπνίας και της κούρασης. Το «μαγαζί» όμως δεν μας έδωσε διότι «πενθούσαν» μαζικά για τις καταστροφές. Είκοσι άτομα γυροβολιά, καθισμένα αναπαυτικά στις καρέκλες τους, «με τα ποτά τους και τις φραπεδιές τους και λιωμένοι στα τσίπουρα πενθούσαν για τις φωτιές». Και δεν μας έδωσαν για να συνεχίσουμε να σβήνουμε, να συνεχίσουμε να προσπαθούμε. Σε γειτονικό χωριό επίσης και επίκεντρο της φωτιάς, ο χειριστής σκαπτικών εργαλείων που άνοιγε μέρα και νύκτα ασταμάτητα αντιπυρικές ζώνες, δεν κατάφερε να πάρει ένα απλό σάντουιτς από το μαγαζί στις 2 το μεσημέρι διότι «μόλις είχε κλείσει».
Μήπως είμαστε γραφικοί; Ρώτησα με αγανάκτηση τον φίλο συνοδηγό. Ότι και να είμαστε, τον άκουσα να λέει, πάτα γκάζι γιατί μας χρειάζονται εκεί κάτω.
Δεν σβήναμε όλοι φωτιές, δεν θα μπορούσαμε άλλωστε. Υπήρχαν τόσες δουλειές παράλληλες που έπρεπε να γίνουν, που κάθε βοήθεια ήταν πολύτιμη. Νερό και σάντουιτς να πήγαινε κάποιος, καφέδες να μοίραζε κάποιος άλλος, ένα λόγο καλό, ένα «κουράγιο παιδιά», ένα μονοπάτι να έδειχνε προς τη φωτιά κανείς. Αυτά τα ελάχιστα χρειαζόμασταν για να συνεχίσουμε την αϋπνία μας. Και στο κεφαλοχώρι «πενθούσαν!».
Το τρίτο βράδυ, αποκαμωμένος από την προσπάθεια, πήγα στο σπίτι μου να κοιμηθώ μια ώρα, να κάνω ένα μπάνιο να διώξω τη βρώμα και τη στάχτη από πάνω μου. Βρήκα το χωριό έρημο και πνιγμένο στη κάπνα που είχε φέρει ο αέρας από τα δυτικά. Ψυχή δεν υπήρχε στο χωριό, είχαν φύγει όλοι ύστερα από την προτροπή της αστυνομίας «αδειάστε τα χωριά σας». Και το χωριό άδειασε. Έκανα ένα μπάνιο γρήγορα και έφυγα πάλι. Πήγα κοντά στα μέτωπα, κοντά στους ανθρώπους που δεν «πενθούσαν», σε καλύτερο οξυγόνο. .
Ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, ένα τζιπ της πυροσβεστικής με δυό αξιωματικούς φάνηκε μπροστά μας. «Ήλθαμε να σας συντονίσουμε», ακούστηκε να λέει ο επικεφαλής. Είστε πολλοί; Ναι είμαστε πολλοί, είκοσι – τριάντα άτομα!. Αλλά δεν θέλουμε να μας συντονίσετε, να σβήσουμε τις φωτιές θέλουμε. Οι πυροσβέστες…, που να πρωτοπήγαιναν κι αυτοί; Καιγόταν η μισή Ελλάδα!.
Όταν η δασοπυρόσβεση υπάγονταν στα κατά τόπους Δασαρχεία τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά. Το δάσος θέλει άλλη μεταχείριση, διαφορετική αντιμετώπιση και γνώση. Και οι δασοπυροσβέστες είχαν την ανάλογη εκπαίδευση. Η πολιτεία φρόντισε όμως και την δασοπυρόσβεση την άφησε στην πυροσβεστική. Και πήρε δώδεκα χιλιάδες αγροφύλακες να φυλάνε τα χέρσα χωράφια και την ατέλειωτη ερημία της υπαίθρου.
Αλλά και σε κάθε φωτιά, η βοήθεια του κόσμου, η εθελοντική προσφορά δίνει λύσεις. Για να «συγκινηθεί» όμως ο έλληνας, η καταστροφή πρέπει να «ακουμπήσει» το δικό του σπίτι. Δεν σηκώνεται εύκολα για «τις περιουσίες άλλων». Το πολύ – πολύ να πιεί καμιά γερή «φραπεδιά» για να πνίξει το «πένθος» του.
Σε όλη αυτή την αγωνία των 5 -6 ημερών, μέχρι να αρχίσουμε να μετράμε τους νεκρούς συνανθρώπους μας και να αρχίσει το πραγματικό πένθος, στην προσπάθεια και στην κούραση, στον πόνο και στο βουβό κλάμα, στη μανία της φωτιάς και στο δικό μας πείσμα, τριγύρω μου είδα και φίλους κυνηγούς να παλεύουν ασταμάτητα να περισώσουν ότι ήταν δυνατό. Δεν αντίκρισα κανένα από αυτούς που τα «λόγια τα μεγάλα» τα έχουν εύκολα. Πολλά μπορεί να εξιστορήσει κανείς από αυτά που έζησε τις ημέρες του πύρινου εφιάλτη, είτε δίνοντας τον αγώνα από «μέσα» είτε κριτικάροντας και πενθώντας από το αγνάντι και την ασφάλεια της «φραπεδιάς». Εύχομαι και ελπίζω να μην ζήσουμε ποτέ πάλι τέτοια καταστροφή, να μην θρηνήσουμε ποτέ ξανά τόσα αθώα θύματα.
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008
Αμαρτίες παλιές!
Η καλύτερη στιγμή του κυνηγού είναι όταν στο τραπέζι υπάρχει ο κόπος της ημέρας. Ο βασιλικός μεζές συμπληρώνεται από ντόπια χορταρικά, λίγο τυρί με λιπαρά (όχι τυρί με ενέσεις), ψωμί ζυμωτό και κρασί κόκκινο σαν το αίμα.
Λιτό γεύμα, όπως λιτή πρέπει να είναι και η ζωή μας. Δίχως τα περιττά, τα άχρηστα που καταναλώνουμε και γιομίζουμε τα στομάχια μας μπας και χορτάσουμε την πείνα μας. Μα υπάρχει πείνα στις μέρες μας; Ναι υπάρχει, όσο θα υπάρχει κακή διαχείριση των αγαθών, όσο ο άνθρωπος θα στέκεται μακριά από τη μάνα γη που μπορεί να του δώσει τα πάντα.
Η ζωή στην πόλη δεν είναι φιλική προς τον άνθρωπο, του έχει δώσει πολλά καινούρια προβλήματα, μεταξύ δε αυτών και τις ασθένειες της βιομηχανικής και τεχνολογικής εποχής. Αντίθετα στο χωριό, στην ύπαιθρο γενικότερα, τα πράγματα κυλούν ομαλότερα, δίχως τις πιέσεις του χρόνου. Ακόμα και αυτές οι γνωστές «ασθένειες» σπανίζουν. Ο κάτοικος της υπαίθρου δεν χρειάζεται να φορά ρολόι, γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πότε πρέπει να γίνει η οποιαδήποτε εργασία. Όπως τότε παλιά, που ο καλός μας ο Ησίοδος, έχοντας στην κατοχή του ένα μικρό χωράφι μόνο για τα προς το ζην, μας έδωσε τόσες πληροφορίες και βοήθειες, πως πρέπει και πότε να γίνονται οι καλλιέργειες στη γη, μας μίλησε για την κατάλληλη χρονική στιγμή, που ακόμα και σήμερα θεωρούνται πολύτιμος μπούσουλας για κάθε καλλιεργητή. «Ο Όμηρος μιλά για ήρωες και ο Ησίοδος για αγρότες» έλεγε αργότερα ο συγχωρεμένος ο μέγα Αλέξανδρος, θέλοντας προφανώς να μειώσει τον Ησίοδο. Όμως ο άνθρωπος ανάγκη έχει τον λόγο, ανάγκη και το ψωμί.
Για την αγροτική ζωή των παλιών χρόνων μας πληροφορούν και «αι Αλκίφρονος επιστολαί» κάπου στον 2ο μχ. Αιώνα: «Ο Κωμαρχίδης προς τον Ευχαίτη: η γουρούνα που ήταν ετοιμόγεννη, γέννησε τελευταία και έχω τώρα άφθονα γουρουνόπουλα. Γρυλίζουν βέβαια ενοχλητικά, αλλά είναι πολύ ωραία όταν τρώγονται. Σου στέλνω λοιπόν, και σένα δυο απ’ αυτά να τα αναθρέψεις, γιατί φτωχός όπως είμαι, δεν μπορώ να τα θρέψω όλα με το λιγοστό κριθάρι μου. Γι’ αυτό έρχομαι σ’ επαφή με φίλους, που έχουν περιουσίες αγροτικές, με την απλότητα του χωριάτη, έτσι όπως μας έχει αναθρέψει η αγαπημένη γη μας, απλοϊκούς και φιλαλλήλους»
Πολλές οι ιστορίες για τον κάπρο τελικά είτε ήμερος είναι αυτός είτε άγριος. Η γνωστότερη ίσως εκείνη με τον Ερυμάνθιο και τον άθλο του Ηρακλή. Εκείνος ο Ηρακλής της Μυθολογίας, που ήταν πρόσωπο υπαρκτό, στην εποχή του έκανε μεγάλα και σπουδαία πράγματα. Αλλά διέπραξε και αμαρτήματα που αν δεν ήταν γιός του Δία, ακόμα στη φυλακή θα σάπιζε. Ακόμα και ο μεγάλος Ευριπίδης ασχολήθηκε μαζί του στο έργο του «μαινόμενος Ηρακλής» και εξιστορεί με ακρίβεια τα αποτελέσματα της παράφορης πράξης του να σκοτώσει τα παιδιά του. Κατά Λύσιππον είχε «πολύ δυνατά μέλη και τεραστίους μυώνας» με το ρόπαλο πάντοτε παρά πόδας.
Προφανώς το ρόπαλο στα χέρια του θα ήταν ένα υπερόπλο της εποχής εκείνης. Με το υπερόπλο αυτό ανά χείρας και έπειτα από εντολή του θεού στους Δελφούς, τέθηκε στη διάθεση του σκληρού βασιλιά Ευρυσθέα στην Τίρυνθα. για δώδεκα χρόνια ώσπου να φύγουν από πάνω του οι παλιές αμαρτίες.
Αυτά είναι γνωστά και δεν θα επεκταθώ. Για εμάς όμως τους κυνηγούς ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πιστεύω ο Μύθος του Ερυμάνθιου κάπρου που προξενούσε μεγάλες ζημιές στην Αρκαδία και ειδικότερα στα μέρη της Ψωφίδας. Με εντολή Ευρυσθέως λοιπόν ο Ηρακλής, δεσμεύτηκε να επιστρέψει στα βασιλικά δωμάτια με τον κάπρο ζωντανό.
Για πολλές μέρες είχε στήσει καρτέρι του κάπρου και ας ήταν χειμώνας καιρός. Στο καρτέρι το μεγάλο όπλο είναι η υπομονή. Και αυτός την είχε. Φάνηκε έπειτα από μέρες πολλές ο κάπρος στο σούρμα και τον παίρνει στο κυνήγι ο βουφάγος. Κυνήγι στο κυνήγι, τον βάζει μέσα στη πυκνοχιονισμένη ρεματιά. Με ηρεμία πλέον ο ημίθεος, ακολουθούσε από μακριά τα χνάρια του κουρασμένου κάπρου. Σκυλί σήμερα κυνηγά τον κάπρο και κάθεται αυτός να ξαποστάσει, πόσο μάλλον να σε κυνηγά ο γιός του Αμφιτρύωνα. Απόκαμε εντελώς ο κάπρος και εύκολα ο Ηρακλής τον πιάνει με το δίκτυ. Του κατεβάζει και μια ροπαλιά και τον φορτώνει για την βασιλική κουζίνα στην Τίρυνθα που περίμενε αναμμένη.
Ο Ηρακλής λοιπόν, είναι ο πρώτος στην ιστορία λαθροκυνηγός, σύμφωνα πάντοτε με τον Μύθο!! Αν ίσχυαν και τότε οι σημερινές περί κυνηγίου διατάξεις, σίγουρα θα είχε αφαίρεση αδείας ροπάλου και φυλακή. Το κυνήγι και οι ιχνηλασίες σε πυκνό χιόνι απαγορεύονται ρητώς. Μπορεί ο Ηρακλής να επιτέλεσε έργο σπουδαίο με τη σύλληψη του κάπρου και να αλάφρωσε ο κόσμος από τα βάσανα, οι νόμοι όμως δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε ημίθεους και θνητούς!!. Αλλά ποιος τολμούσε να του πεί κουβέντα του σκληρού ημίθεου; Βγαλμένος από το σπέρμα του Δία, έχοντας και τη στήριξη της Αθηνάς, πέρα από τα καλά που έκανε, ήταν ο σκληρός της εποχής του. Ακόμα και τότε, που σε μια νύκτα βρέθηκε ερωτικά με τις πενήντα παρθένες κόρες του βασιλιά, κουβέντα άσχημη δεν ειπώθηκε από κανένα. Οι κοινωνίες ήταν πολύ κλειστές τότε και ο Ηρακλής είχε γερές πλάτες.
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008
Η Δικτατορία των blogs
Διάβασα πως το μέλλον της δημοσιογραφίας είναι τα blogs.
-- Άκουσα πως μόνο τα blogs γράφουν την αλήθεια.
-- Έμαθα πως όλοι οι άλλοι, εφημερίδες, τηλεοράσεις, αναλυτές, πικραμένοι και λυπημένοι, μας λένε ψέματα.
-- Η αλήθεια λοιπόν μόνο στα blogs.
Είμαι blogger, άρα γράφω αλήθειες, άρα είμαι τίμιος, άρα είμαι καλός άνθρωπος, ίσως και καλός χριστιανός. Και οι παπάδες απέκτησαν blogs, και οι δεσποτάδες. Και αυτοί καλοί άνθρωποι αφού διδάσκουν το λόγο του θεού μέσα από το διαδίκτυο. Αλλά και οι φυλακισμένοι έγιναν bloggers, η φυλακή λειτουργεί σαν καθαρτήριο και ο ελεύθερος χρόνος χρειάζεται ενδιαφέρουσες απασχολήσεις για να τον φέρεις βόλτα. Και όλοι οι τίμιοι που κυκλοφορούν ελεύθεροι στο φώς της ημέρας, νιώθουν την ανάγκη να «τα πούν», να τα «χώσουν». Bloggers και αυτοί σαν κι εμένα.
Εύκολο θεωρητικά είναι να λέμε και να γράφουμε αλήθειες. Ο καθένας μας τη δική του, διότι ως γνωστό, οι αλήθειες έχουν πολλές όψεις. Και ο καθένας μας διαλέγει και μία, αυτή που του ταιριάζει καλύτερα.
Εύκολο επίσης είναι να τα ισοπεδώνουμε όλα εμείς οι καλοί bloggers. Και δίκαιο. Δεν φταίμε εμείς αν οι άλλοι είναι οι κακοί, οι απέναντι.
Διαβάζω αλλού πως τα blogs είναι μόδα και πως γρήγορα θα ξεφτίσει. Όπως όλες οι μόδες δηλαδή. Αν συμβεί αυτό, τι θα απογίνουμε τόσοι καλοί άνθρωποι βυθιζόμενοι πάλι στο ζοφερό σκότος;
Είμαι blogger, άρα φωτισμένος, αλάνθαστος, ίσως και ο «υπεράνθρωπος» του Νίτσε. Γράφω και προκαλώ, ανεβάζω τις επισκέψεις μου και νιώθω βασιλιάς. Έγινα δίχως να το καταλάβω «η κοινή γνώμη». Αυτή δηλαδή που ορίζει τα πράγματα, αυτή που όλοι τους «λαμβάνουν σοβαρά υπόψη». Οδηγώ δηλαδή τις εξελίξεις, όποιες και αν είναι αυτές.
Συμμετέχω στο «κίνημα» των bloggers διότι θέλω να είμαι μέσα στα πράγματα, να ελέγχω καταστάσεις, να διοικώ με τον δικό μου μοναδικό τρόπο.
«Ξύπνησα» λουσμένος στον ιδρώτα. Έκανα ένα φρέντο (εμείς στο χωριό με φρέντο μεγαλώσαμε) στα γρήγορα και βγήκα στο μπαλκόνι. Κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα και ένιωσα το αεράκι να με δροσίζει. Άπλωσα τα πόδια μου στα κάγκελα και τράβηξα το βλέμμα μου στο καταπράσινο τοπίο.
Ρούφηξα δυό γερές γουλιές καφέ και στο νού ήλθε το όνειρο. Το όνειρο ή ο εφιάλτης;
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008
Δασαρχείο Βυτίνας, όλα τα λεφτά!!!!!!!!
----------------------------------------------------------------------------
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008
Οι φίλες μου και τα σκυλιά τους!!!
Αλλά και παλαιότερα στην παλιά μονοκατοικία που είχαμε για φύλακα τον Μίσα τον αλσατό, το δέσιμο ήταν πολύ μεγάλο. Για όλη την οικογένεια που ακόμα τον θυμάται και το δάκρυ κυλά βουβό.
Αρκετοί κυνηγοί συνηθίζουν και «χάνουν» στο δάσος κάποιες φορές ένα σκυλί. Δεν τους βγήκε όπως περίμεναν και όπως τους είχε υποσχεθεί ο έμπορας από τη Βουλγαρία και τα Σκόπια. Αν έχουν πληρώσει χρήματα, τα κλαίνε για τα καλά. Αν όμως το «εμπόρευμα» είναι με δοκιμή – όπως συνήθως γίνεται, τότε σε συνεννόηση έμπορα και αγοραστή το σκυλί χάνεται στο δάσος και ο ιδιοκτήτης του «λυπάται πολύ». Το σκυλί γίνεται αδέσποτο και η τύχη του αβέβαιη.
Μερικά σκυλιά όμως έχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας πάνω τους, αδέσποτα σκυλιά που τους βγαίνει σε καλό καμιά φορά η εγκληματική αδιαφορία των «αφεντικών τους». Τα βρίσκουν άνθρωποι άσχετοι από σκυλιά και τα παίρνουν στο σπίτι τους να μην πεθάνουν από την πείνα. Όπως δηλαδή ακριβώς έγινε με τα σκυλιά της ιστορίας.
Μισοπεθαμένο βρήκε η φίλη μου η Σίσσυ ένα σκυλί ακαθορίστου ράτσας. Το πήρε σπίτι της και το φρόντισε, ομόρφυνε το σκυλί, πήρε τα πάνω του και αποκαλύφθηκε ένα γνήσιο κόλευ που την ονόμασε Λούλου. Άθλιο όνομα για σκυλιά; Ίσως. Όμως η Λούλου με την καλοσύνη της έγινε σημείο αναφοράς. Σύμφωνοι, ήταν ολίγον τι αργόστροφη η Λούλου. Άλλα της έλεγες, άλλα έπραττε. Κάθησε κάτω Λούλου έλεγες και η Λούλου έφευγε χαρούμενη προς τη βεράντα. Έλα εδώ Λούλου έλεγες και αυτή με καμάρι εστίαζε την προσοχή της στο απέναντι δέντρο. Αργόστροφη λίγο η πολύ, η φίλη μου η Σίσσυ νόμιζε πως είχε στο σπίτι της φύλακα!! Για φύλακα δεν ξέρω, αλλά άγγελο σίγουρα είχε. Έζησε καλά η Λούλου μέχρι τα βαθειά γεράματά της, με αγάπη.
Η φίλη μου η Βίβιαν έπεσε σε ένα διαλυμένο γκριφόν. Όταν μου το είπε στο τηλέφωνο, της είπα, άστο, αυτό θα το πάρω εγώ για το κυνήγι. Μα εσείς είστε εγκληματίες, άκουσα να μου λέει. Υπερβολική ήταν αλλά το σκυλί το είχαν παρατήσει κυνηγοί. Το πήρε σπίτι της και του έδωσα το όνομα Νταίζη, ενθυμούμενος μία άλλη «Νταίζη» αρχιτεκτόνισσα με γόβα στιλέτο. Εκείνη η Νταίζη ερωτεύτηκε παράφορα ένα τύπο εξ Ιταλίας και είχαμε δράματα πέριξ της Ακροπόλεως. Και η Νταίζη κούκλα και παιχνιδιάρα. Και αυτή φυσικά αργόστροφη!!. Όχι η αρχιτεκτόνισσα, η άλλη. Διότι η αρχιτεκτόνισσα και γάτα ήταν και κορμί φιδίσιο είχε και το μάτι της το αλανιάρικο θαμπώθηκε από την γοητεία του Ιταλού. Και αφού μιλάμε για γοητεία ένα μόνο μικρό παράδειγμα θα αναφέρω: πίναμε τα φρέντο μας με τον Ιταλό στο παράλιο Άστρος και στο πέρασμα γινόταν χαμός. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και του είπα: μία ώρα καθόμαστε εδώ και σε έχουν καρφώσει με τα μάτια τους δυό χιλιάδες γυναίκες!! Πραγματικός γόης ο Ιταλός.
Άλλαξε δίσκο στο πικάπ Νταίζη (όχι στην αρχιτεκτόνισσα), της έλεγες και αυτή σου έφερνε το τόπι για παιχνίδι. Πήγαινε Νταίζη στο περίπτερο για τσιγάρα έλεγες και αυτή χωνόταν κάτω από τον καναπέ. Όταν όμως άκουγε τη λέξη γιαούρτι, έτρεχε σφαίρα στην κουζίνα. Ζεί και βασιλεύει η Νταίζη στην Αγία Παρασκευή και κυκλοφορεί με κόκκινο περιλαίμιο για το μάτι!!.
Η φίλη μου η Βέρα (από το Βαρβάρα παρακαλώ) έχει σκυλί ράτσας. Πομεράνιαν. Και αρσενικό και τον φωνάζει Vito αλλά και Ντάνι να τον φώναζε θα άκουγε. Ο Vito δεν μπορώ να πώ ότι είναι αργόστροφος, κάθε άλλο. Αυτός έχει άλλα κουσούρια. Λόγω ηλικίας δεν έχει δόντια και οι τροφές που παίρνει είναι δουλεμένες σαν κρέμες. Εντάξει, έχει και λίγο άσθμα ο καημένος και ταλαιπωρείται κάτι ώρες. Και αρθριτικά στα πόδια έχει που είναι βάσανο μεγάλο και δεν μπορεί να κάνει άνετα τις βόλτες του στο κτήμα. Ή όραση του δεν είναι και η καλύτερη, καταρράχτη διέγνωσε ο γιατρός με θλίψη θα ‘λεγα. Με την ακοή έχει ξεμπερδέψει πολλά χρόνια και δεν τον ενοχλεί καθόλου που είναι κουφός. Αν εξαιρέσεις και την καρδιά του που δεν δουλεύει καλά, κατά τα άλλα είναι υγιέστατος. Φύλακας καλός όμως. Το μόνο όργανο που δουλεύει σωστά σε αυτόν, είναι οι φωνητικές του χορδές.
Εντάξει, η φίλη μου η Βέρα (από το Βαρβάρα) συνειδητά πήρε στο σπίτι της ένα σκυλί υψηλού iq. Η Σίσσυ όμως και η Βίβιαν τυχαία τα βρήκαν στο δρόμο τους, παρατημένα από «κυνηγούς και ζωόφιλους» και άσχετες όπως ήσαν από σκυλιά, απέδειξαν με την πράξη τους τα αυτονόητα. Τους έδωσαν αγάπη.
Και για την Νταίζη το βράδυ γιαούρτι, το σκυλί, όχι την αρχιτεκτόνισσα…
υγ: στην 1η φωτό η Λούλου με το "σκληρό αφεντικό"
στην 2η φωτό η Νταίζη, όχι η αρχιτεκτόνισσα!!