Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Αλητεία ...

Εκτός κυνηγετικής περιόδου, όπως τώρα καλή ώρα. Στον Γράμμο και στα μαγευτικά χωριά του.

Από τους μεγάλους έρωτες, η ομάδα είχε σπάσει στα δύο. Σε αυτή που θα έκανε την πεζοπορία και σε αυτήν που θα μαδούσε τις μαργαρίτες! Η δεύτερη θα μας περίμενε στον Βοϊδομάτη, κοντά στις πέστροφες.

Πήραμε το ψηλό μονοπάτι από την γέφυρα της Αρίστης και αρχίσαμε να κατεβαίναμε. Παράλληλο μονοπάτι κυλούσε στην ίδια πορεία και ήταν πάνω στην όχθη του ποταμού. Στα χαμηλότερα αυτό. Έπειτα από κάμποσο περπάτημα, φτάσαμε πριν από τις πέστροφες και ανταμώσαμε με την υπόλοιπη παρέα που έπαιζε «τα μήλα» στο πέτρινο γεφύρι.

Εποχούμενοι πλέον, φτάσαμε στην Κόνιτσα που κάναμε μία στάση γρήγορη, ίσα να πάρουμε στο χέρι ένα μπακλαβά. Φτάσαμε στον Σαραντάπορο και περάσαμε απέναντι, αρχίσαμε τις ανηφοριές για τα Μαστοροχώρια. Πρώτο χωριό η Πυρσόγιαννη και μετά η Βούρμπιανη. Στη Βούρμπιανη σταματήσαμε. Ο ναυπηγός της παρέας μας, ήταν από εδώ. Και έψαχνε (μαζί του κι εμείς) να βρει το σπίτι του το πατρογονικό. Δεν θυμόταν και μας πήγαινε εδώ κι εκεί. Γνωρίσαμε και την τελευταία πεζούλα της Βούρμπιανης αλλά το σπίτι του Βουρμπιανίτη δεν φανερώθηκε!

Φύγαμε για το Πληκάτι. Ερημιά, μόνο κάτι λιγοστοί γερόντοι. Στον καφενέ του χωριού πήραμε το δεκατιανό μας αφού είχαμε λυσσάξει και στην πείνα. Ότι είχε το κατάστημα, ελιές, φέτα, ψωμί, λαδάκι. Υπάρχει άραγε πλουσιότερο μενού;

Ένας κακοκτράχαλος δρόμος έφευγε από το Πληκάτι και ψευτοανηφόριζε για την Αετομηλίτσα και την Γράμμουστα. Από πάνω τους η λίμνη Γκιστόβα, μισή δική μας, μισή αλβανική. Όλη η ομορφιά του κόσμου εδώ στον Γράμμο. Αντικριστά ο Σμόλικας και δεξιότερα η Γκαμήλα, και μέσα από την Γράμμουστα να ξεπηδά ένα φτωχό ρέμα που στη συνέχεια γίνεται ο μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας, ο Αλιάκμονας! Για να δει κανείς το μεγαλείο του Αλιάκμονα, πρέπει να πάει στα Καμβούνια όρη, πάνω από την Δεσκάτη. Εκεί, από το ορειβατικό της καταφύγιο χάνεται η ματιά στο χάος και στη λίμνη που σχηματίζει ο ποταμός.

Κατηφορίσαμε από τον Γράμμο και διαβήκαμε στην απέναντι πλευρά του Σαραντόπορου και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, για την Αρίστη, τη βάση μας. Όλες αυτές τις ώρες της γυροβολιάς, τα ερωτευμένα πλάσματα αγωνιούσαν πότε θα βρεθούν πάλι πίσω, στη φωλιά τους. Εμείς της πεζοπορίας δεν αγωνιούσαμε!

Στην Αρίστη, στον καφενέ της κυρά Αλεξάνδρας (με τις μαγικές πίτες, γεια σου κυρά Ξάντα!) κουτσόπινε και ο αστυνόμος. Το ένα έφερε το άλλο και τα λίγα έγιναν πολλά. Φούσκωσε από κρασί ο αστυνόμος, δεν πηγαίναμε πίσω κι εμείς της πεζοπορίας, άιντε και τα τσουγκρίσματα, γκολ γίναμε! Τα ερωτευμένα ζεύγη είχαν γίνει γκολ από τις λαβωματιές των τόξων τους.

Σαν σηκωθήκαμε να φύγουμε να πάμε για τις σκηνές μας στην όχθη του Βοϊδομάτη λίγο παρά κάτω, αντέδρασε ο αστυνόμος. «Μεθυσμένοι είστε, δεν σας αφήνω να φύγετε» Άρχισαν οι τσακωμοί. Το μεθύσι στα λόγια ήταν ασυγκράτητο! Με τα πολλά, βρήκαμε την σωστή λύση. Τα ζεύγη του έρωτα θα κατηφόριζαν για τις σκηνές στην ακροποταμιά, κι εμείς της πεζοπορίας θα κοιμόμασταν στη φυλακή.

Μας έβαλε ο αστυνόμος στη σειρά κατά φάλαγγα και άνοιξε την σιδερένια πόρτα. «εδώ θα βολευτείτε μια χαρά». Ησυχάσαμε όλοι. Στης φυλακής τα σίδερα βασίλευσε απόλυτη σιωπή.

Σαν ξυπνήσαμε, πάλι κατά φάλαγγα, μας οδήγησε ο αστυνόμος στον καφενέ της κυρά Αλεξάνδρας για τον καφέ μας.  Είχε πιάσει μεσημέρι …


========================
Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 23 Απριλίου 2014.