Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Οι σκουπιδότοποι του δάσους

Ο «Νόμος Καποδίστρια» μπορεί να μην λειτουργεί όπως θα ‘πρεπε και όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί. Δεν μπορούμε όμως να μην αναγνωρίσουμε σε αυτόν πολλά οφέλη που προέκυψαν από την εφαρμογή του στην Ελλάδα. Ένα από αυτά και ίσως από τα σοβαρότερα – ήταν που καταργήθηκαν οι χιλιάδες μικρές χωματερές στην ελληνική ύπαιθρο.

Πριν από τον «Καποδίστρια», κάθε σπίτι (και κάθε χωριό), είχε τη δική του ατομική χωματερή. Σε χωράφια, σε ρέματα, σε πηγές, όπου βόλευε τον καθένα άφηνε από μία πλαστική σακούλα γεμάτη σκουπίδια. Και αν τολμούσες και του έκανες παρατήρηση για την πράξη του, άκουγες το γνωστό στην Ελλάδα μότο: «έλα μωρέ, και σένα τι σε νοιάζει, στο χωράφι σου τα αφήνω;». Έτσι ακριβώς. Ευτυχώς όμως ήλθε ο «Καποδίστριας» και το πρόβλημα ελαττώθηκε – διότι ουσιαστικά η λύση των σκουπιδιών στην Ελλάδα έχει μακρύ δρόμο ακόμα.

Την περίοδο που κυνηγάμε, αν εξαιρέσουμε τις δικές μας ανομίες με τους παρατημένους κάλυκες, τα άδεια κουτιά από φυσίγγια, τα πλαστικά ποτήρια με το κατακάθι του καφέ, τα ανοιγμένα κονσερβοκούτια και άλλα μικρά που μας χαλάνε τη διάθεση – το δάσος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα άλλο. Και εδώ ακούγεται συχνά το προαναφερθέν μότο με κάποιες παραλλαγές. Προσωπικά έχω αρπαχτεί πολλές φορές με φίλους από τη δικιά μας ομάδα που χωρίς λόγο και αιτία, μηχανικά μάλλον, πετάνε αβίαστα το χαρτόκουτο των φυσιγγίων ή το πλαστικό μπουκάλι του νερού. Και ο αρχηγός αντί να δίνει το καλό παράδειγμα, πρώτος και αυτός στη ρύπανση. Και του κάνεις την παρατήρηση και το γερακίσιο μάτι του σε κοιτάζει ένοχα. Και οι καυγάδες καλά κρατούν μέχρι την επόμενη ανομία. Και δεν θα πάψουν μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι το δάσος είναι το σπίτι μας και οφείλουμε να το έχουμε σαν τα μάτια μας.

Την περίοδο όμως που δεν κυνηγάμε, πολλοί «ξύπνιοι» συμπολίτες μας, θεωρούν το δάσος αποθήκη όσων άχρηστων πραγμάτων έχουν στο σπίτι τους. Και διαλέγουν ημέρες και ώρες που η κίνηση είναι λιγοστή και όπου ανταμώσουν ρέμα ή γεφύρι, ή χωράφι χέρσο, αδειάζουν τις σπιτικές βρωμιές τους με την άνεση της ερημιάς. Και φράζει το ρέμα γιατί απόκτησε στρώματα από κρεβάτια, έπιπλα φορμάϊκα, διαλυμένα ψυγεία και πλυντήρια και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους. Η κουτοπονηριά του νεοέλληνα ακόμα και στις βρωμιές του – μακριά από το σπίτι του και όπου να ‘ναι. Τις ψαροκασέλες όμως με τα σάπια ψάρια, τις αναγνώρισα. Και βρήκα τον ψαρά που έκανε το δρομολόγιο «θάλασσα – ενδοχώρα», σε γειτονικό χωριό, και του λέω: «να πάς αύριο να μαζέψεις τα ψάρια σου και τα κασόνια σου από το τάδε σημείο που τα πέταξες και να τα πάρεις να τα αφήσεις στο κήπο του σπιτιού σου, να αναπνέεις εσύ τις μυρωδιές» Την επόμενη ημέρα οι κασέλες δεν ήσαν εκεί. Πιστεύω όμως πως θα τις φιλοξενούσε κάποιο άλλο μέρος της περιοχής.

Αυτός που βρωμίζει το δάσος και τη φύση γενικότερα, και είναι κυνηγός, ψαράς, πολίτης, αγρότης, ορειβάτης, οικολόγος, φυσιολάτρης, προσκυνητής, μοναχός κτλ. δεν μπορεί να αλλάξει την κακή συνήθεια. Την έμαθε στο σπίτι του από μικρός – και το σπίτι και η οικογένεια είναι το καλύτερο σχολείο. Ούτε νόμοι, ούτε ποινές μπορούν να σταθούν εμπόδια στην χείριστη συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Και επειδή μιλάμε για σκουπίδια, ασφαλώς θα γνωρίζετε ότι ο μεγαλύτερος σκουπιδότοπος στον κόσμο, βρίσκεται στα Ιμαλάια, εκεί που χιλιάδες ορειβάτες από κάθε γωνιά της γης φτάνουν και προσπαθούν να αποδείξουν την αξία τους! κατακτώντας την ψηλότερη κορφή του Έβερεστ κάπου στα 8.800 μ. Και όσο ανεβαίνουν, τόσο αφήνουν τα ίχνη τους – που λόγω των καιρικών συνθηκών, γίνονται αιώνια!. Ίσως σε μερικές δεκάδες χρόνια, το βουνό από τα σκουπίδια να έχει ξεπεράσει και το Έβερεστ σε ύψος και να σκαρφαλώνουν οι ορειβάτες καρφώνοντας όχι σε πάγο ή βράχο αλλά σε ντολμαδάκια ληγμένα ή κονσέρβες «πελεγκρίνο» που τρώγαμε και στο στρατό!.

Στο στρατό όμως γόπα τσιγάρου δεν κυκλοφορούσε δημόσια, και μικροσκουπιδάκια δεν είχαν θέση σε στρατόπεδα. Ακόμα και η αποψίλωση που γινόταν σε τακτικά διαστήματα - έργο βαρετό και άχαρο, έδινε αρχοντιά στο χώρο.


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 13 Μαΐου 2009.