Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Της Φύσης οι διαδρομές …

Η θάλασσα την εποχή αυτή είναι μοναδική, πεντακάθαρη, παγωμένη, μυρωδάτη. Ιδίως τα πρωινά που στο κολύμπι σου έχεις την παρέα των γλάρων με τις εκπληκτικές βούτες τους για αφρόψαρα.

Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ο δυνατός τον αδύνατο. Αυτός είναι με απλά λόγια ο ορισμός της ζωής, της φυσικής επιλογής, του πολιτισμού μας. Οτιδήποτε παρεκκλίνει του ορισμού θεωρείται μη φυσικό, μη ηθικό, μη λογικό.

Η διαδικασία αυτή, ο πόλεμος του δυνατού εναντίον του αδυνάτου, έφτασε ως τις ημέρες μας, στην κοινωνία μας. Πιστεύω ότι είναι λάθος να ερμηνεύσει κανείς το καλό και το κακό, το όμορφο και το άσχημο- αφού οι όποιες προσεγγίσεις που θα προκύψουν θα είναι καθαρά υποκειμενικές. Για την φύση δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, όλα κυλούν με βία στο διάβα των εκατομμυρίων αιώνων. Μην μας ξενίζει η βία, είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ζωής μας και του πολιτισμού μας.

Η προσαρμογή στις συνθήκες ζωής, έφερε την εξέλιξη. Με φυσικό τρόπο. Τα δισεκατομμύρια είδη που έχουν εκλείψει στο πέρασμα του χρόνου και αυτά που έχουν δημιουργηθεί- φανερώνουν την δύναμη της φύσης. Εμείς όμως έχουμε την τάση, ή την νοοτροπία να πιστεύουμε ότι είμαστε ικανοί να κατευθύνουμε την φύση. Είμαστε οι κυρίαρχοι στον πλανήτη, αλλά αδύναμοι κι εμείς στην νομοτέλεια του κόσμου.

Το κυνήγι είναι μία φυσική λειτουργία του ανθρώπου. Και είναι ατυχές να θεωρούν κάποιες ομάδες ότι το κυνήγι καταστρέφει τη ζωή. Η αιώνια πρακτική έχει δείξει με σαφήνεια του λόγου το αληθές. Αντιμάχονται όμως τον Λόγο ομάδες που αυθαίρετα βαπτίστηκαν «φυσιολατρικές», ή «οικολογικές», ή εναλλακτικές». Πιστεύουν αφελώς ή κινούνται από ωφελιμιστικά κριτήρια- πως τον κόσμο τον γνωρίζουν καλά και μπορούν – αφού έχουν και ζεστό χρήμα, να τον οδηγήσουν σε μονοπάτια απόλυτα ελέγξιμα. Δεν είναι όμως έτσι. Η φύση έχει τους δικούς της νόμους και ο ανθρώπινος πολιτισμός τους δικούς του. Η φύση δημιούργησε το Σύμπαν και ο άνθρωπος τις πόλεις. Να η μεγάλη διαφορά.

Ο άνθρωπος της πόλης που βγαίνει από τα όρια της και πηγαίνει να κυνηγήσει, δεν το κάνει επειδή είναι κακός, εγκληματίας, παράφρων- όπως συνηθίζεται να λέγεται από χείλη άγουρα. Ακολουθεί το dna του, το ένστικτό του, την φύση του. Και στην εξοχή, στο βουνό, στον κυνηγότοπο, βρίσκει πάλι την βιασμένη από τις νέες συνθήκες ζωής – χαμένη του ύπαρξη.

Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στο βουνό στο κατόπι του κάπρου, ακολουθεί αρχέγονους βηματισμούς. Μαζί του κυνηγάνε και όλοι του οι πρόγονοι, που δεν πρόλαβαν να δούν το αχνάρι, δεν κατάφεραν να καρπωθούν το θήραμα. Ο κυνηγός που στέκει στο καρτέρι για την ντουφεκιά, εκφράζει τη δίψα για τη ζωή, για την συνέχιση του είδους. Κυνηγά σαν τον αιώνιο άνθρωπο με άλλα μέσα.

Τα πυροβόλα όπλα που στο άκουσμά τους πολλοί «ευαίσθητοι» βγάζουν σπυριά, είναι η φυσική εξέλιξη από την πέτρα, στο χάλκινο εργαλείο, στο σιδερένιο μαχαίρι. Και η πέτρα στην εποχή της εθεωρείτο «φονικό όπλο», Και το χάλκινο κατασκεύασμα θεωρήθηκε τεχνολογικό θαύμα, και το σιδερένιο όπλο κυριάρχησε στα υπόλοιπα.

Το κυνήγι, η παλιά αυτή ανθρώπινη τέχνη, αύριο μπορεί να γίνεται με ακτίνες λέιζερ, με όπλο που θα κυριαρχήσει έναντι άλλων. Τότε τι θα λένε οι αντικυνηγοί: «αν είστε μάγκες κυνηγήστε με πυροβόλα όπλα;». Αστεία πράγματα, από ομάδες που θέλουν να επιβάλουν τους δικούς τους κανόνες στις φυσικές λειτουργίες του ανθρώπου. Τι σημαίνει αυτό; Ένα πράγμα, όταν αντιμάχεσαι την φύση είσαι επιεικώς παράφρων.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι στον πλανήτη μας, θα υπάρχουν και κυνηγοί. Για ένα απλό λόγο, η εξέλιξη έφτασε ως εδώ μέσα από το κυνήγι, και θα προχωρήσει μακρύτερα πάλι μέσα από το κυνήγι. Μπορεί οι «ελεγχόμενες ομάδες κρούσης» να ελπίζουν στο τέλος του κυνηγίου αφού δεν γνωρίζουν πραγματικά τον πόλεμο που γίνεται στον Κόσμο και στο Σύμπαν. Μπορεί να ευαγγελίζονται μία κοινωνία χωρίς όπλα- αγνοώντας ότι τότε θα πάψουν οι ίδιοι να είναι το κυρίαρχο ζώο επί της γης.

Αν ακολουθήσει η κοινωνία μας τα δικά τους «ευγενή αισθήματα» -γιατί όχι, να μην μας κυβερνά στο μέλλον και ο αγριοπελεκάνος της Μεσογείου. Εδώ μας έχουν κυβερνήσει παπαγάλοι, στον πελεκάνο θα κολλήσουμε;

=======================================

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 1η Ιουνίου 2011.