Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Τζάνεμ ποταμέ μου …


Το λυκαυγές δεν είχε εμφανιστεί όταν ξεκινήσαμε από τα ορεινά για τα χαμηλότερα. Η πρωινή δροσούλα έδινε ζωή στις αισθήσεις, ο βορειοανατολικός άνεμος, ελαφρύς σαν το χάδι, έδινε ελπίδα για μία όμορφη ημέρα. 

     Πηγαίναμε προς τις καλαμποκιές, που την εποχή αυτή ψηλές σαν κυπαρίσσια, και λυγερόκορμες σαν είναι, δίνουν χρώματα εξαίσια, αυτές τις μοναδικές αποχρώσεις του πράσινου. Εκεί τώρα, ανέμελες ως συνήθως, βόσκουν οικογένειες αγρίων. Ξέρουν κι αυτές καλά τα μέρη που έχουν πλούσια τροφή, Και δεν προβληματίζονται διόλου - αν διψάσουν, σκύβουν και πίνουν φρέσκο νεράκι, αφού εκεί δίπλα τους περνά με ταχύτητα ο Αλφειός, κυνηγώντας την αγαπημένη του μέχρι απέναντι στα ιταλικά εδάφη κόρη Αρέθουσα, που τρομαγμένη από τις διαθέσεις του πονηρού και ερωτιάρη θεού, προλαβαίνει και βγάζει τους δροσερούς χυμούς της στην πηγή που πήρε και το όνομά της. Τόσο αγώνα έκαμε η κόρη η όμορφη, άξιζε να μείνει στην αιωνιότητα για να την θυμόμαστε εμείς οι απλοί άνθρωποι και να ευχαριστούμε τη φύση και τις τσαχπινιές του Αλφειού.

      «Τζάνεμ ποταμέ μου, πάρε με στα κύματα σου, στα στριφογυρίσματα σου», τραγούδησε με καμάρι ο σοφός λαός τις ανησυχίες του θεού – που μόνο εμείς γνωρίζουμε καλά, πως δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ερωτικά παιχνίδια και ανεκπλήρωτοι πόθοι – αφού η ωραία παρθένα αρνήθηκε να ενδώσει στο δια ταύτα…… 

     Κάθε φορά που διαβαίνουμε το ποτάμι (και το έχουνε διαβεί χιλιάδες φορές) , νιώθουμε δέος, φόβο, ένα κόμπο στη καρδιά, αισθήματα μύρια μας περιτριγυρίζουν, ακούμε την ανάσα του θεού, έχουμε την εντύπωση πως μας κυκλώνουν νεράιδες και φυλαγόμαστε, και με προσοχή πατάμε στη κοίτη του – και πολλές φορές θέλουμε να σταθούμε στη μέση, να δούμε τα γυρίσματά του, να αφουγκραστούμε τις φωνές του, να πάρουμε από τη δροσιά του. Κάθε πέρασμα του ποταμού αποτελεί για εμάς και ένα άγνωστο και μυστήριο ταξίδι μέχρι την απέναντι όχθη – που ενώ γνωρίζουμε τι θα συναντήσουμε, μας συναρπάζει η ιδέα της διαδρομής. 

      Τα αγριογούρουνα και οι φαμελιές τους ήταν η αφορμή, τάχα μου ότι τα παρακολουθούμε – ενώ ξέρουμε και προβλέπουμε με ακρίβεια την κάθε τους κίνηση. Ο ουσιαστικός λόγος της πρωινής μας εξόρμησης, ήταν το ποτάμι, ο αχός του, η δύναμή του, το χρώμα του, η γεύση του. Και σαν φτάσαμε κοντά του, βγάλαμε τα αρβύλια μας να μην τον βεβηλώσουμε, βγάλαμε τα ρούχα μας και χωθήκαμε στα παγωμένα νερά του. Και μετά στην όχθη του, βγάλαμε το προσφάι μας, το breakfast επί το ελληνικότερο, ψωμάκι ζυμωτό, τυρί με την άρμη του, μια ντοματούλα να μοσχοβολά και να σπάζει τα ρουθούνια μας – και όλα αυτά τα πλούσια ελέη μας, έδωσαν φτερά στη διάθεσή μας, και δύναμη πιότερη, και χαρά περισσή, και μετά πέσαμε στους βαθυστόχαστους συλλογισμούς μας, αμίλητοι, ίσως ασάλευτοι, ακόμα δίχως αναπνοή – αφού πως και με τι τρόπο να αντιμιλήσεις στη μαγεία της φύσης που σε έχει στην αγκαλιά της και σου δίνει ορμήνιες. 

     Στην απέναντι όχθη σαν φτάσαμε, ο ήλιος είχε γεμίσει για τα καλά με το φώς του τον βάλτο, και πάνω σ’ αυτόν διακρίνονταν με ακρίβεια τα ίχνη, οι πατημασιές της πολυπληθούς οικογένειας των αγρίων που είχαμε πάρει στο κατόπι, και που έβγαιναν από αυτόν, επιλέγοντας να πάνε σε μέρη αποσκιερά και ήσυχα, να αφήσουν να κυλήσει η δυνατή ημέρα, μέχρι και το σούρουπο και με τις δροσιές που θα άρχιζαν και πάλι τα κόλπα τους και τα παιχνίδια τους. 

     Σαν φτάσαμε σχετικά κοντά τους, και διακρίναμε τις απλωσιές τους στα κρυφά γιατάκια τους, σταματήσαμε. Η ματιά μας περιστράφηκε στο χώρο – και μας έκανε μεγάλη εντύπωση η αδιαντροπιά τους – αφού διάλεξαν τέτοιο τόπο για την ξεκούρασή τους, δίπλα στο ποτάμι, θέλοντας ίσως να έχουν σιμά τους τα μπάνια τους και τα νεροπαιχνίδια τους.

     Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, βγάλαμε και πάλι τα αρβύλια μας στο πέρασμα του ποταμού για να μην μολύνουμε με τις αμαρτίες μας την αγιότητά του, και προχωρήσαμε μέχρι το κεφαλάρι με τα πλατάνια. Βγάλαμε τα σακίδια από την πλάτη μας που την είχαν μουσκέψει από τον ιδρώτα, ανάψαμε μια μικρή φωτιά, ασφαλισμένη με πέτρες ολόγυρα, και ψήσαμε το καφεδάκι μας. Απλωθήκαμε κατάχαμα να πάρουμε τη  δύναμη της γης. Τζάνεμ ποταμέ μου, σε ευχαριστούμε … 

=====================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012.