Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Κάπρων περίπατοι …


Πηγαίνοντας στο χωριό το πρωί του Σαββάτου κατά τις 10.00, αντί να πάω μέσα από τις Δαβιές και να πάρω τον καινούριο σχετικά δρόμο, επέλεξα τον παλιό, που περνά από τον κάμπο του Τσελεπάκου.

    Η διαδρομή αυτή η παλιά, μου αρέσει περισσότερο, αφού περνά και τη γέφυρα του Ελλισώνα ποταμού που την εποχή αυτή δεν είναι παρά ένα ξερόρεμα. Ο Ελλισών, έρχεται από τα ψηλότερα σημεία του Μαινάλου, περνά από την Αλωνίσταινα, δίνει ζωή στον κάμπο της Δαβιάς και ήρεμα κατεβαίνει να ανταμώσει τον Αλφειό. Γιός του Λυκάονα και ο Ελλισών, είχε από παλιά χαράξει τη δικιά του πορεία και λογαριασμό δεν έδινε σε κανένα.

      Περνώντας τη γέφυρα του Τσελεπάκου με βόρεια κατεύθυνση, άρχισε το φίδωμα του δρόμου που μου αρέσει, ειδικότερα όταν ο χρόνος κυλά αργά. Η βλάστηση είναι ακόμα χαμηλή στα μέρη αυτά και το ελατοδάσος το έχεις αντικριστά σου. Αρχίζεις και ανεβαίνεις σιγά- σιγά. Μετά τη διασταύρωση για τα Μαντέϊκα, σε μια κλειστή στροφή του δρόμου, η οικογένεια της γουρούνας κατέβαινε ήσυχη και με χάρη τη πλαγιά και διέσχιζε τον δρόμο. Φρέναρα απότομα, η μάνα και 12 γουρουνόπουλα είχαν προτεραιότητα…. Δυό – τρία γουρουνόπουλα χρονιάρικα περίπου, τα υπόλοιπα με ρίγες εξασθενημένες. Με κοίταξαν με αδιαφορία, ατάραχα, και μάλλον με διάθεση για παιχνίδι – ειδικά τα μικρότερα. Η μάνα μονάχα φάνηκε να μου αγριεύει με δυό δυνατά φυσήματα. Πέρασαν κάθετα τον δρόμο και συνέχισαν τη πορεία τους προς την κατηφορική πλαγιά.

     Φτάνοντας στον καφενέ του χωριού, εξιστορούσα σε φίλο την συνάντηση με τα άγρια θηρία και γελούσαμε. Σε διπλανό τραπέζι, καθισμένοι δυό γνωστοί- άγνωστοι, φαίνεται πως είχαν στήσει αυτί, αφού με ρωτά ο ένας απ’ αυτούς: «τόσα γουρούνια και δεν σκότωσες κανένα; Εγώ θα τα πάταγα όλα, ακόμα και τη μάνα!». Τι να κάνουμε; Του απαντώ, τα άφησα να φύγουν, για να τα σκοτώσεις εσύ αν τα δείς πάλι στο δρόμο! Τσαντίστηκε ο τύπος λέγοντας το αμίμητο: «κάτι τύποι σαν και σένα χαλάτε την πιάτσα και τις συνήθειες μας!».

     Τις συνήθειες τους! ακριβώς αυτό. Γιατί έχουμε συνηθίσει φαίνεται, να κυνηγάμε γουρούνια να σκοτώσουμε ακόμα και με αυτοκίνητο. Δεν έχει σημασία αν το κυνήγι απαγορεύεται, σημασία έχει ότι για πολλούς, το κυνήγι του κάπρου, με οποιαδήποτε μέσο δεν τελειώνει ποτέ. Και ο διπλανός θαμώνας του καφενέ, είναι ο απόλυτος εκφραστής της νοοτροπίας αυτής. Δεν θα πώ ότι είναι λαθροθήρας, που μπορεί να είναι, ασφαλώς όμως είναι της νοοτροπίας: «ότι κινείται στο δάσος και το βλέπω, το συναντώ, είναι δικό μου».

     Είναι πολλοί ανάθεμά τους οι τύποι αυτοί με σαπισμένες νοοτροπίες, που δεν ξέρουν πότε να αρχίσουν και πότε να τελειώσουν. Είναι πολλοί οι άνθρωποι αυτοί που θεωρούν τα πάντα στο διάβα τους, σαν δικά τους, και γίνονται εριστικοί, επικίνδυνοι ακόμα θα έλεγα για το κρέας. Για να το πετάξουν στον καταψύκτη στην καλύτερη περίπτωση και να κορδώνονται, ή στη χειρότερη για να το δώσουν στον χασάπη της γειτονιάς τους να το πουλήσει αυτός με τη σειρά του στην εκλεκτή πελατεία του.

     Ένα τυχαίο γεγονός, ευχάριστο για μένα – αφού δεν έχω την ευκαιρία να βλέπω συχνά οικογένειες αγρίων ανέμελες να κάνουν βόλτες, για κάποιους άλλους είναι αιτία πολέμου! Δεν ξέρω, μπορεί τελικά το δίκιο να το έχουν αυτοί οι τύποι που σκέφτονται έτσι. Μπορεί τελικά η πανίδα και η κάθε μορφή ζωής του δάσους να ανήκουν σε αυτούς που την κυνηγούν πέρα από νόμους και διατάξεις, μακριά από ρυθμιστικές και άλλα αφελή εργαλεία – όλων εμάς, που τελικά τους χαλάμε τις συνήθειες τους.

    Τα εργαλεία που διαθέτουμε, και που είναι οι κυνηγετικοί φορείς, οι νόμοι, η θηροφυλακή, ο αγώνας μας για ένα καλύτερο τελικά κυνήγι – μάλλον δεν είναι επαρκή, δεν φτάνουν για να διώξουμε, για να εξαφανίσουμε τις νοοτροπίες αυτού του είδους από συνανθρώπους μας. Όσες προσπάθειες και αν γίνουν, αν δεν υπάρχει η θέληση για αλλαγή, δεν υπάρχει ελπίδα.

      Παιδικός φίλος, αλκοολικός, έφτασε μέχρι την Αμερική κάποτε για να γίνει καλά, να απαλλαγεί οριστικά από το αλκοόλ. Εκεί, τον κούραρε ένας αμερικάνος καθηγητής πανεπιστημίου, μέγας και τρανός. Έπειτα από μερικές συναντήσεις που είχαν, είπε ο καθηγητής στον φίλο: την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, θα μου απαντήσεις με σιγουριά αν θέλεις να γίνεις καλά. Στο επόμενο ραντεβού, ο φίλος λέει του καθηγητή: «δεν θέλω»….. Κάπως έτσι συμβαίνει και στα δικά μας……..

===================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012.