Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Κυνηγώντας στην αλπική κοιλάδα …


Αραίωσαν κατά πολύ οι ομάδες που κυνηγάνε τα άγρια, εν τούτοις, οι μικροσυμπλοκές δεν απουσιάζουν, για αστείους εντελώς λόγους!

    Δεν έχω ακούσει ακόμα στα μέρη μας και για λαθροθήρες, όπως συνέβαινε περασμένες χρονιές σύμφωνα με καταγγελίες της τοπικής κοινωνίας.  Η κρίση απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα ισοπεδώνει στη περασιά της καλούς και κακούς, έντιμους και ανέντιμους, πλούσιους και πένητες. Κάτι ας πούμε σαν τον ημίθεο Έρωτα, γιο του Πόρου και της Πενίας, δηλαδή, πότε με πολλά, πότε με λίγα. Γι’ αυτό και ο Έρωτας φέρνει δυστυχία στους ανθρώπους, σε ανεβοκατεβάζει, σε οδηγεί στα ουράνια (στον πλούτο) και την άλλη στιγμή σε οδηγεί στα τάρταρα (στην πενία).

    Τα άγρια είναι πολλά, βόσκουν και φέρνουν γυροβολιές στα βουνά σε υπερπληθυσμούς. Αλλά, πότε τα βρίσκεις και πότε εξαφανίζονται. Πότε τα έχεις σιγουρέψει και πότε κοιτάς με δέος στον αέρα να δεις που πέταξαν. Μυστήριο κυνήγι τελικά ο κάπρος, συναρπαστικό από την αρχή του μέχρι το τέλος του. Συναρπαστικότερο ίσως το μεράκι, ο αγώνας ο μεγάλος των σκυλιών, που πάνε στο φρέσκο ντορό, κλαφουνάνε, μας γιομίζουν χαρά, και μετά επιστρέφουν με το κεφάλι σκυμμένο από ντροπή, κουρασμένα και διψασμένα αφού ο καιρός είναι ζεστός και υγρός.

    Προχθές στο κυνήγι μας, ήμασταν λίγα άτομα, 7 με το ζόρι, για να δούμε τα χνάρια, να κλείσουμε, να στήσουμε τα καρτέρια στις καλύτερες θέσεις, να παγανίσουμε. Ο τόπος μας εξαιρετικός, στα ψηλά, στα 1400 μ. με ξεροβούνια ολόγυρα και στη κοιλάδα οι ρεματιές να αυλακιάζουν τα χέρσα χωράφια και τα σπάρτα. Η παγάνα στήθηκε πίσω από την κοιλάδα, ακολουθούσε το φρέσκο ντορό που οδηγούσε σε βάτα στα ριζά ενός αποκομμένου βράχου.

    Καθόμουν τελευταίο καρτέρι κι αγνάντευα ολόκληρη σχεδόν την κοιλάδα, είχα όλο τον κυνηγότοπο στα πόδια μου, άκουγα και τον παραμικρό ψίθυρο που έφερνε ο νοτιοδυτικός καιρός, κι έγειρα τα βλέφαρα μέχρι η παγάνα να αρχίσει τον καλό αγώνα. Για την καθισιά μου βρήκα παχύ χορτάρι, δροσίστηκε και ξεκουράστηκε η ψυχή και το σώμα από τα κέφια της φύσης. Μονάχα όταν άκουσα τον αρχηγό με την παγερή λαλιά του να λέει: «πάμε», σηκώθηκα, φόρεσα τη ζώνη μου, γέμισα την καραμπίνα  και ήμουν έτοιμος.

    Στη ίδια θέση προ ημερών, ο Σούλμπεης έχασε ένα κοπάδι που πέρασε στα δυόμιση  μέτρα από τα δεξιά του. Θα προλάβαινε να το δει τουλάχιστον αν η ματιά του δεν ήταν καρφωμένη στα αντίθετα πλάγια που έπαιζαν κάτι τσοπανόσκυλα. Μερικοί κακεντρεχείς όμως, είπαν ότι ο Σούλμπεης την ώρα που τα γουρούνια του έκαναν βίζιτα, εκείνος λαγοκοιμόταν.

    Εγώ όμως από την ίδια θέση, ήμουν σε εγρήγορση, άκουγα στον ασύρματο ότι τα σκυλιά κυνηγάνε και ας μην άκουγα σκυλιά. «Κωλωμένα τα σκυλιά παιδιά, το νου σας τα καρτέρια».  Και είχαμε το νου μας και ας είχαν πιάσει την κουβέντα στο απέναντι πλάι ο Γιώργης με τον αστυνόμο. «Όλα τα καρτέρια, χαμπηλώστε προς τη ρεματιά, να τα ασφαλίσουμε, δεν είμαστε πολλοί σήμερα», ακουγόταν με ένταση ο αρχηγός.  Και κατεβαίναμε να τα ασφαλίσουμε τα άγρια που ο Λεό τα είχε στη στάμπα, και όλο πλησιάζαμε στο γιατάκι τους, και είχαμε κλείσει τους ασυρμάτους ακόμα και για τα παράσιτα που θα ακούγονταν, και πλησιάζαμε προς το στόχο. Και ώ θεοί! Σμίξαμε τα καρτέρια τα αντικριστά και χαιρετηθήκαμε. Τα γουρούνια όμως με τον Λεό δεν ήσαν εκεί. Βράχνιασε ο Λεό στη στάμπα και άρχισε να κυνηγά στο αθόρυβο – μυστήριο σκυλί τούτο το γκριφόν, αψυχολόγητο πολλές φορές.

    Έγινε γρήγορη αναδιοργάνωση αφού οι ανάγκες την επέβαλαν και στήθηκε ο Γιώργης στη βρύση, εμείς οι υπόλοιποι πιάσαμε τα άλλα περάσματα – μιας και τα γουρούνια ήσαν πολύ κοντά μας αλλά ελαφρώς μετακινούμενα με την ανοχή, για να μην πω , και την προτροπή του Λεό. Οι παγανιέρηδες κουβέντιαζαν μεταξύ τους και έλεγαν ένας από τους δυό να μπει μέσα να τουφεκίσει τα γουρούνια. Αλλά ο φόβος φυλά τα έρμα, που λέει και ο θυμόσοφος λαός, και δεν το τόλμησαν – και καλώς έπραξαν. Διότι, κάποια στιγμή, αναθάρρησε ο Λεό, και άρχισε τη δουλειά του που την ξέρει και άριστα.

    Την απόλυτη σιωπή έσπασε με τους βρόντους της η δεξιοτεχνία του αστυνόμου – που με δυό ντουφεκιές σταμάτησε κατάχαμα τρία γουρούνια. Ο Γιώργης, έσκυψε να πιει νερό από τη βρύση, εμείς ξεματαρματωθήκαμε και τραβήξαμε με τα σχοινιά μας να βγάλουμε τα γουρούνια…   

=========================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012.