Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Οι Βοιωτοί κυνηγοί του κάπρου και της ιστορίας …


Αυτός ο αθηναίος ο Λέβαδος, όταν επέλεξε το χτίσιμο της πόλης που φέρει και δικαίως το όνομά του, στη σημερινή της θέση, ή ερωτευμένος πολύ πρέπει να ήταν ή διψασμένος πολύ!, ή ακόμα και κυνηγημένος, αφού κατέβηκε από τις πλαγιές του Ελικώνα αφήνοντας πίσω του την αρχαιότερη πόλη Μίδεια. Ο ποταμός Έρκυνας που διασχίζει την πόλη, γνωστός και ως «Κρύα» για εμάς τους νεοέλληνες, σκορπούσε στο διάβα του τους μαντικούς ψιθύρους του Τροφώνιου που η τύχη και οι θεοί τον όρισαν σαν μαγικό τόπο.


   Η Λεβάδεια λοιπόν, χτισμένη κοντά στο οροπέδιο των Μουσών και κοντά στον παλιό δρόμο για του Δελφούς, δεν μπορεί παρά να είναι μία ευτυχισμένη και όμορφη πόλη. Από τον αέρα της πέρασε όλη εκείνη η παλιά γνώση που τάραξε τον κόσμο μας και τον οδήγησε σε μεγάλα και θαυμαστά πράγματα. Ας μην μας διαφεύγει ότι στο Οροπέδιο των Μουσών και ο θείος Ησίοδος, αγναντεύοντας την αρχαία ευτυχία, ξαπλωμένος στο παχύ χορτάρι και κοιτώντας πότε τα προβατάκια του και πότε σκεφτόταν τη ζημιά που του έκανε ο αδελφός του στη μοιρασιά της πατρικής περιουσίας – άρχισε με τον δικό του ποιητικό λόγο και έπλασε εκείνο το αριστούργημα την «Θεογονία» του, και εξήγησε με τρόπο λιτό και κατανοητό την αρχή της ιστορίας και του ανθρώπινου δράματος – αλλά δίδαξε και τις τέχνες τις αγροτικές μέσα από το άλλο σπουδαίο έργο του «Έργα και Ημέραι» - συνέπεια ίσως του αβάσταχτου αδελφικού πόνου.


   Η Λεβάδεια – που πρέπει να το ειπούμε κι αυτό, δεν έχει καμία μα καμία σχέση με το δημώδες διάσημο άσμα «σαράντα παλικάρια από τη λιβαδιά». Η ιστορική παρανόηση του άσματος αυτού δεν είναι της παρούσης να εξηγηθεί, όμως εν τάχει να καταθέσουμε ότι το άσμα αναφέρετε στα παλικάρια που πάνε να πατήσουν το «καλό χωριό» και που ξεκίνησαν από τα λιβάδια, από εκεί που είχαν τα χειμαδιά τους και όλο τους το βιός. Μάλιστα, ο πατέρας της Λαογραφίας, ο Νικόλαος Πολίτης γράφει στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού», πως αναφέρονται στις παραλλαγές διάφορα χωριά ή μέρη (όπως Χίλια Χωριά ή Σαμπάνικα ή Καλό Χωριό), δεν αναφέρει όμως ότι γνώριζε παραλλαγή που να είναι σχετική με την Τριπολιτσά. Η πληρέστερη  ίσως εκδοχή που έρχεται από τη Δόριζα της Μαντινείας1, αγνοεί την Τριπολιτσά:



Σαράντα παλληκάρια από τη Λιβαδιά
Βγήκαν αρματωμένα, πάνε για κλεψιά.
Πάνε για να πατήσουν το Καλό Χωριό
Κάνα δεν έχουν πρώτο και τρανύτερο.
Γυρεύουν ένα γέρο για την ορμηνειά
Επήγαν και τον βρήκαν σε βαθειά σπηλιά
Οπέλιωνε τα’ ασήμι κι’ έφτιανε κουμπιά.

Γειά σου χαρά σου γέρο, καλώς τα τα παιδιά
Καλώς τα παλληκάρια, τα κλεφτόπουλα.
Σήκου να βγούμε γέρο, κλέφτες στα βουνά
Δεν ημπορώ παιδιά μου, γιατ’ εγέρασα.
Περάστε από τη στάνη και τα πρόβατα
Και πάρτε τον υγιό μου τον μικρότερο.

Πώχει λαγού ποδάρι, δράκου δύναμη
Ξέρει τα μονοπάτια και τα σούρματα
Ξέρει και τα λημέρια που λημέριαζα
Ξέρει τις κρύες βρύσες πώπινα νερό
Ξέρει τα μοναστήρια πώπαιρνα ψωμί
Και ξέρει και τις τρύπες που κρυβόμουνα.

Αυτού μπροστά που πάτε στο Καλό Χωριό
Έχει όμορφα κορίτσια και γλυκά κρασιά
Τήρα μη σας μεθύσουν και σας πιάσουν
Και στον κατή σας πάνε, σας κρεμάσουνε.

Του γέρου την ορμήνεια την ξεχάσανε
Επήγαν και μεθύσαν και τους πιάσανε.
Σαν τα’ άκουσε κι ο γέρος χαμογέλασε
Κουμπούρια ξεκρεμάει κι’ αρματώνεται.

Στο δρόμο που πηγαίνει βρίσκει τον πασά:
Ώρα καλή πασά μου και Τουρκοκριτή
Να βγάλει τα παιδιά μου απ’ τη φυλακή ….. 






   Στα μέρη λοιπόν της Λεβάδειας, βρέθηκα ένα Σαββατοκύριακο καλεσμένος από τον καλό μου φίλο Τάσο Μπαλόκα και την ωραία παρέα του που κυνηγάνε γουρούνια. Από πέρυσι που το κουβεντιάζαμε, πηγαίναμε από αναβολή σε αναβολή. Ευτυχώς, οι καιροί στάθηκαν ευνοϊκοί για μένα και βρέθηκα στον καταπληκτικό κυνηγότοπό τους. «Θα ανέβεις από την πυρασφάλεια και θα μας συναντήσεις μπροστά σου», ήταν τα λόγια για την εύκολη πρόσβασή μου. Εγώ όμως, πέρασα την πυρασφάλεια, και έφτασα πίσω από τον κυνηγότοπο, στην Παναγία την Λυκουριώτισσα. Γέλασα με το πάθημα μου και έκανα ακόμα ένα κύκλο στο βουνό μέχρι να συναντήσω πρόσωπα γελαστά, χαρούμενα και ευγενικά…. και με τον μπάρμπα Γιώργη, τον γηραιότερο, να εκθέτει την πολύπειρη γνώμη του, καταστρώθηκε το σχέδιο της παγάνας. Μου έκανε εντύπωση που στην ερώτησή μου: «ποιος είναι ο αρχηγός;», απάντησαν σχεδόν όλοι με ένα στόμα: «κανείς μας».


   Οι πυρασφάλειες σχίζουν το βουνό με μεγάλες ανωφέρειες και κατωφέρειες και σου δίνουν μία καταπληκτική ορατότητα ολόκληρου σχεδόν του κυνηγότοπου, και σε όποιο σημείο και να καθίσεις, έχεις μπροστά σου τα πρανή του υψώματος και μπορείς να διακρίνεις εύκολα σχεδόν κάθε κίνηση. Απέναντι στα αντικριστά πλάγια η πόλη της Λεβάδειας εντυπωσιάζει με την κορμοστασιά της. «Τυχεροί είστε, έχετε όμορφο και μαλακό τόπο, εμείς στην Αρκαδία, ματώνουμε στα πουρναρίσια πλάγια», σκέφτηκα γρήγορα, σκαρφαλωμένος κι εγώ πάνω από τη Βοσκοπούλα και το Λυκούρεσι.  
Μέχρι να φτάσω στην καλή παρέα, τα γουρούνια είχαν κλειστεί, είχαν ασφαλιστεί και η παγάνα, σχεδόν με την άφιξη μου ξεκίνησε. Στάθηκα ψηλότερα, κοντά στις κεραίες για να ακούω τα σκυλιά στον αγώνα τους και να βλέπω τους παγανιέρηδες στην αγωνία τους. Η καλή προετοιμασία με τις ιχνηλασίες και τα κοψίματα απέδωσε γρήγορα καρπούς, αφού τα σκυλιά άρχισαν το κλαφουνητό στον φρέσκο ντορό και γρήγορα ακούστηκαν να βαράνε στάμπα.


   Τα καρτέρια, αθόρυβα σαν σκιές, περίμεναν υπομονετικά και άκαπνα. Τα σκυλιά όλο και πλησίαζαν προς αυτά και τα άκουγαν κάθε στιγμή που περνούσε και καθαρότερα. Η αγωνία στην κορύφωσή της, μονάχα ο παγανιέρης ακουγόταν που είχε γυρίσει πίσω στα ψηλότερα σημεία για να μπορεί να κατευθύνει με άνεση και ακρίβεια. Ακούστηκε η πρώτη ξερή ντουφεκιά και λίγο μετά και η δεύτερη – από διαφορετικά σημεία και οι δυό, και σκιάστηκε ο τόπος από τους κρότους. Η φωνή μονάχα του παγανιέρη: «πάμε να φέρουμε τα γουρούνια πάνω στο δρόμο», έλυσε τη σιωπή στα καρτέρια και ακούστηκαν χαρούμενες φωνές.


   Δεν είχε πάει ακόμα μεσημέρι και η ομάδα κατέβαινε για να πιάσει τον κεντρικό δρόμο για την επιστροφή. Το κυνήγι γι’ αυτήν πήγε καλά, και ακόμα καλύτερα η συνέχεια σε ταβέρνα που το κρασί έρεε άφθονο. Για την παρέα της Λεβάδειας, το κυνήγι είναι η αφορμή, όχι ο σκοπός. Ότι χαρακτηρίζει ένα σωστό κυνηγό, το είδα, το έζησα, σε ανθρώπους απλούς και χαμογελαστούς, πρόσχαρους και ευγενικούς.  







Τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς…

====================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012.

====================

1/ 
Πηγή για το τραγούδι «σαράντα παλικάρια»