Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Οι κυνηγοί που «έφυγαν» …


Ο σοφός λαός, από αρχαιοτάτων χρόνων έδωσε δικαιώματα και στους νεκρούς του ανθρώπους, διασφαλίζοντας με άγραφους ή γραπτούς Νόμους τις επιθυμίες αυτών για την μετά θάνατο ζωή τους.

    Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι διαθήκες, και οι εν γένει επιθυμίες τους για όσα εν ζωή κατείχαν, διανέμονταν ανάλογα με τα θέλω τους. Αλλά πέραν των υλικών αγαθών που άφηναν συνηθέστερα στους οικείους τους, άφηναν εν αγνοία τους και άυλα πράγματα, ιδέες, αξίες ζωής, πνευματικές κληρονομιές – και πολλά άλλα πράγματα που δεν είχαν καν σκεφτεί οι ίδιοι όσο ζούσαν.

    Εμείς θυμόμαστε, ή αναφερόμαστε σε έναν νεκρό, χωρίς να διακρίνουμε τον χρόνο που μας άφησε, και που μπορεί να είναι μία ημέρα, ένας μήνας, ένας αιώνας, ή ακόμα και χιλιάδες χρόνια. Όσοι πέρασαν από τη ζωή και άφησαν το στίγμα τους, μικρό ή μεγάλο – δεν έχει και τόση σημασία το μέγεθος, έγιναν αθάνατοι. Όπως καλή ώρα οι δικοί μας άνθρωποι που έρχονται στο νου μας όταν η οικογένεια συγκεντρώνεται σε ένα μεγάλο τραπέζι – και παρατηρείται τότε, να εξιστορούμε περιστατικά δικά τους, και το δάκρυ να ανακατώνεται  με το γέλιο, η θύμηση με τη γλυκύτητα της αγαπημένης μορφής, και ρέει ο οίνος ανακατωμένος με λόγια της τάβλας, και άθελά μας, μετέχουμε ενός μυστηρίου, παλιού, όσο και η ίδια η ζωή.

    Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, στάθηκε ο θάνατος ενός νέου θηροφύλακα, του Γιώργου Τρίχα. Ενός κυνηγού - διότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι θηροφύλακες, είναι πρώτα κυνηγοί. Πολλοί είναι οι κυνηγοί που «έφυγαν» νωρίς, άλλοι χτυπημένοι από ανίατες αρρώστιες, άλλοι λόγω γήρατος, μερικοί εντελώς ξαφνικά (από μία ανακοπή ίσως), λιγότεροι ίσως από κυνηγετικά ατυχήματα, και ίσως ακόμα λιγότεροι, την ώρα που κυνηγούσαν στο βουνό.

    Οι ξαφνικοί θάνατοι, για τους στενούς συγγενείς είναι πόνος δυσβάστακτος, αναπάντητα γιατί βαραίνουν τις σκέψεις τους. Ο πόνος βέβαια αφορά κάθε απώλεια αγαπημένου προσώπου. Αλλά να, αν ταλαιπωρείται από ασθένειες ο οικείος μας, δίχως να το θέλουμε, περιμένουμε τα «χειρότερα», που αν έλθουν, σκεφτόμαστε μέσα στον καημό μας: «τουλάχιστον ησύχασε»…

     Όμως, μην πάει ο νους σου φίλε αναγνώστη ότι τούτο το άρθρο είναι πεσιμιστικό. Όχι, κάθε άλλο. Διότι εσύ, εγώ, όλοι μας, ίσως να φοβόμαστε το θάνατο, αλλά κακώς αν το κάνουμε. Ο θάνατος είναι η φυσική συνέχεια πάνω στη φύση. Και συμβαίνει σε όλα τα έμψυχα είδη, συμβαίνει ακόμα και στο πεσμένο φύλλο του Νοέμβριου. Ακόμα και στον πάγο που θρυμματίζεται την Άνοιξη και γιομίζει το ρέμα με νεράκι φρέσκο.  Πόσο μάλλον σε όλους εμάς τα έλλογα όντα.

    «Κυνηγός χάθηκε από τους φίλους του στο βουνό και έπειτα από ώρες βρέθηκε νεκρός στο καρτέρι». Αυτή η είδηση ακούγεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια μιας κυνηγετικής περιόδου. Σκέφτομαι τη στιγμή…… είσαι στο καρτέρι, νιώθεις ένα πόνο ίσως αστραπιαίο, και μετά τίποτα. Κυνηγάς, βιώνεις με πάθος την αγάπη σου για το βουνό, ακούς το σκυλί σου να κλαφουνάει, η αδρεναλίνη είναι στα ύψη, η χαρά επίσης αμέτρητη – και έρχεται μια στιγμή, και αυτά που συμβαίνουν μπροστά σου, δεν τα αντιλαμβάνεσαι πλέον, περνάς το ποτάμι παρέα με τον βαρκάρη τον πολύπειρο, απέναντι, στην αιώνια όχθη.

    Ειλικρινά, μακαρίζω όσους κυνηγούς φεύγουν με τέτοιο τρόπο. Κυριολεκτικά όρθιοι και υγιείς – και τυχεροί που δεν βιώνουν δοκιμασίες επίπονες από αρρώστιες. Όντες μακάριοι, αφού γεύονται μέχρι τελευταίας στιγμής όσα αγάπησαν. Και πιστεύω ότι πολλοί από εμάς, έστω και μια φορά στη ζωή μας, θα έχουμε σκεφτεί ότι ένα τέτοιο «πέρασμα» θέλουμε.

    Η ζωή είναι τόσο όμορφη και συναρπαστική στην κάθε στιγμή της, που δεν πρέπει να αφήνουμε χώρο για «μαύρες σκέψεις». Και όταν μιλάμε για θάνατο, κατά νου να έχουμε τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα, την αγάπη, την δημιουργία. Τη ζωή τη ζούμε, την αναπνέουμε, την αισθανόμαστε. Τον θάνατο (κατά Επίκουρο), δεν τον συναντάμε ποτέ, όταν αυτός φτάνει, εμείς είμαστε ήδη αλλού. Ορίστε! Πως ζει και ο Επίκουρος έπειτα από χιλιάδες χρόνια, και τον ανακατεύουμε στο λόγο μας.

    Όταν φτάσει και η δική μου ώρα για το «συναρπαστικό ταξίδι», θέλω να το αρχίσω, καθισμένος οκλαδόν δίπλα σε μια μικρή βρυσούλα στο βουνό. Και εκεί που θα αγναντεύω τον ξάστερο ορίζοντα, να με πάρει ο αέρας και να με πάει «αλλού»…

======================

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012.