Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Στους ήχους της σιωπής …

12/12/2012 σήμερα! Φεύ! ο κόσμος δεν καταστράφηκε, ο αρμαγεδώνας δεν εφάνη όπως όριζαν τάχα μου τα ημερολόγια των Μάγιας, άλλη μία όμορφη ημέρα ξημερώνει, κι εμείς είμαστε εδώ, στη μαγική γωνιά του Σύμπαντος και ζούμε την καθημερινότητά μας.

     Το κεφάλι ψηλά κρατούμε και προχωράμε τον δρόμο της ζωής μας. Αγνοώντας, αδιαφορώντας για τα ψεύτικα που υπάρχουν γύρω μας. «Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;», έλεγε προ χρόνων ένας σοφός Δάσκαλος. Τα μόνα στέρεα πράγματα βρίσκονται εκεί έξω, στη Φύση.

     Η χειμωνιάτικη Φύση, δύσκολη για τον περισσότερο κόσμο που κάθεται στο σπίτι φοβισμένος από τις ριπές της τρομολαγνείας της ενημέρωσης, έχει τις δικές της παραξενιές, συνήθειες ξεχωριστές. Που θέλουν αλήθεια προσοχή, σεβασμό, γνώση. Η γνώση όμως για τη Φύση δεν αποκτάται με τα βιβλία, το διάβασμα, ή ακόμα και με τα παραμύθια γι’ αυτήν. Με το βίωμα μαθαίνεται, σιγά- σιγά, με την εμπειρία, όταν ζείς σε αυτήν, όταν περνάς αρκετό από τον χρόνο σου, τον «πολύτιμο», όταν η περιέργεια σου για το κάθε τι που συναντάς σ’ αυτήν, σε κάνει και κοντοστέκεσαι, αναρωτιέσαι, απορείς, αγγίζεις, μυρίζεις, νιώθεις.

     Το κυνήγι, δεν είναι αυτοσκοπός, είναι η αφορμή, να βρεθούμε στη καρδιά της Φύσης, στα σπλάχνα της αληθινής ζωής. Δεν κυνηγάμε για βραβεία, ούτε για ματαιοδοξία, ούτε κορδωνόμαστε στην εύκολη ή δύσκολη κάρπωση. Το κυνήγι υπάρχει μέσα μας, και το εξασκούμε επειδή το ορίζει η φύση μας. Και κυνήγι (συμπαθάτε με αν έχετε διαφορετική άποψη), είναι να θηρεύσουμε ένα λαγό, ένα αγριογούρουνο, να τα βάλουμε στο σακούλι μας ή στο αυτοκίνητό μας και να πάμε στο σπίτι μας. Μπορεί η σχετική νομοθεσία να επιτρέπει λόγω υπερπληθυσμών συγκεκριμένους αριθμούς κάρπωσης – αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εμείς σώνει και καλά θα πρέπει να επιστρέψουμε με όσα αναφέρει η νομοθεσία. Μπορούμε να είμαστε ευτυχείς και με το ένα, και με το κανένα, γιατί όχι;

     Οι παλιοί θηρευτές αυτό έκαναν, κυνηγούσαν ένα λαγό και επέστρεφαν. Δεν είχαν ανάγκη τους νόμους, καθόριζαν οι ίδιοι το συμφέρον της Φύσης, επειδή ήσαν οι άνθρωποί της και γνώριζαν τις λειτουργίες της, τα χούγια της. Μπορούμε να συμπεριφερθούμε κι εμείς σαν εκείνους τους παλιούς σοφούς ανθρώπους, γιατί η Φύση δεν σου δίνει μόνο το θήραμα, σου δίνει πολλά περισσότερα, σου φρεσκάρει το μυαλό με τον καθαρό της αέρα, σου λιώνει τις τοξίνες από το σώμα, σου διδάσκει απλότητα.

     Εμείς, άνθρωποι του καιρού μας, και θύματα κατ’ επέκταση ενός κόσμου καταναλωτικού, υποκύψαμε στα «θέλω» του μάρκετινγκ και της πλύσης εγκεφάλου και φτάνουμε στους κυνηγότοπους πολλές φορές, αλαφιασμένοι, αγχωμένοι για τον κάπρο, λες και αν δεν τον θηρεύσουμε, κάτι κακό θα γίνει. Επηρεασμένοι βαθύτατα από την νοοτροπία του νικητή, θεωρούμε την μη κάρπωση αβάστακτη ήττα. Αλλά ξεστρατίσαμε κι άλλο, αφού μας κόφτει αν γεμίσουμε το όπλο μας με το τάδε ή το δείνα φυσίγγι, αν τα  αρβύλια μας είναι της εταιρείας αυτής ή της άλλης, αν το σακίδιο μας, ή ο εξοπλισμός μας γενικώς, έχει τις προδιαγραφές που ορίζουν οι «ειδικοί».

     Όμορφα είναι όλα αυτά τα αξεσουάρ, αλλά όχι απαραίτητα. Τον κυνηγό τον φτιάχνει το κυνήγι και ο σεβασμός που τον διακατέχει για την Φύση. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς για κατανάλωση και για να βρισκόμαστε σε κουβέντες. Γέμισε το κυνήγι με εμπόρους – από την «σπουδαία ρεζέρβα» μέχρι και τον ταπεινό σουγιά που κουβαλάμε μαζί μας. Και δεν λέω, και το εμπόριο χρειάζεται για να κινηθεί η οικονομία μας, για να ζήσουν οικογένειες. Όμως, η πέτρα δεν πολυνοιάζεται με τι άρβυλο θα την πατήσεις. Την ανθρώπινη περπατησιά θέλει να νιώσει, και ας είναι και από πέλμα γυμνό.

     Εκεί στο βουνό προχθές το Σάββατο, έβρεχε κι έκανε κρύο. Ο κυνηγότοπος όμως δεν καταλαβαίνει από καιρούς, και μας ήθελε κοντά του. Τον γεμίσαμε με την ανάσα μας και με τα βρεγμένα πρόσωπα μας. Πιάσαμε τις θέσεις μας, καλυμμένοι όσοι μπορούσαμε από την αντάρα της Φύσης, και ακούγαμε τα σκυλιά μας να φωνάζουν στον κάπρο. Μήπως και τα σκυλιά καταλαβαίνουν από καιρούς; Μα μήπως καταλαβαίνουμε κι εμείς;

     Εκεί στο καρτέρι, η Φύση μοσχοβολούσε και μύριζε ήχους της σιωπής, που τόσο πολύβουοι και αφανέρωτοι είναι …    

===================== 

Δημοσιεύθηκε στο «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 12/12/2012 …