Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Στον Κόλπο της Ελευθερίας …

Παρασκευή απόγευμα, κατά τις 6.30. Μόλις είχαμε φτάσει στον Σχινιά για το μπάνιο της ημέρας. Ο καιρός ήταν βροχερός.

Η Λενιώ, η Αναστασία και ο Γκουρού, έπιασαν πρώτο τραπέζι στο άδειο ούτως ή άλλως παραλιακό καφέ του Ναυτικού Ομίλου. Αφού βολεύτηκαν καλά, έπιασαν να μιλάνε για την βροχή. Τους άφησα και πήγα να βουτήξω.

Η θάλασσα είναι σαν το κρασί, με θερμοκρασία δωματίου. Όπως την περιμένει κανείς στον καιρό της. Ούτε κρύα ούτε ζεστή, δροσερή, κι ας είχε πέσει πολύ η θερμοκρασία, κι ας είχε ανοίξει ο ουρανός με την καλή του την βροχή.

Καθώς έμπαινα, κοίταξα δεξιά κι αριστερά, ψυχή δεν κολυμπούσε όσο πήγαινε η ματιά μου. Ά να χαθείτε χαμένοι, σκέφτηκα, μόνο τον Αύγουστο θέλετε την θάλασσα για να λιώνετε στο λάδι και στην κρέμα! Και ανοίχθηκα. Η βροχή όπως έπεφτε είχε δύναμη. Η μαλακωσιά του γλυκού νερού ζέσταινε θαρρούσα το γυμνό κεφάλι. Πήρα κατεύθυνση ανατολική, κόντρα στα 2 μποφόρια. Αντίκρυ μου έβλεπα το γυμνό ύψωμα να σβήνει στην θάλασσα και να ορίζει τον κόλπο του Σχινιά. Από το σημείο εκείνο μέχρι κι εμένα περίπου, στα παλιά εκείνα χρόνια, η θάλασσα είχε γεμίσει αίμα και πόνο.

Στην εποχή του Μαραθώνα, της μεγαλύτερης εκείνης νίκης του Δυτικού Πολιτισμού απέναντι στον βάρβαρο εισβολέα εξ ανατολών, στον πλούσιο Πέρση, όλος αυτός ο κόλπος δεν έγινε μόνο ο υγρός τάφος για χιλιάδες πολεμιστές, αλλά έγινε και η αφετηρία για να βρει η Δύση τον δρόμο της (έτσι νομίζει).

Το κολύμπι στον Σχινιά, αν καταφέρεις και αδειάσεις το μυαλό σου από τα περιττά, από ανούσιες σκέψεις και λοιπούς εγκλωβισμούς, αν αποτινάξεις την διαμόρφωσή σου και τους φόβους που δημιούργησαν οι εξουσίες (πολιτικές, θρησκευτικές, κλπ.), τότε, ίσως άθελά σου να καταφέρεις να δείς δίπλα σου – εκεί που κολυμπάς, την μεγάλη μάχη. Να ακούσεις τις κραυγές και τους αλαλαγμούς, να δείς τον αγρότη Εχετλαίο να ξερνά την φωτιά του και να σπείρει τον πανικό στον εχθρό, να αντικρίσεις το στρατηγικό σχέδιο του Μιλτιάδη, και αν είσαι πολύ τυχερός μπορεί να σταθείς δίπλα στον Σωκράτη με το σπαθί του ανά χείρας. Μπορεί ο Σωκράτης να ήταν ο μέγιστος των φιλοσόφων αλλά ήταν και μέγας πολεμιστής όπου η πατρίδα τον χρειάστηκε.

Στους δύσκολους καιρούς του χειμώνα και στα πρωινά του καλοκαιριού, ο Σχινιάς είναι πάντοτε άδειος. Σιωπηλός, αφουγκράζεται την παλιά δόξα δίχως να την αναπολεί. Χαμένος χρόνος η επιστροφή στο παρελθόν είναι, και ο κόλπος της ελευθερίας το ξέρει καλά. Αλλά στα σωθικά του έχει αποθηκεύσει όλον αυτόν τον πλούτο της ιστορίας και της ανθρώπινης πορείας.

Άπειρα τα μπάνια στον Σχινιά χειμώνα και καλοκαίρι. Και κάθε φορά είναι σαν η πρώτη, να κολυμπάς και να έχεις μπροστά σου καράβια τσακισμένα, χέρια κομμένα, κεφάλια έξω από το σώμα, ώμους διαλυμένους από την κατεβασιά του σπαθιού, κλάμα και οδυρμό.

Αυτός είναι ο δικός μου Σχινιάς, η εδραίωση της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Μονάχα που εμείς δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνουν οι έννοιες αυτές. Και προσπαθούμε – ο καθένας από την μεριά του να τις ερμηνεύσουμε. Αντί να διαβάσουμε τον Σωκράτη, πάμε σε άλλους που τον ερμηνεύουν. Έτσι έγινε και με τον Λόγο του Χριστού, που τον αλλοίωσαν οι εκάστοτε ερμηνευτές.

Αφελώς, πιστεύουμε εμείς οι σύγχρονοι κάτοικοι της ιερής γης ότι έχουμε προοδεύσει, πως είμαστε μπροστά, έχουμε γνώσεις και επιστήμη, πολιτισμό και δημοκρατικά πολιτεύματα. Οποία πλάνη η άποψη να νομίζεις ότι γνωρίζεις. Και μας έκανε η πλάνη αυτή να αφήσουμε κυριολεκτικά την πορεία μας σε τρίτους.


Βγαίνοντας στα ρηχά νερά, ένας γλάρος προσγειώθηκε απέναντί μου. Με κοίταξε και τον κοίταξα. Τα χέρια μου ήσαν γυμνά, δεν είχα τίποτα να του δώσω. Σηκώθηκε αργά, ακολούθησε τη φύση του, το κυνήγι … 

=================

Δημοσιεύθηκε στο "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014