Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Πρωινή σιωπή ...

Σάββατο, παραμονή εκλογών. Σηκώθηκα πρωί, πολύ πριν φέξει ο ήλιος. Ήπια το καφεδάκι μου στην πρωινή δροσιά του μπαλκονιού, χάθηκα στους ήχους τους μοναδικούς, άδειασα το μυαλό μου.

Κατά τις 5.30 πέρασε ο αρχηγός της ομάδας μας, μπήκα στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε για το βουνό. Αυτός στην κτηνοτροφική μονάδα του, που λίγο πριν του Αγίου Κωνσταντίνου την μετέφερε από την γλυκύτητα του κάμπου, πάνω στα ψηλά ισιώματα για το παχύ χορτάρι. Κι εγώ, για να πάρω τα παλιά μονοπάτια να περπατήσω στην τύχη.

Χωρίσαμε, Κοντοστάθηκα λίγο πιο κάτω στο αλώνι. Έφτιαξα το σακίδιο μου καλά στην πλάτη, και με το ραβδί μου ανηφόρισα για το διάσελο. Το ίδιο δρομολόγιο, αλλά με πίεση από το κυνηγητό των γουρουνιών, το έχω κάνει πολλές φορές. Τώρα δεν υπήρχε βιάση, το όπλο μου ήταν το απλό ραβδί, δώρο ενός καλού φίλου κτηνοτρόφου από την πέρα μεριά το ποτάμι.

Στο διάσελο, πάτησα στο τρίστρατο. Σταμάτησα, μύρισα το θυμάρι δίπλα μου, κι έπιασα για την ανατολή. Το μονοπάτι χαραγμένο στα πρανή του βουνού, απάγκιαζε από τα κέφια του βοριά. Κατηφορικό, σκληρό από την πέτρα, έγλυφε τις χαρακιές της πλαγιάς και πήγαινε για την μικρή κοιλάδα. Στο πρώτο νερό της πορείας μου σταμάτησα. Ας έκανα κι αλλιώς! Αφού οι πηγές με κυνηγάνε και τις κυνηγάω.

Δεν είχα κουρασθεί, αλλά απόθεσα το σακίδιο και έσκυψα να δροσιστώ. Κάθισα καταγής, αλλά δεν βολευόμουν. Και ξάπλωσα ανάσκελα. Ο ήλιος είχε φανεί αλλά ήτανε φιλικός. Δεν με ενοχλούσε. Χωρίς να το θέλω αποκοιμήθηκα. Περισσότερο από μισή ώρα. Σαν ξύπνησα ανάλαφρος, μια σκιά σαν να είδα να χάνεται στα δεξιά μου, πίσω από ένα πουρνάρι. Δεν νοιάστηκα.

Συνέχισα την πορεία μου στα ανατολικά. Έπιασα τη ρεματιά από την αρχή της, ήξερα που πήγαινα. Τα χορτάρια όμως δεν ευκόλυναν τον δρόμο μου, είχαν μεγαλώσει κι έκλειναν κάθε σπιθαμή γης. Πότε με τα χέρια, πότε με το ραβδί, άνοιγα δρόμο, και πήγαινα, αργά. Δεν με άφηναν και οι μυρωδιές να προχωρήσω γρηγορότερα. Με κύκλωναν από παντού, με αιχμαλώτιζαν και με υπνώτιζαν.

Έπειτα από ώρα προσπάθειας δύσκολης, έφτασα πάλι στο νερό. Εδώ όμως είχαν θεριέψει τα χορτάρια, μικροί βάλτοι σχηματίζονταν, τα φίδια έκαναν βόλτες αμέριμνα. Μερικά, ούτε που συγκινήθηκαν σαν με είδαν. Αδιάφορα. Μάλλον δυσφορούσαν που χαλούσα την πρωινή τους σχόλη. Δεν αλλάξαμε κουβέντες, δεν ήθελαν μάλλον - και δεν είχα διάθεση για πολλά – πολλά, τόση ώρα είχα συνηθίσει στη μοναξιά της σιωπής.

Το νερό αυτό είναι κλεισμένο, μπετά τόνοι το καλύπτουν και το οδηγούν στο δίκτυο για να πίνει νερό η Ζάτουνα. Μια βρυσούλα στην άκρη της τσιμεντοκρατίας, δεν έσταξε καθόλου, ούτε για να δροσιστώ. Τόσο αφιλόξενη πηγή πρώτη φορά συναντώ. Μα να έφταιγε αυτή άραγε ή οι αρχιτέκτονες του τσιμέντου; Δεν άφησα το μυαλό μου να χαθεί στα ανθρώπινα. Συνέχισα και βγήκα από την χαράδρα του νερού και πήρα το στέρεο μονοπάτι της πλαγιάς. Σε λίγο έφτασα στο γεφύρι του Βουρλάγκαδου.

Πήρα την άσφαλτο για την Δημητσάνα, μια δρασκελιά ήταν. Σαν έφτασα στην αρχή της όμορφης πόλης, πήρα ένα ταξί να γυρίσω πίσω.  Ο ήλιος άρχιζε να υψώνεται ανάμεσα από τις χαράδρες …

======================


Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 28 Μαΐου 2014.