Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Δελτίο ΚΟΜΑΘ - Μεγάλο φίδι σε σχολείο της Θεσσαλονίκης



Ένα φίδι (λαφιάτης) βρέθηκε μέσα σε μικρό πλαστικό φρεάτιο συστήματος άρδευσης στο χώρο στάθμευσης του 7ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης που βρίσκεται πίσω από τους Κήπους του Πασά κοντά στο νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος.

Πρόκειται για θηλυκό λαφιάτη μήκους περίπου δύο (2) μέτρων. Το φίδι το είχαν δει την Κυριακή κάτοικοι της περιοχής και ενημέρωσαν τη Δευτέρα το πρωί τη διευθύντρια του σχολείου (τη Δευτέρα δεν υπήρχαν μαθητές).


Στον Κόλπο της Ελευθερίας …

Παρασκευή απόγευμα, κατά τις 6.30. Μόλις είχαμε φτάσει στον Σχινιά για το μπάνιο της ημέρας. Ο καιρός ήταν βροχερός.

Η Λενιώ, η Αναστασία και ο Γκουρού, έπιασαν πρώτο τραπέζι στο άδειο ούτως ή άλλως παραλιακό καφέ του Ναυτικού Ομίλου. Αφού βολεύτηκαν καλά, έπιασαν να μιλάνε για την βροχή. Τους άφησα και πήγα να βουτήξω.

Η θάλασσα είναι σαν το κρασί, με θερμοκρασία δωματίου. Όπως την περιμένει κανείς στον καιρό της. Ούτε κρύα ούτε ζεστή, δροσερή, κι ας είχε πέσει πολύ η θερμοκρασία, κι ας είχε ανοίξει ο ουρανός με την καλή του την βροχή.

Καθώς έμπαινα, κοίταξα δεξιά κι αριστερά, ψυχή δεν κολυμπούσε όσο πήγαινε η ματιά μου. Ά να χαθείτε χαμένοι, σκέφτηκα, μόνο τον Αύγουστο θέλετε την θάλασσα για να λιώνετε στο λάδι και στην κρέμα! Και ανοίχθηκα. Η βροχή όπως έπεφτε είχε δύναμη. Η μαλακωσιά του γλυκού νερού ζέσταινε θαρρούσα το γυμνό κεφάλι. Πήρα κατεύθυνση ανατολική, κόντρα στα 2 μποφόρια. Αντίκρυ μου έβλεπα το γυμνό ύψωμα να σβήνει στην θάλασσα και να ορίζει τον κόλπο του Σχινιά. Από το σημείο εκείνο μέχρι κι εμένα περίπου, στα παλιά εκείνα χρόνια, η θάλασσα είχε γεμίσει αίμα και πόνο.

Στην εποχή του Μαραθώνα, της μεγαλύτερης εκείνης νίκης του Δυτικού Πολιτισμού απέναντι στον βάρβαρο εισβολέα εξ ανατολών, στον πλούσιο Πέρση, όλος αυτός ο κόλπος δεν έγινε μόνο ο υγρός τάφος για χιλιάδες πολεμιστές, αλλά έγινε και η αφετηρία για να βρει η Δύση τον δρόμο της (έτσι νομίζει).

Το κολύμπι στον Σχινιά, αν καταφέρεις και αδειάσεις το μυαλό σου από τα περιττά, από ανούσιες σκέψεις και λοιπούς εγκλωβισμούς, αν αποτινάξεις την διαμόρφωσή σου και τους φόβους που δημιούργησαν οι εξουσίες (πολιτικές, θρησκευτικές, κλπ.), τότε, ίσως άθελά σου να καταφέρεις να δείς δίπλα σου – εκεί που κολυμπάς, την μεγάλη μάχη. Να ακούσεις τις κραυγές και τους αλαλαγμούς, να δείς τον αγρότη Εχετλαίο να ξερνά την φωτιά του και να σπείρει τον πανικό στον εχθρό, να αντικρίσεις το στρατηγικό σχέδιο του Μιλτιάδη, και αν είσαι πολύ τυχερός μπορεί να σταθείς δίπλα στον Σωκράτη με το σπαθί του ανά χείρας. Μπορεί ο Σωκράτης να ήταν ο μέγιστος των φιλοσόφων αλλά ήταν και μέγας πολεμιστής όπου η πατρίδα τον χρειάστηκε.

Στους δύσκολους καιρούς του χειμώνα και στα πρωινά του καλοκαιριού, ο Σχινιάς είναι πάντοτε άδειος. Σιωπηλός, αφουγκράζεται την παλιά δόξα δίχως να την αναπολεί. Χαμένος χρόνος η επιστροφή στο παρελθόν είναι, και ο κόλπος της ελευθερίας το ξέρει καλά. Αλλά στα σωθικά του έχει αποθηκεύσει όλον αυτόν τον πλούτο της ιστορίας και της ανθρώπινης πορείας.

Άπειρα τα μπάνια στον Σχινιά χειμώνα και καλοκαίρι. Και κάθε φορά είναι σαν η πρώτη, να κολυμπάς και να έχεις μπροστά σου καράβια τσακισμένα, χέρια κομμένα, κεφάλια έξω από το σώμα, ώμους διαλυμένους από την κατεβασιά του σπαθιού, κλάμα και οδυρμό.

Αυτός είναι ο δικός μου Σχινιάς, η εδραίωση της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Μονάχα που εμείς δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνουν οι έννοιες αυτές. Και προσπαθούμε – ο καθένας από την μεριά του να τις ερμηνεύσουμε. Αντί να διαβάσουμε τον Σωκράτη, πάμε σε άλλους που τον ερμηνεύουν. Έτσι έγινε και με τον Λόγο του Χριστού, που τον αλλοίωσαν οι εκάστοτε ερμηνευτές.

Αφελώς, πιστεύουμε εμείς οι σύγχρονοι κάτοικοι της ιερής γης ότι έχουμε προοδεύσει, πως είμαστε μπροστά, έχουμε γνώσεις και επιστήμη, πολιτισμό και δημοκρατικά πολιτεύματα. Οποία πλάνη η άποψη να νομίζεις ότι γνωρίζεις. Και μας έκανε η πλάνη αυτή να αφήσουμε κυριολεκτικά την πορεία μας σε τρίτους.


Βγαίνοντας στα ρηχά νερά, ένας γλάρος προσγειώθηκε απέναντί μου. Με κοίταξε και τον κοίταξα. Τα χέρια μου ήσαν γυμνά, δεν είχα τίποτα να του δώσω. Σηκώθηκε αργά, ακολούθησε τη φύση του, το κυνήγι … 

=================

Δημοσιεύθηκε στο "Κυνήγι" του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014 

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ο Ζωολογικός μας κήπος ...

Υπάρχουν κινήματα στον κόσμο που τάσσονται υπέρ της απελευθέρωσης των ζώων από τους ζωολογικούς κήπους. Τα ζώα, ισχυρίζονται, γεννήθηκαν – όπως και ο άνθρωπος, για να ζουν ελεύθερα τη φύση τους. Συμφωνώ κι εγώ με τις θέσεις αυτές, απόλυτα.

Όταν αρχίζεις και επισκέπτεσαι τα κλουβιά με τα φυλακισμένα ζώα, παρατηρείς στην αρχή να έχουν κάποια νευρικότητα. Σε “μετράνε”, σε μυρίζουν, κάθονται επιφυλακτικά. Με δυσπιστία πλησιάζουν στην τροφή που τους πέταξες στο κλουβί τους. Αλλά αργά έστω, την πλησιάζουν, την μυρίζουν και την καταβροχθίζουν. Σε κοιτάνε ίσια στα μάτια, σε ψυχολογούν, περιμένουν ….., και ώ ναι! εσύ πετάς και δεύτερο κομμάτι κρέας, αρπάζει ο πίθηκος στον αέρα την μπανάνα σου.

Και εσύ χαίρεσαι. Γιατί πιστεύεις πως την ώρα εκείνη κάτι πολύ σπουδαίο κάνεις: “ταΐζεις άγρια φυλακισμένα ζώα”. Και η καλοσύνη πλημμυρίζει τις αισθήσεις σου. Χαρά εκδηλώνεται στο πρόσωπό σου,  αποκτά η στιγμή σου σκοπό ιερό. Και συνεχίζεις να μοιράζεις τροφές απλόχερα, και τα ζώα τα άγρια, αρχίζουν δειλά –δειλά να εκδηλώνονται, παίρνουν λιγότερες προφυλάξεις, ανοίγονται κι αυτά σε σένα. Η σχέση ανάμεσα σε σένα και στο ζώο αρχίζει να διαμορφώνεται.

Ο κυνηγός στη σχέση αυτή είναι το φυλακισμένο ζώο. Εσύ είσαι το θύμα. Εσύ του δίνεις τροφή, ενέργεια, ελπίδα, το αναζωογονείς. Πιστεύεις ότι του χαρίζεις. Το ζώο, ξέρει τις κινήσεις σου, διαβάζει την σκέψη σου, σε έχει δεδομένο τροφοδότη της πείνας του, σε ελέγχει απόλυτα. Εσύ όμως εξακολουθείς να πιστεύεις ότι στη σχέση αυτή έχεις το πάνω χέρι. Και το ζώο, σε αφήνει ελεύθερο στις σκέψεις σου.

Ουσιαστικά, οι ρόλοι είναι αντίστροφοι. Εσύ που στέκεσαι έξω από το κλουβί είσαι ο φυλακισμένος, γίνεσαι το πλήθος που ταΐζει υλικά και ψυχολογικά, δίνεις δύναμη με την στάση σου στο ζώο. Αυτό, είναι κλεισμένο σε εικονική φυλακή, και δουλεύει με τον συναισθηματικό σου κόσμο. Που στον διέρρηξε και τον άλωσε, και στον γέμισε με ενοχές και φόβους.

Το άγριο ζώο είναι ο πολιτικός, εσύ είσαι ο υπήκοος, είσαι το πλήθος, η μάζα, η κοινή γνώμη που “διαμορφώνει” τις εξελίξεις με την ανεπανάληπτη δύναμη της ψήφου. Αυτή η σχέση πολιτικού και υπηκόου, κόμματος και μέλους, μαύρου και άσπρου, καλού και κακού, χτίστηκε πάνω σε γερά θεμέλια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και είναι μια σχέση παραπλανητική, εντελώς ψεύτικη, έξω από κάθε λογική.

Το ζώο στο κλουβί, φοβάται. Περισσότερο όμως φοβάσαι εσύ που το πλησιάζεις για να το θρέψεις. Και το γνωρίζει καλά, γιατί τόσους αιώνες σε έχει σπουδάσει, έχει χύσει το αίμα σου σε πολέμους και σε συμφορές. Και έμαθε να σε παραπλανά, να σου λέει λόγια κούφια που εσύ τα ονομάζεις ωραία, σου έδωσε ιδεολογίες και σε περικύκλωσε από παντού. Σου είπε: “θα γίνεις καπιταλιστής, μαρξιστής, σοσιαλιστής, φιλελεύθερος, φασίστας”, σου έδωσε τον μπούσουλα για να πορευθείς. Γιατί εσύ αφέθηκες, παραχώρησες το δικαίωμά σου στο άγριο ζώο.

Πως μπορεί αλήθεια όλοι μας να θέλουμε σωτήρες για να μας σώσουν; Και από τι άραγε; Γι΄ αυτό, ας σπάσουμε τα κλουβιά με τα φυλακισμένα ζώα, ας πάψουμε να τα ταΐζουμε και να τους δίνουμε τον συναισθηματικό μας κόσμο. Ή θα χαθούν, θα εξαφανιστούν από προσώπου γης, ή θα γίνουν κι αυτά μέρος του πλήθους. Θα προσαρμοστούν στην πραγματικότητα.

Εμείς είμαστε το πλήθος, αλλά είμαστε και ο καθένας μας μόνος του. Και μπορούμε να κουμαντάρουμε τη ζωή μας καλά, πολύ καλύτερα από το να την αφήσουμε να την κουμαντάρουν άλλοι. Αλλά φοβόμαστε. Έτσι διαμορφωθήκαμε από την πρώτη στιγμή της ελευθερίας μας, από την γέννησή μας. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά για τον άνθρωπο, το τελειότερο και πληρέστερο δημιούργημα του Σύμπαντος.

Τώρα, στις επικείμενες εκλογές, γνωρίζουμε πολύ καλά τον τρόμο των πολιτικών. Την αγωνία τους για την ψήφο μας. Την ανάγκη τους για το χαμόγελό μας, ή για το σφίξιμο του χεριού μας. Μην τους κάνουμε την χάρη, δεν την αξίζουν. Ας ελευθερώσουμε τα κλουβιά τους για να αρχίσουν τα ζώα να μας φοβούνται. Ας γίνουμε εμείς οι κυνηγοί της ζωής μας …



========================
Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 30 Απριλίου 2014. 

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Αλητεία ...

Εκτός κυνηγετικής περιόδου, όπως τώρα καλή ώρα. Στον Γράμμο και στα μαγευτικά χωριά του.

Από τους μεγάλους έρωτες, η ομάδα είχε σπάσει στα δύο. Σε αυτή που θα έκανε την πεζοπορία και σε αυτήν που θα μαδούσε τις μαργαρίτες! Η δεύτερη θα μας περίμενε στον Βοϊδομάτη, κοντά στις πέστροφες.

Πήραμε το ψηλό μονοπάτι από την γέφυρα της Αρίστης και αρχίσαμε να κατεβαίναμε. Παράλληλο μονοπάτι κυλούσε στην ίδια πορεία και ήταν πάνω στην όχθη του ποταμού. Στα χαμηλότερα αυτό. Έπειτα από κάμποσο περπάτημα, φτάσαμε πριν από τις πέστροφες και ανταμώσαμε με την υπόλοιπη παρέα που έπαιζε «τα μήλα» στο πέτρινο γεφύρι.

Εποχούμενοι πλέον, φτάσαμε στην Κόνιτσα που κάναμε μία στάση γρήγορη, ίσα να πάρουμε στο χέρι ένα μπακλαβά. Φτάσαμε στον Σαραντάπορο και περάσαμε απέναντι, αρχίσαμε τις ανηφοριές για τα Μαστοροχώρια. Πρώτο χωριό η Πυρσόγιαννη και μετά η Βούρμπιανη. Στη Βούρμπιανη σταματήσαμε. Ο ναυπηγός της παρέας μας, ήταν από εδώ. Και έψαχνε (μαζί του κι εμείς) να βρει το σπίτι του το πατρογονικό. Δεν θυμόταν και μας πήγαινε εδώ κι εκεί. Γνωρίσαμε και την τελευταία πεζούλα της Βούρμπιανης αλλά το σπίτι του Βουρμπιανίτη δεν φανερώθηκε!

Φύγαμε για το Πληκάτι. Ερημιά, μόνο κάτι λιγοστοί γερόντοι. Στον καφενέ του χωριού πήραμε το δεκατιανό μας αφού είχαμε λυσσάξει και στην πείνα. Ότι είχε το κατάστημα, ελιές, φέτα, ψωμί, λαδάκι. Υπάρχει άραγε πλουσιότερο μενού;

Ένας κακοκτράχαλος δρόμος έφευγε από το Πληκάτι και ψευτοανηφόριζε για την Αετομηλίτσα και την Γράμμουστα. Από πάνω τους η λίμνη Γκιστόβα, μισή δική μας, μισή αλβανική. Όλη η ομορφιά του κόσμου εδώ στον Γράμμο. Αντικριστά ο Σμόλικας και δεξιότερα η Γκαμήλα, και μέσα από την Γράμμουστα να ξεπηδά ένα φτωχό ρέμα που στη συνέχεια γίνεται ο μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας, ο Αλιάκμονας! Για να δει κανείς το μεγαλείο του Αλιάκμονα, πρέπει να πάει στα Καμβούνια όρη, πάνω από την Δεσκάτη. Εκεί, από το ορειβατικό της καταφύγιο χάνεται η ματιά στο χάος και στη λίμνη που σχηματίζει ο ποταμός.

Κατηφορίσαμε από τον Γράμμο και διαβήκαμε στην απέναντι πλευρά του Σαραντόπορου και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, για την Αρίστη, τη βάση μας. Όλες αυτές τις ώρες της γυροβολιάς, τα ερωτευμένα πλάσματα αγωνιούσαν πότε θα βρεθούν πάλι πίσω, στη φωλιά τους. Εμείς της πεζοπορίας δεν αγωνιούσαμε!

Στην Αρίστη, στον καφενέ της κυρά Αλεξάνδρας (με τις μαγικές πίτες, γεια σου κυρά Ξάντα!) κουτσόπινε και ο αστυνόμος. Το ένα έφερε το άλλο και τα λίγα έγιναν πολλά. Φούσκωσε από κρασί ο αστυνόμος, δεν πηγαίναμε πίσω κι εμείς της πεζοπορίας, άιντε και τα τσουγκρίσματα, γκολ γίναμε! Τα ερωτευμένα ζεύγη είχαν γίνει γκολ από τις λαβωματιές των τόξων τους.

Σαν σηκωθήκαμε να φύγουμε να πάμε για τις σκηνές μας στην όχθη του Βοϊδομάτη λίγο παρά κάτω, αντέδρασε ο αστυνόμος. «Μεθυσμένοι είστε, δεν σας αφήνω να φύγετε» Άρχισαν οι τσακωμοί. Το μεθύσι στα λόγια ήταν ασυγκράτητο! Με τα πολλά, βρήκαμε την σωστή λύση. Τα ζεύγη του έρωτα θα κατηφόριζαν για τις σκηνές στην ακροποταμιά, κι εμείς της πεζοπορίας θα κοιμόμασταν στη φυλακή.

Μας έβαλε ο αστυνόμος στη σειρά κατά φάλαγγα και άνοιξε την σιδερένια πόρτα. «εδώ θα βολευτείτε μια χαρά». Ησυχάσαμε όλοι. Στης φυλακής τα σίδερα βασίλευσε απόλυτη σιωπή.

Σαν ξυπνήσαμε, πάλι κατά φάλαγγα, μας οδήγησε ο αστυνόμος στον καφενέ της κυρά Αλεξάνδρας για τον καφέ μας.  Είχε πιάσει μεσημέρι …


========================
Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 23 Απριλίου 2014.


Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Το Πέρασμα ...

“Θεοί εστέ”, είπε ο Χριστός απευθυνόμενος προς τους ανθρώπους που τον άκουγαν. Αλλά ποιος τον κατάλαβε;

Είπε και την μαγική φράση: “αγαπάτε αλλήλους”, και γκρέμισε με τον λόγο του την στυγερή και παρακμιακή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Γιατί τότε, στην εποχή του, πολύς πόνος και μεγάλη δυστυχία βασίλευαν στον κόσμο. Οι Ρωμαίοι στρατοκράτες είχαν χάσει κάθε μέτρο. Το παλιό είχε φθαρεί, το καινούριο ερχόταν. Και το έφερε ο Χριστός με τον Λόγο του.

Όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι στον κόσμο, με πρώτο τον υιό του Θεού, δεν άφησαν γραπτά κείμενα, ο Λόγος τους ήταν προφορικός. Και πήραν τον Λόγο τους οι ερμηνευτές τους και τον αλλοίωσαν

Ο Χριστός μίλησε για αγάπη, είπε πρώτος την επαναστατική αυτή λέξη και της έδωσε νόημα. Αλλά δεν ακούστηκε, ο κόσμος κυλιέται ακόμα σε βαθύ μίσος. Μίλησε για την Βασιλεία των Ουρανών, αλλά η εκκλησία μίλησε για κόλαση και για τρόμο. Τον άνθρωπο τον φόβισε αντί να τον κερδίσει. Και φαντάστηκε μια κόλαση πύρινη, γεμάτη πόνο και αγωνία, ένα συνεχές μαρτύριο.

Δηλαδή, ο άνθρωπος, ενώ γεννιέται ελεύθερος, διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο από τις “παραδόσεις” – από το σπίτι του, από το σχολείο, από την κοινωνία, από την πολιτική, που δεν τον αφήνουν να ανασάνει. Τον μπολιάζουν με φόβους, του δημιουργούν ενοχές, τον κάνουν απόλυτα ελεγχόμενο. Μαζί με αυτόν, και περισσότερο φοβισμένοι, είναι οι διαμορφωτές του.

Ο άνθρωπος, είναι δημιούργημα του Θεού. Και ο Θεός, έφτιαξε τον άνθρωπο – όπως και όλα τα δημιουργήματά του για να στέκονται αιώνια. Ποιος δημιουργός θα κατασκεύαζε ένα έργο του για να το καταστρέψει; Ακόμα κι εμείς, φτιάχνουμε μια κατασκευή και την θέλουμε στέρεη, να κρατήσει στον αδηφάγο χρόνο.

Ο Χριστός, γεννήθηκε για εμάς, προδόθηκε, προπηλακίστηκε, βασανίστηκε, σταυρώθηκε. Και αναστήθηκε. Στη σύντομη ζωή του, στο πέρασμά του από τα ανθρώπινα, μας αγάπησε, μας δίδαξε, μας είπε λόγια πρωτόγνωρα. Αλλά δεν τον καταλάβαμε, δεν νιώσαμε τον επαναστατικό του Λόγο, δεν τον ακούσαμε καν.

Ο κάθε ένας τον ερμήνευε όπως ήθελε, δημιουργήθηκε η θρησκεία που φέρει το όνομά του, έγιναν οι αιρέσεις, έσπασε ο Λόγος του σε κομμάτια. Ορθόδοξοι, Καθολικοί, μετά οι Κόπτες, οι Ουνίτες, οι Άρειοι, Χιλιαστές, και τόσοι ακόμα. Εκείνος μίλησε με απλότητα, και οι διδάσκοντες τον Λόγο του ντύθηκαν στα χρυσά και στα πλουμιστά. Εκείνος κυνήγησε τους εμπόρους από τον Ναό και είπε θα τον γκρεμίσει για να τον κτίσει πάλι σε τρείς ημέρες, αλλά εμείς τους Ναούς μας στο όνομά του ακόμα δεν τους κτίσαμε. Και τους εμπόρους δεν τους διώξαμε.

Ο Λόγος του Χριστού είναι πάντα επίκαιρος. Κι ας έχουν περάσει 2000 χρόνια από τον ερχομό του. Και τον έχουμε ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Γιατί και σήμερα η στυγνή αυτοκρατορία που κυβερνά τον κόσμο, τον έχει στην πείνα, στην φτώχεια, στην βία. Σε ολόκληρο τον πλανήτη βασιλεύει η σκληρότητα. Και αυτή είναι ανθρώπινο δημιούργημα, έξω από τη Φύση και από κάθε Νόμο της.

Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας μέχρι να φτάσουμε εκεί που θέλει να μας τοποθετήσει ο Δημιουργός μας. Και έχουμε τον χρόνο να ανοίξουμε την καρδιά μας και να καταλάβουμε τον Λόγο του, να νιώσουμε την αγάπη του.


Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση.

========================
 

Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Μεγάλη Τετάρτη 16 Απριλίου 2014. 

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Το αγριογουρουνόψαρο ...

Στην περιοχή της Κορινθίας, αγναντεύοντας τον κόλπο που την είχε μουσκέψει μέχρι το μεδούλι ο καιρός, δεν υπήρχε καν αέρας, υγρασία εισέπνεες και ιώδιο, και ένιωθες στο πετσί σου τον νότιο καιρό που είχε αγκυροβολήσει στο αρχαίο λιμάνι του Λέχαιου.

Στα παλιά καλά χρόνια που η Κόρινθος ήταν σπουδαία εμπορική πόλη, τα καράβια με τις πραμάτειες του κόσμου έδεναν στο Λέχαιο. Από εκεί ξεκινούσε η κεντρική λεωφόρος που οδηγούσε πάνω στην πόλη που κατείχε δεσπόζουσα θέση στον χώρο. Πάνω από την πόλη βρίσκονταν οι πηγές της και λίγο ακόμα ψηλότερα το κάστρο της, η Ακροκόρινθος που ξέρουμε.

Εκεί ψηλά στο βράχο της που κάθονταν οι βιγλάτορες και έδιναν ραπόρτο στη διοίκηση στα χαμηλότερα, υπήρχαν καλλιέργειες, νερό άφθονο, ζωή που άκμαζε. Εκεί ψηλά καθόμασταν και χανόταν η ματιά προς τα βορειοδυτικά, όσο υπήρχε θάλασσα να σε ταξιδέψει. Μπορεί ο καιρός να ήταν θολός και να μην είχαμε τις ξάστερες εικόνες του βοριά, είχαμε όμως εκπαιδεύσει το μυαλό μας να κοιτάζει και πέρα από τις εικόνες.

Εκεί, στου κορινθιακού τον χώρο απλώνονται και λίγα ιχθυοτροφεία, σαν μικρά νησάκια για αραξοβόλι. Και κοντά τους ένα νησάκι, έρημο σχεδόν από ανθρώπους. Αλλά με την χλωρίδα και την πανίδα του να ανθούν και να προκόβουν. Ανάμεσα στα καλά του θεού στολίδια, βόσκουν αμέριμνα, ήσυχα, σχεδόν ευτυχισμένα και αρκετά γουρούνια. Από αυτά που ονομάζουμε «ελεύθερης βοσκής» και που το κρέας τους είναι ζηλευτό για την ποιότητά του και την γεύση του. «Να αγοράσουμε ένα τέτοιο γουρούνι. Μέχρι να έλθει το ρυμουλκό να μας πάρει θα περάσουν κάμποσες ώρες».

Έφτασε κάποια στιγμή και το ρυμουλκό, έδεσε το καΐκι τους που έμεινε από βλάβη της μηχανής, ανέβηκαν και οι μικροί ταξιδευτές στη γέφυρα και πήγαν στο καλό, πίσω, στο καρνάγιο. Μαζί τους είχαν γδαρμένο και ένα μεγάλο γουρούνι, από αυτά τα καθαρά του μικρού νησιού. Γιατί στο μεσοδιάστημα της αναμονής, βρήκαν τον ιδιοκτήτη τους, διάλεξαν το καλύτερο, το πλήρωσαν κι έφυγαν. Λυπημένοι στην επιστροφή που το ταξίδι τους έμεινε μισό, χαρούμενοι όμως που στάθηκαν τυχεροί και αγόρασαν για τα σπίτια τους κρέας άριστης ποιότητας, οι δυό φίλοι, έφτασαν στη βάση τους. Σαν σίτεψε το κρέας, πέρασαν τρείς – τέσσερις μέρες. Έφτασε και η Κυριακή, η μέρα της οικογένειας που κοινωνεί γύρω από ένα τραπέζι.

Το λαχταριστό κρέας ο ξυλόφουρνος της αυλής το είχε ντύσει με τα χρώματα της γεύσης. Το τραπέζι είχε στρωθεί και αναμενόταν και το ταψί του φούρνου που από ώρες πριν σιγόκαιε. Ο αρχηγός της οικογένειας το τεμάχισε να κατασταλάξει η φωτιά του και άρχισε με τρόπο σχεδόν επαγγελματικό να σερβίρει στα πιάτα το εκλεκτό έδεσμα.  Βότανα του δάσους αναδύθηκαν και κατέκλυσαν τον χώρο τον γιορτινό.

Κόβει ο αρχηγός με το μαχαίρι του ένα μικρό κομμάτι να το γευθεί, το μασά αργά – αργά, να καταχτήσει η γεύση τον ουρανίσκο. Και μένει μετέωρος. Δοκιμάζουν οι συνδαιτυμόνες επίσης και μένουν κι αυτοί μετέωροι. Αλληλοκοιτάζονται εκστατικοί, τι γεύση θεϊκή να είναι τούτη; Αναλογίζονται όλοι από μέσα τους.  Αφήνουν τα μαχαιροπήρουνα με τρόπο διακριτικό και εξετάζουν με δέος το περιεχόμενο του πιάτου τους.

«Μα …… αυτό μυρίζει ψάρι!» ψιθύρισε σχεδόν με πόνο ο αρχηγός της οικογένειας, ο θαλασσοδαρμένος ναυτικός, ο άτυχος ταξιδευτής εκείνης της ημέρας στον κορινθιακό κόλπο. «Και τι ψάρι, συναγρίδα είναι!» έσπασε τη σιωπή της η νοικοκυρά βγάζοντας μία εσωτερική κραυγή. «Τόσες ώρες έψηνα συναγρίδα!». Ευθύς αμέσως άρχισαν στο τραπέζι να οχλαγωγούν, να απορούν, να γελάνε, να κοιτάζουν το περιεχόμενο του πιάτου τους, να συλλογιούνται.  

Σηκώνεται ο αρχηγός της οικογένειας, σοβαρός, σιωπηλός. Κοιτάζει στα μάτια έναν – έναν τους ομοτράπεζους και λέει με φωνή που καθηλώνει: «Αυτό που έχουμε μπροστά μας, το αγοράσαμε για γουρούνι, ελεύθερης βοσκής, εντελώς άπαχο. Το βλέπετε άλλωστε και οι ίδιοι. Όμως φαίνεται ότι αυτός που μας το πούλησε, τα γουρούνια του τα ταϊζει εκτός από χορταράκι της αλμύρας και τροφές για τα ψάρια. Από αυτές που θα τρώνε και στο κοντινό ιχθυοτροφείο! Σήμερα λοιπόν είχαμε την θεία τύχη να γευτούμε αγριογουρουνόψαρο! Μπορεί να μην τρώγεται, τόσο απαίσιο είναι, όμως, κοιτάξτε την θετική πλευρά της εμπειρίας μας» …



Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014 

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ο Βιγλάτορας της Αρκαδίας ...

Το σπίτι του περιτριγυρισμένο από βελανιδιές. Πριν από αυτό το αλώνι του, μετά το γαλάρι με το καλυβάκι που ξεκουράζονταν τα προβατάκια του όταν επέστρεφαν από την βοσκή. Πενήντα μέτρα πιο πίσω το αρχαίο μονοπάτι που πήγαινε στης Κουλουπούς τον κάμπο, στον Προυσό, στα Κορύτια, στην Καρακιώνα, στο Βουρλάγκαδο. Στα ανατολικά το Μαζαράκι και η ομώνυμη πηγή που έδινε ζωή με τη δροσιά της. Βόρεια της πηγής τα Μνήματα, το χαλασμένο πέτρινο αλώνι, το καλύβι που στέκεται ακόμα όρθιο. Και ανατολικά από αυτά πάνω στο ύψωμα, ο Ανεμιστός, το μικρό διάσελο.

Σε αυτόν τον τόπο επέλεξε να ιερουργήσει ο μπάρμπα Νικολάκης τα μυστήρια της ζωής. Στον ίδιο τόπο εμείς στήνουμε τις παγάνες μας για τον βουνίσιο κάπρο. Ανταμώσαμε πάλι μαζί του πριν πολλά χρόνια, γιατί στην παιδική μας ηλικία αυτός ήταν πάντοτε εκεί.  Και έγινε το σημείο αναφοράς μας: “που θα κυνηγήσουμε σήμερα; στου μπάρμπα Νικολάκη;”


Μάγεψε κι εμάς ο τόπος του μύστη, του βιγλάτορα αρχαίων τόπων και χαλασμένων ναών. Μας καθήλωσε περισσότερο όμως η καλοσύνη του, η φιλοξενία του, ο καλός του λόγος, τα άπειρα κεράσματά του. Κυνηγούσες ή όχι, αν πλησίαζες κοντά στο σπίτι του βαδίζοντας στο μονοπάτι, τον ειδοποιούσαν τα σκυλιά του και σου φώναζε, σε καλούσε κοντά του. Και δεν μπορούσες να φύγεις αν δεν γευόσουν το τσίπουρό του και το φρέσκο νεράκι του. Και τα μελομακάρονα της κόρης του της Ελένης.

Στον τόπο του το κρύο το χειμωνιάτικο έχει μεγάλη δύναμη. -5, -10, αρκετές φορές, ειδικότερα αν ο βοριάς έχει κέφια. Και η πόρτα του σπιτιού του πάντοτε ανοιχτή, το τζάκι στο “χειμωνιάτικο” πάντα να πυρώνει και να μοσχομυρίζει ξύλο, και να ρέει το τσίπουρο για να συνέλθει η καρδιά.

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, ο Κώστας, ο αρχηγός μας, που τον ξέρεις καλύτερα από όλους μας, αλλά και ο μπάρμπα Λέντζος, ο Γιωργάκης, ο Δήμος, ο Σούλας, εγώ, αλλά και ο Άγγελος με τον Σπήλιο που δεν μπορούν σήμερα να είναι εδώ μαζί μας, θέλουμε να σε ευχαριστήσουμε από καρδιάς για όσα απλόχερα μας έδωσες όλα αυτά τα χρόνια. Θέλουμε να σου πούμε πόσο ευγνώμονες είμαστε που μας οδήγησες στα μυστικά περάσματα, μας δρόσισες με την καλή σου καρδιά, μας δίδαξες την απλότητα. Μας καρτερούσες και μας πρόσφερες τον καλό σου λόγο.

Ακούστε όλοι σας, το σπίτι μου για εσάς θα είναι πάντοτε ανοιχτό. Το είπα και στην Ελένη: “να έχεις πάντα στο σπίτι τσίπουρο, μελομακάρονα, καφέδες, να έρχονται τα παιδιά να ξεκουράζονται”.  

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, εμείς, εδώ στις βελανιδιές σου, καθόμαστε πολλές φορές και ξεκουραζόμαστε, είναι ελαφρύς ο αέρας τους. Σκύβουμε και πίνουμε από το νεράκι σου, χανόμαστε στα μυστικά περάσματα, βλέπουμε τις σκιές των αρχαίων θεών που τις γκρέμισε ο πολιτισμός. Ο τόπος σου έγινε και τόπος μας. Μέρος της ζωής μας. Και τον αγαπάμε κι εμείς πολύ γιατί εσύ μας τον έμαθες, εσύ μας έδειξες πως είναι η αληθινή αγάπη για την Φύση.

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, εσύ μπορεί να διάλεξες τη σημερινή ημέρα για να φύγεις και να αφήσεις την Ελένη ορφανή. Αλλά κοίτα, που άνοιξαν οι ουρανοί και τα δάκρυα των θεών έγιναν καταιγίδα να σε καλωσορίσουν στον καινούριο δρόμο που πήρες. Δάκρυα χαράς που ένας δικός τους ΑΝΘΡΩΠΟΣ  βαδίζει για την Νήσο των Μακάρων.

Άκου μπάρμπα Νικολάκη, ορφανούς άφησες κι εμάς εδώ, την ομάδα μας, με πρώτο τον Κώστα. Μπορεί να έφυγες πλήρης ημερών στα ενενήντα σου χρόνια, αλλά για εμάς είσαι ο δικός μας άνθρωπος με την παιδική γλυκύτητα, με το γνήσιο και αφτιασίδωτο χαμόγελο. Στάθηκες σε όλη σου τη ζωή φύλακας ιερών τόπων, και το σημαντικότερο, δεν ήξερες, ή μάλλον, έδιωξες από πάνω σου τον φόβο, αυτόν τον μεγάλο αντίπαλο της ζωής μας που τρέφεται με ανθρώπινες συνειδήσεις.
Καλό ταξίδι καλέ μας ΑΝΘΡΩΠΕ Νικολάκη Πετρούλια.


=====================
Δημοσιεύθηκε στο “Κυνήγι” του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014.
Σημ: η φωτογραφία είναι από το zatounanews.gr