Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Στο Πήλιο στο Κεραμίδι… μια τρύπα στο νερό!

Εκεί στο βόρειο Πήλιο, υπάρχει ένα χωριό που το λένε Κεραμίδι. Αρχοντοχώρι, με παραλία μικρή κι ονειρεμένη. Φτάνεις έπειτα από φανταστική διαδρομή αφού περάσεις τη λίμνη Κάρλα. Κοντά εκεί και το χωριό του φίλου μου του στρατηγού του Απόστολου, το Βένετο. Ο στρατηγός Απόστολος πιστεύει πως είναι γνήσιο τέκνο των Μυρμιδόνων του μεγάλου Αχιλλέα. Και καμαρώνει για τον πανέμορφο τόπο του και δικαίως θα ‘λεγα.

Φτάσαμε έναν καυτό Ιούλιο και στήσαμε τις σκηνές μας στη παραλία στο Κεραμίδι. Μετρήσαμε δέκα – δεκαπέντε άτομα όλα κι όλα. Ντόπιοι όπως μάθαμε στη συνέχεια. Με ένα μοναδικό και ταπεινό ταβερνάκι, του Κωστή που τους χειμώνες ζούσε στο Βόλο. Στην παρέα μας ήταν ο Νικόλας, η Μάρω, η Ζωή, η Γιώτα και η αφεντιά μου. Ο Νικόλας σαν μεγάλος ψαράς που είναι (!!), είχε φέρει μαζί του και όλες του τις αρματωσιές. Ψαροντουφεκάς δεινός.

Εκεί κατά τη δύση του ήλιου – την πρώτη μας μέρα στη φανταστική παραλία, μας ρωτά ο Νικόλας: «θέλουμε να φάμε ψάρι;» Ναι Νικόλα ψάρι, όλοι με μια φωνή. Και πέφτει ο Νικόλας αρματωμένος. Κι ενώ εμείς απολαμβάναμε το μπάνιο μας στο βάθος ο Νικόλας «βουτούσε» για το δείπνο της παρέας. Πέρασε ώρα πολλή, εμείς από τον προαύλιο χώρο των σκηνών μας, απολαμβάναμε το εξαίσιο λυκόφως που μας κύκλωνε. Και να! ο Νικόλας αναδύθηκε σαν άλλος Ποσειδώνας. Βουτήξαμε πάλι στη θάλασσα να βοηθήσουμε στην μεγάλη ψαριά που μας έφερνε. Όμως…… ο Νικόλας γύρισε όπως πήγε. Τι έγινε Νικόλα; που είναι τα ψάρια; Τι να πώ βρε παιδιά, πρώτη φορά μου συμβαίνει να πέφτω και να μην βλέπω ούτε ένα ψάρι!!
Έτσι γνωρίσαμε τον Κωστή με το ταβερνάκι και την γυναίκα του. Που είχε ένα ταπεινό βαρκάκι και κάθε μέρα είχε ψάρι, όχι πολύ, αλλά είχε. Βουτούσε ο Κωστής κάθε πρωί με μία απλή μάσκα και έβγαζε χόρτα της θάλασσας για σαλάτα. Όχι αρμυρίκια, αυτά τα ξέρω. Αυτά του Κωστή, με λαδάκι και λεμόνι, παρέα με το φρέσκο ψάρι της κάθε ημέρας. Και κάθε σούρουπο πήγαινε με τη βαρκούλα και άφηνε δίκτυα, όχι μακριά από την παραλία.
Ο Νικόλας όμως δεν το έβαζε κάτω. Την επόμενη ημέρα, αχάραγα ακόμα, βουτήξαμε όλη η παρέα για το μπάνιο μας. Και ο Νικόλας βιαστικός απομακρύνθηκε με το ψαροντούφεκο ανά χείρας. Ώσπου ακούσαμε μια δυνατή κραυγή! Και είδαμε τον Νικόλα να μας κάνει νεύμα να πάμε κοντά του. Κολυμπήσαμε γρήγορα να δούμε τι είχε πιάσει. Τίποτα δεν είχε πιάσει, του έφυγε από τα χέρια το ψαροντούφεκο και δεν το έβρισκε! Χάλαγε την ησυχία της θάλασσας με τις φωνές του. Δώσε μου Νικόλα τη μάσκα να δω κι εγώ. Την πήρα και μπαίνω μέσα…. Το βάθος δέκα – δεκαπέντε μέτρα περίπου. Κάνω ένα γύρο και βλέπω το ψαροντούφεκο να μισογυαλίζει χωμένο ανάμεσα σε φύκια. Νικόλα εδώ είναι. Του δείχνω το σημείο και ορμά το θηρίο και σε λίγο βγαίνει με το όπλο στο χέρι.
Και τις πέντε ημέρες που ήμασταν στη παραλία στο Κεραμίδι, ο Νικόλας μια τρύπα στο νερό έκανε με τις αρματωσιές του και τα λόγια τα μεγάλα!, ο Κωστής όμως πάντα χαμογελαστός και ευδιάθετος μας φιλοξένησε με τον καλύτερο τρόπο. Πάντα με φρέσκο ψάρι ημέρας. «Κωστή», αύριο το μεσημέρι φεύγουμε, θα συνεχίσουμε για Πολυδένδρι, Τέμπη και θα πάμε στα Αμπελάκια. Τι λές, μπορούμε πριν φύγουμε να φάμε καμιά κακαβιά; Το χαμόγελο του Κωστή λάμπρυνε τη μέρα: «θα φάτε».

Και την ημέρα της αναχώρησης γευτήκαμε τη θεϊκή κακαβιά του Κωστή και της γυναίκας του. Κακαβιά για είκοσι άτομα, φιλέψαμε και δυό παρέες που είχαμε γνωρίσει εκεί, έφαγε και ο Νικόλας όση μπορούσε περισσότερο – πάνω από πέντε πιάτα το θηρίο!, φάγαμε κι εμείς και έμεινε και γι’ άλλους. Μας ζήτησε ο Κωστής και το υπέρογκο ποσό των 20 ευρώ!! και από δίπλα ο Νικόλας να μας λέει: «έχω βγάλει εγώ πετρόψαρα και έχω φάει κακαβιές!!». Ναι Νικόλα, κοιμήσου τώρα…
---------------------------------------------------------------------------
Αν κανείς φίλος από τον Βόλο ή τα μέρη του Πηλίου διαβάσει το παρόν άρθρο και γνωρίζει τον Κωστή με το ταβερνάκι στο Κεραμίδι, ας του πεί ότι του το αφιερώνω.