Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Από Κρανιά… σε Κρανιά …

Καλά πήγε η φετινή κάρπωση στα «άγρια» του βουνού. Μερικοί στην ομάδα μου ισχυρίζονται πως θα πήγαινε «καλύτερα» αν δεν ήμουν κι εγώ στο κυνήγι (!). Ο «καιρός φυλά τα έρμα» που λένε και στο χωριό μου……

Ένας φίλος μου που κυνηγά με την παρέα του στα μέρη της Βοιωτίας, δεν πολυπήγε για κυνήγι: «αδελφέ που να πάω, πολλά τα έξοδα. Στο μαγαζί η δουλειά πεσμένη – βλέπεις τι γίνεται, ο γιός μου πήγε στη Γερμανία για δουλειά, άσε με σου λέω, στενοχώριες».

Ο γιός του φίλου μου, γιατρός, έκανε τη θητεία του, τελείωσε το αγροτικό του και περίμενε…. Καλό παιδί, όταν σπούδαζε, αν δεν ήταν στη σχολή, βοήθαγε τον πατέρα του στο μαγαζί – και το βιβλίο το είχε πάντοτε δίπλα του. Άρχισε την αναζήτηση εργασίας στην Ευρώπη, είχαν θέση στο Βερολίνο, δεν το πολυσκέφτηκε, άφησε την μιζέρια της Ελλάδας και έγινε ευρωπαίος πολίτης.

Ασφαλώς, άπειρες είναι οι περιπτώσεις νέων ανθρώπων σαν τον γιό του φίλου μου. Και πάνε παντού όπου υπάρχει εργασία και μέλλον. Οι ασυναρτησίες «χορτασμένων αριστεριστών» του τύπου «μαζί τα φάγαμε», δεν έχουν απήχηση στους σοβαρούς νέους ανθρώπους αυτής της χώρας. Και αναζητούν το κυνήγι της ζωής τους παντού στον κόσμο.

Δηλαδή φέτος δεν μύρισες καπρίλα φίλε; Τον ρώτησα με αφέλεια. «Ελάχιστες φορές κυνήγησα με την παρέα μου. Όμως πήγα προχτές για τσίχλες στην Κρανιά». Καλά, έφτασες στον Ασπροπόταμο για τσίχλες; Υπάρχουν εκεί τσίχλες; «Καλά, εγώ μεγάλωσα αλλά εσύ μου φαίνεται γέρασες!, ποιόν Ασπροπόταμε, πλάκα μου κάνεις, στην Κρανιά, εδώ στην Αργολίδα πήγαμε».

Χτυπήσατε τίποτα ή μαζέψατε χορταρικά για το σπίτι; «Κάναμε μία τσίχλα (!) και κατά τις 9.30 με 10.00 τους λέω πάμε να φύγουμε, ξέρω έναν καλό τόπο. Και πήγαμε αδελφέ σε ταβέρνα ταπεινή και «χτυπήσαμε» γκιόσα στα κάρβουνα, τι να σου πώ, φοβερό κυνήγι». Παγωμένη τη φάγατε ή ζεστή; Τον ρώτησα. «ελαφρώς ζεστή γιατί ένας από την παρέα μας δεν την ήθελε κρύα». Καλά, αυτόν στην παρέα σας να μην τον ξαναπάρετε, σας χαλάει τις γεύσεις (!), του είπα και γέλασε.


Στα μέρη της Κρανιάς και του Ασπροποτάμου πηγαίνω συχνά εκτός κυνηγετικής σαιζόν. Εκεί πρίν τα Δολιανά έχει ένα πάρκο δίπλα στην ποταμιά. Οι γυναίκες ετοιμάζουν το πικ-νικ κι εμείς ψαρεύουμε πέστροφες – εγώ σπάνια να πιάσω καμιά, ο άλλος όμως, ο Νικόλας τις τρομάζει με τις «βρισιές του» και συμπληρώνουμε το γεύμα μας δίπλα στο νερό με τα ελέη της φύσης.

Μετά, και για να μην χαλάσουμε το χατίρι των γυναικών, τις ακολουθούμε στην περισυλλογή αγριοφράουλων. Παίρνουμε έναν αγροτικό δρόμο στην καρδιά του Κόζιακα και ανηφορίζουμε. Στις πλεύρες του δρόμου συναντάμε ξυλοκόπους με τα τσαντίρια τους, πολλά άλογα δεμένα, μυρωδιές από ψημένο καφέ και γενικώς μία ατμόσφαιρα ονειρική. Δεξιά και αριστερά του δρόμου τεράστιοι κορμοί δέντρων περιμένουν τον ξυλοκόπο να τους ντανιάσει με μαστοριά. Δύσκολη η δουλειά ετούτη, σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω τους «ξύλινους μαντρότοιχους» έτοιμους για φόρτωμα.

Άγρια τα δάση του Κόζιακα – «και κυκλοφορούν και αρκούδες στην περιοχή» όπως συνηθίζει να μου υπενθυμίζει κάθε φορά ο Νικόλας για να με «τρομάξει». «Εσείς έχετε αρκούδες στην Πελοπόννησο;» με ρωτά με ύφος σκωπτικό. Εμείς Νικόλα έχουμε την διασημότερη αρκούδα του κόσμου, την Καλλιστώ. Την έπιασε μια φορά στα πράσα η Άρτεμις η θεά – τι γυναίκα και αυτή θεέ μου, να παίζει τη «μακριά γαϊδούρα» με τον Δία και την έδιωξε από την παρέα της. Χάλασε όμως περισσότερο η δουλειά όταν η σκύλα η Ήρα αντελήφθη τον καρπό του «παιχνιδιού» – τον Αρκά και την έκανε αρκούδα. Ο Δίας όμως, ρεμάλι και παλιάνθρωπος αλλά και με αισθήματα, όταν ο Αρκάς είδε την αρκούδα στο δάσος (την μάνα του) και σήκωσε τη φαρέτρα του – μη αντέχοντας την ακούσια μητροκτονία ο παλιορέμπελος θεός, τους έστειλε στα άστρα, η μάνα έκτοτε είναι η μεγάλη άρκτος και ο βασιλικός γιός η μικρή άρκτος.

«Η ‘Ηρα ησύχασε;» με ρώτησε με αφέλεια ο Νικόλας. Όχι, δεν ησύχασε η ανέραστη στρίγκλα και παρήγγειλε του υποταχτικού της του Ωκεανού να μην αφήσει ποτέ να δροσιστούν στα νερά του οι άρκτοι. Τέτοια κακία η βλογιοκομμένη.. .

=========================================

Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου