Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Οι «φίλοι μας» οι … λαθροθήρες …

      Δεν θυμάμαι που, μα κάπου το έχω γράψει: «στην οικογένεια μου μεγαλώσαμε πίνοντας εσπρέσο – μαθημένοι από τον παππού μας» - και κάπου θα υπάρχει ακόμα η παλαιολιθική μηχανή που δούλευε με μπαταρία, διότι τα χρόνια εκείνα στην Ελλάδα δεν υπήρχε ηλεκτρικό.

     Απολαμβάνοντας την προέκταση του εσπρέσο – γνωστή στο πλατύ κοινό και ως φρέντο – ένα απόγευμα εκεί στην όμορφη πλατεία της Βυτίνας και δη στο καφέ του Κόλια του μαγουλιανίτη, έγινα μάρτυρας απίστευτου επεισοδίου που έλαβε χώρα σε διπλανό τραπέζι. Ήταν τόση η συγκίνηση μου από το αναπάντεχο συμβάν, που δεν πρόλαβα να αντιληφθώ τι έπινε η παρέα – αποτελούμενη όπως κατάλαβα από την εξέλιξη της συζήτησης, από κυνηγούς και μάλιστα γουρουνάδες.

     Περαστικοί και οι «συνάδελφοι» από την περιοχή σαν και μένα, θα σκέφτηκαν να ξαποστάσουν στη δροσιά της πλατείας, μα ο «πόνος τους» ήταν βαρύς: «αυτό το σκυλί το είχα φέρει από την Βουλγαρία και μου στοίχισε πέρυσι 7.000,00 ευρώ, τώρα που το τραυματισμένο γουρούνι το ξέσκισε, τι θα κάνω; Θα μου φέρουν αυτοί (οι κυνηγοί) άλλο σκυλί;».

     Για να βάλουμε τα πράγματα σε μία τάξη. Οι «καλοί μας φίλοι», το κυνήγι του κάπρου δεν το σταματάνε ποτέ – είναι δηλαδή λαθροθήρες επαγγελματίες. Κάθε σαββατοκύριακο εκδράμουν στον κυνηγότοπο, ερημιά υπάρχει, και, κάνουν την δουλειά τους ανενόχλητοι. Πάνε σαν κύριοι και φεύγουν ατσαλάκωτοι, έχοντας κάθε φορά μαζί τους κατά την επιστροφή στην βάση τους και από ένα ή δυό γουρούνια – ανάλογα με τα κέφια τους. Έχουν φαίνεται αποκτήσει καλό όνομα στην περιοχή αφού και αυτοί είναι άνθρωποι «αξιοπρεπείς, καλοί οικογενειάρχες και ασφαλώς έντιμοι (προς τα έξω)». Με τον θανάσιμο τραυματισμό όμως του ακριβού και βαλκάνιου σκύλου, η ομάδα χωρίστηκε στα δύο. Οι μεν έλεγαν ότι η απώλεια αυτή ήταν μέσα στους γενικούς κανόνες λειτουργίας της ομάδας, οι δε απαιτούσαν να αποζημιωθεί στο ακέραιο ο ιδιοκτήτης του σκύλου.

      Η στεναχώρια της παρέας που αναγκαστικά άκουγα το βαρύ της βάσανο, δεν καταλάγιαζε, αντίθετα φούντωνε και η οργή τους για τους κακούς φίλους τους όλο και μεγάλωνε. «τέρμα, εγώ δεν κυνηγάω πάλι με αυτούς, θα πάω σε άλλη ομάδα», έλεγε με θυμό ο ιδιοκτήτης του σκύλου – εννοώντας προφανώς ότι θα βρει άλλη ομάδα για να κυνηγήσει λαθραία.

      Συνήθως μιλάμε για λαθροθήρες και έχουμε στο νου μας ένα ή δύο άτομα που κάνουν την βρώμικη δουλειά. Διαπίστωσα όμως όλως τυχαίως – χάριν ενός φρέντο εσπρέσο, ότι και ολόκληρες ομάδες κυνηγούν λάθρα και μάλιστα με τρόπο συστηματικό. Και, ο θεός να σε φυλάει από τέτοιες ομάδες αν τύχει και τις συναντήσεις σε γειτονικό κυνηγότοπο. Να σε φυλάει η Άρτεμις αν «κατά λάθος» δεν χάσεις σκυλιά και θήραμα από την «καλή γειτονία».

      Τα φαράγγια δυστυχώς δεν έχουν στόμα, αν είχαν όμως, πόσες βρωμιές «αξιοπρεπών και έντιμων» ανθρώπων – και κυνηγών ασφαλώς θα μας διηγιόντουσαν με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι και το φαράγγι του Λούσιου, τι θα μας εξιστορούσε αν μπορούσε για τις βραδινές επισκέψεις ευυπόληπτων πολιτών – που την νύχτα βγάζουν τις μάσκες τους κατά το φύλαμα στο νερό, και το πρωί με το ξημέρωμα τις φορούν και πάλι – για να δείχνουν όμοιοι με το ανθρώπινο είδος.

      Το καρκίνωμα της λαθροθηρίας ευτυχώς έχει συρρικνωθεί στον τόπο μας. Θέλει όμως σκληρή δουλειά η προσπάθεια όλων των κυνηγετικών φορέων ώστε ο κακός όγκος να εξαφανιστεί εντελώς από το σώμα των ελλήνων κυνηγών. Βασικός αρωγός στην προσπάθεια της πάταξης της λαθροθηρίας, είναι αναμφισβήτητα η ντόπια κοινωνία. Αν αυτή δεν κατανοήσει το μέγεθος της συμφοράς που επιφέρουν οι λαθροθήρες – αν δεν αποδεχτεί «τα μικρά δώρα» που τις χαρίζει η οργανωμένη λαθροθηρία και μπορούν να μεταφραστούν αυτά σε μερικά κιλά φρέσκου κυνηγετικού κρέατος – τότε όλη η προσπάθεια θα βρίσκεται μετέωρη.

      Ο κύκλος της λαθροθηρίας όλο και στενεύει. Κατανοώ την αγωνία του ταβερνιάρη ας πούμε που θέλει να σερβίρει αγριογούρουνο κοκκινιστό στην εκλεκτή πελατεία του – και προς τούτο – ξημεροβραδιάζεται κοντά στις πηγές και στις λούτσες που θα πάει ο κάπρος να σβήσει την κάψα του, μα η νομιμότητα είναι αυτή που προέχει σε κοινωνίες οργανωμένες όπως η δική μας (!)…

=======================

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011