Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Κουβέντες της τάβλας …

       Με καλή παρέα μια όμορφη βραδιά, καθισμένοι ως αργά δίπλα στο κύμα, αφού οι κουβέντες μας έκαναν ένα γύρο στον κόσμο, φτάσαμε και στο κυνήγι δίχως να το καταλάβουμε.

      Οι χωρίς βιάση συζητήσεις μου αρέσουν, έχουν πάντοτε κάτι να σου δώσουν και έρχονται συνήθως μετά το δείπνο, την ώρα που ο ταβερνιάρης μαζεύει το τραπέζι και αφήνει την καράφα το κρασί με τα μισοάδεια ποτήρια. Οι γεύσεις από το λιτό δείπνο ανακατεύονται με τα αφρισμένα κύματα και τους ήχους τους. Και νιώθει κανείς πως τούτες οι ώρες έρχονται από την αρχή του ανθρώπου στον κόσμο, αφού το μυαλό ελεύθερο είναι να πετάξει, να ταξιδέψει, να αφουγκρασθεί, να μάθει. Αληθινή μυσταγωγία όλη αυτή η απλότητα.

      «Το ξέρετε ότι ο Νικόλας φοβάται τους ψύλλους γιατί λέει του επιτίθενται συνεχώς; Και οι μέλισσες του επιτίθενται, και οι σφήκες, ακόμα και τα φίδια;». είπε μια φίλη μας που την φύση την ξέρει καλά, δεν την έχει σπουδάσει αλλά την ζει από «μέσα». Μα καλά, είπα, ο Νικόλας είναι και κυνηγός και πολύ καλός ψαράς και φοβάται τα ζούδια της φύσης;

      «Δεν τα φοβάται» ανταπάντησε ένας φίλος, που το κυνήγι το έχει σταματήσει χρόνια γιατί δεν του άρεσαν οι ασχήμιες που αντίκριζε στους κυνηγότοπους. «Απλά ο Νικόλας είναι κυνηγός και ακόμα και τα ζούδια τα βλέπει σαν εχθρούς, ουσιαστικά δηλαδή είναι αντιμέτωπος με την φύση και όχι φίλος της». Μα, υπό αυτήν την έννοια, είπα εγώ, όλοι οι κυνηγοί είμαστε εχθροί της φύσης αφού ερχόμαστε αντιμέτωποι με το θήραμα που κυνηγάμε. «Όχι, εσύ δεν είσαι εχθρός της διότι για σένα το κυνήγι αυτό καθεαυτό δεν είναι αυτοσκοπός. Σε ενδιαφέρει να θηρεύσεις τον κάπρο – γεύεσαι το κρέας του - όμως περισσότερο σε νοιάζει να βρεθείς στην καρδιά της φύσης και να απολαύσεις τις ομορφιές της».

      Η αλήθεια είναι ότι εμείς οι γουρουνάδες, συνήθως δεν «προλαβαίνουμε» να χαρούμε τις ομορφιές του δάσους εφόσον η ομάδα βρίσκεται σε εγρήγορση. Όμως έχει συμβεί πολλές φορές και κάποιοι φροντίζουν να «χάνονται» από τον ασύρματο – και σαν εύκολη δικαιολογία έχουν το γνωστό «δεν θα είχα σήμα και δεν σε άκουγα». Διότι, την ώρας της «σιγής ασυρμάτου» ξάπλωσαν σε έναν ίσκιο να αποκοιμηθούν, ή απόλαυσαν με ηρεμία ένα ζεστό καφέ. Μπορεί πάλι να είχαν βάλει στην πλάτη κάποιο μεγάλο βράχο και να αγνάντευαν από τα ψηλά βουνά τη χάση του ορίζοντα.

      Εμείς εκεί στην κοιλάδα του Αλφειού με τον αρχηγό της ομάδας μας, παρακολουθούσαμε για χρόνια έναν κάπρο, τουλάχιστον 200 κιλών, ένα θεριό. Πατούσαμε στα χνάρια του όλο το χρόνο, είχαμε μάθει τις συνήθειες του, το δρομολόγιο του, τα χούγια του. «Αυτόν τον κάπρο με την ομάδα δεν θα τον κυνηγήσουμε ποτέ» είχαμε συμφωνήσει – αφού μας είχε μαγέψει η παρουσία του. Μας άρεσε να τον έχουμε από κοντά, να τον βλέπουμε – ήταν η ομορφιά του δάσους, ολόκληρης της κοιλάδας.

      Σε ένα καρτέρι, μου βγήκε η αλεπού καμαρωτή- καμαρωτή, ήμουν σίγουρος ότι την ακολουθούσε γουρούνι – και ναι, έπειτα από ένα λεπτό βγήκε ο κάπρος μας. Κατέβασα την καραμπίνα και τον έβλεπα να τρέχει. Έσχιζε το έδαφος, γκρέμιζε τις ξερολιθιές, βούιζε ο τόπος από το πέρασμά του. Βάρεσα δυό ντουφεκιές στον αέρα και φρόντισα να πιάσω το σκυλί μας. «Τι έγινε τον χτύπησες;» άκουσα να με ρωτάνε στον ασύρματο. Όχι παιδιά, αστόχησα, μου έφυγε. Άρχισαν τότε όλοι της ομάδας τα «γαλλικά» τους.

      Συγκεντρώθηκε η ομάδα σε μένα, έκαναν αυτοψία, βρήκαν και τους δυό κάλυκες από τις ντουφεκιές μου, με κοιτούσαν απορημένοι. Όταν έφτασε στον τόπο της αμαρτίας και ο αρχηγός, αφού είδε τον χώρο, με ρωτά: «τι έγινε;». Ήταν ο κάπρος μας και τον άφησα να φύγει, του είπα χαμηλόφωνα. «Καλά έκανες, θα βρούμε άλλα γουρούνια».

       Στις μεγάλες φωτιές του 2007 στην κοιλάδα του Αλφειού, βρήκαμε τον κάπρο μας καμένο. Τον έζωσαν από παντού οι φλόγες και δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον πύρινο κλοιό. Τον κοιτούσαμε περίλυποι με τον αρχηγό. Τέτοιο όμορφο και περήφανο ζώο δεν είχε ποτέ η περιοχή μας. Ήταν ο αφέντης της, ο βασιλιάς της…

======================

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011.