Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

Ο χορτοφάγος

Πολλές οι κουβέντες περί του κυνηγίου ειδικότερα όταν διανύουμε την περίοδο που αυτό επιτρέπεται. Μιλάμε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, τις αστοχίες για τα άγρια που χάθηκαν, τα λάθη μας και πως θα τα διορθώσουμε και άλλα πολλά.

Τα περισσότερα λέγονται το Σαββατόβραδο, εκεί που η παρέα μαζεύεται και κάνει τις αναλύσεις τις. Πολλές φορές οι συζητήσεις αυτές είναι έντονες, τόσο, που κάποιος που δεν ξέρει, που γίνεται από λάθος ωτακουστής, λέει, πάει, αυτοί τσακώνονται. Δεν είναι όμως έτσι. Το πάθος για το κυνήγι αυτό δημιουργεί ένταση ακόμα και στο φαγητό. Μόνο ο οίνος όταν κατεβαίνει, τα πνεύματα ηρεμούν και τα πειράγματα δίνουν την θέση τους σε ιστορίες κυνηγετικές.

Αλήθεια είναι ότι οι κυνηγοί είναι παραμυθάδες, όπως οι ψαράδες, όπως και άλλοι που αγαπούν την φύση. Θυμάμαι από τις ορειβατικές μου ανησυχίες, κάποια φορά βρεθήκαμε στο καταφύγιο του Κίσαβου. Εκεί λοιπόν ήταν και ένας τύπος γύρω στα πενήντα, αδύνατος, και χορτοφάγος όπως μας έλεγε. Μάλιστα μας έκανε και διάλεξη για τα υπέρ της χορτοφαγίας και την ευεξία που ένιωθε αυτός, βγάζοντας το κρέας από την ζωή του, περισσότερα από είκοσι χρόνια.

Το βράδυ που πέσαμε για ύπνο, η φωτιά από το τζάκι άφηνε ένα γλυκό φώς στο χώρο. Η εικόνα θα ήταν ειδυλλιακή αν δεν την διέκοπταν κατά καιρούς τα σκόρπια ροχαλητά. Λαγοκοιμόμουν, σκεφτόμουν τους πάγους έξω και την αυριανή μας πορεία. Άκουσα κάτι σαν θόρυβο, σήκωσα το φρύδι μου και άνοιξα το ένα μου μάτι. Ήμουν σε ετοιμότητα. Βλέπω τον χορτοφάγο με κινήσεις φαντομά να κουρσεύει ένα σακίδιο με τρόφιμα!! Σαν την «σκιά» βγήκε από το καταφύγιο στον παγωμένο βοριά. Περίμενα, είχα σηκώσει τώρα και το άλλο φρύδι. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο χορτοφάγος επέστρεψε στο κατάλυμά του. Αποκοιμήθηκα.

Το πρωί, τα κουρασμένα από τον ύπνο κορμιά, έπαιρναν θέση στο τραπέζι για το πρωινό τους. Τσάι του βουνού, νες καφέ και άλλα ευγενή ροφήματα απλώθηκαν μαζί με τα δημητριακά, την ξηρά τροφή και ότι άρεσε στη ψυχή του καθενός μας. «Ποιος πήρε τα κεφτεδάκια μου»? αντήχησε στην αίθουσα η τρομερή φωνή του πεινασμένου ορειβάτη. Γυρίσαμε όλοι, φοβηθήκαμε!! Εδώ τα είχα, στο σακίδιό μου!!! Έγινε πανικός, άναψαν τα αίματα για τον κλέφτη αλλά το πάθος γρήγορα καταλάγιασε. Η ηρεμία επανήλθε στο αγιασμένο τραπέζι.

Φτάνοντας σχετικά γρήγορα στην κορυφή του Κίσαβου, πιάσαμε τις πέτρες για κάθισμα και αγναντεύαμε απέναντι τον Όλυμπο. Δίπλα μου ο χορτοφάγος. Είχε στο θερμός τσάι του βουνού. Έβαλε και σκούρα ζάχαρη, οικολογική. Τον κοίταξα. Είναι καλή αυτή η ζάχαρη? Τον ρώτησα. Ναι, πολύ καλή και υγιεινή. Σαν τα κεφτεδάκια? Τον ρωτάω. Του έπεσε το θερμός από τα χέρια. Με κοίταξε καλά, ερευνητικά, και μου λέει: είκοσι χρόνια είχα να φάω κρέας!!

Κι εγώ χορτοφάγος είμαι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: