Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Διατροφικές συνήθειες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821

Πριν από δύο χρόνια, μία «εκκεντρική» ανταποκρίτρια από το αγγλόφωνο ραδιόφωνο Cοsmos της Νέας Υόρκης, μου πήρε μία συνέντευξη για τις διατροφικές συνήθειες των ελλήνων κατά την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Δεν ήμουν βέβαια ο ειδικός για κάτι τέτοιο – όμως έτυχε και βρέθηκα στο δρόμο της! και όπως έμαθα εκ των υστέρων, η συνέντευξη που μεταδόθηκε στην Νέα Υόρκη ανήμερα του ευαγγελισμού, είχε μεγάλη επιτυχία. Αν έδινα σήμερα συνέντευξη στο ραδιόφωνο της Αμερικής για το ίδιο θέμα, θα μιλούσα για τις κυνηγετικές συνήθειες των επαναστατημένων ελλήνων του 21. Και σκέφτομαι ποιες θα μπορούσαν να ήσαν αυτές.

Στο τετράτομο μνημειώδες έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», βρίσκει κανείς ταξιδιώτες και περιηγητές από την Ευρώπη κυρίως αλλά και την Αμερική που επισκέφτηκαν την Ελλάδα. Όλοι αυτοί οι «τουρίστες» της εποχής, αρχαιολάτρες, τυχοδιώκτες, αρχαιοκάπηλοι, γόνοι μεγάλων οικογενειών, πρόξενοι και πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων, ήσαν «παιδιά ένας και ένας». Κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης έπαιρναν πάσο, διαβατήριο που λέμε σήμερα – με τη βούλα του σουλτάνου ή κάποιου βεζύρη ή πασά και αμολιόντουσαν στην κατακτημένη Ελλάδα υπό την προστασία της «Πύλης». Μερικοί εξ αυτών ήσαν και πραγματικοί φιλέλληνες, οι περισσότεροι όμως ήσαν να μην πω τι!

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που εμείς σήμερα ονομάζουμε «φιλέλληνες» ασχολήθηκαν κατά κανόνα με την Ελλάδα και τα αρχαία υπολείμματά της και καθόλου με τους έλληνες. Μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα πως ήταν ο λόρδος Βύρων. Που αξίζει να σημειωθεί ότι για τον έλληνα αρχικά είχε τη χειρότερη γνώμη και τον περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα. Σε αυτό βέβαια βοήθησε και η μόδα που κυριαρχούσε τότε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία περί του «εξωτισμού της οθωμανικής ανατολής». Στη συνέχεια τον ύμνησε και τον υπερασπίστηκε από την περιφρόνηση του κάθε ξένου και στο τέλος θυσιάστηκε γι’ αυτόν. Ο Roque, Γάλλος έμπορος εγκατεστημένος στην Αθήνα, διαβεβαίωνε τον Βύρωνα: «σερ, οι έλληνες είναι το ίδιο σκυλολόι όπως και στην εποχή του Θεμιστοκλή». Και ειρωνικά σχολιάζει ο Βύρων: «Έτσι είναι. Οι αρχαίοι έλληνες εξόρισαν τον Θεμιστοκλή, οι σύγχρονοι εξαπάτησαν τον κύριο Roque. Αυτή η μεταχείριση επιφυλάσσεται πάντοτε στους μεγάλους άνδρες».

Μερικοί από αυτούς τους ελάχιστους ταξιδιώτες περιγράφουν με ακρίβεια όχι μόνο την ζωή του έλληνα αλλά και τις διατροφικές του συνήθειες. Μάλιστα, από αυτούς μερικοί διοργάνωναν και κυνηγετικές εξορμήσεις. Στα κυνήγια τους έπαιρναν μέρος και άλλοι φίλοι τους και μαζί τους είχαν βοηθητικό προσωπικό. Κυνηγούσαν συνήθως λαγούς, πέρδικες, μπεκάτσες κ.α. Τότε η ορεινή πέρδικα υπήρχε σε μεγάλη αφθονία διότι δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμα τα δηλητήρια που φουσκώνουν τον καρπό και αυξάνουν την παραγωγή όπως γίνεται στις ημέρες μας. Συνεπώς η ορεινή πέρδικα πλούτιζε με την παρουσία και την κορμοστασιά της την πολύπαθη ελληνική γη και κατ’ επέκταση και τους πεινασμένους έλληνες.

Οι βιογράφοι του Βύρωνα μας πληροφορούν ότι ακολουθούσε με πείσμα δίαιτα για αδυνάτισμα και δεν έτρωγε τίποτα άλλο από ρύζι. Ωστόσο σε ένα γράμμα του διαβάζουμε: «τρώγω κάθε μέρα μπεκάτσες και μπαρμπούνια!». Το κυνήγι την περίοδο του Αγώνα του 21 ήταν στην καθημερινότητα του έλληνα. Και δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά τη στιγμή μάλιστα που τα ελληνικά Στρατόπεδα είχαν πραγματικές ανάγκες σε τρόφιμα, και αυτά πάντοτε ήσαν λιγοστά. Στις επιστολές προς τους «Σεβασμιότατους της κυβέρνησης» οι καπετάνιοι, εκτός από «τη μπαρούτη» ζητούσαν και «φορτώματα ψωμί».

Εξάλλου το κυνήγι προϋπήρξε δεκάδες και εκατοντάδες αιώνες πριν εμφανισθούν τα πυροβόλα όπλα. Και την περίοδο του 21, το κυνήγι δεν υπήρχε μόνο για τους λόρδους και τους εμπόρους των εθνών, υπήρχε και για τον έλληνα επαναστάτη. Το μόνο που δεν υπήρχε τότε θα ‘λεγα πως ήταν η χοληστερίνη!.


-- Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τύπος – Κυνήγι του Ελεύθερου Τύπου» την Τετάρτη 1 Απριλίου 2009 --