Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Κυνηγώντας αλεπούδες στη βροχή …


Όλα έδειχναν μαγευτικά στο άγριο μεταμεσονύκτιο. Το παγωμένο νερό στο πρόσωπο, το ξύρισμα με την παλιά λεπίδα δίχως αφρούς και κρέμες, το πρωινό γεύμα αποτελούμενο από ντομάτα, τυρί, κρεμμύδι, μέλι και ψωμί ζυμωτό – «δυστυχώς το condinedal breakfast δεν πρόλαβε να μου το ετοιμάσει η γαλλίδα νταντά», ακόμα και ο υγρός αγέρας, όταν, φορτωμένος με τον εξοπλισμό μου, κατευθύνθηκα προς την κληματαριά για να πάρω το αυτοκίνητο, «έδειχναν» μία συναρπαστική ημέρα. Η ώρα έλεγε 4. Τα αστέρια στον ουράνιο θόλο μου έδειχναν τον χρόνο από το παρελθόν, και άρχισα το τραγούδι:
«ποια είναι αυτή που πέρασε
και δεν μας εχαιρέτησε
αυτή είν’ η Λίνα του Παπά
που περπατά ταρναριστά»

Πάρκαρα στο τόπο που θα κυνηγούσαμε και άνοιξα το cd να ακούσω τον «Μπολιβάρ» από τον ίδιο τον Εγγονόπουλο. Φευγάτα όλα, όπως και η άτιμη η ζωή μας, που είναι ένα απλό «τσαφ» στον χρόνο. Δηλαδή τίποτα. Ο γαλλικός καφές έδεσε με τα γειτονικά αρώματα του βουνού και η καλή διάθεση συνεχίστηκε μέχρι την πρώτη σταγόνα που έσταξε και μου πάγωσε την καράφλα. Φθινόπωρο (!)

Στο ξημέρωμα κοντά, συγκεντρώθηκε η ομάδα «δια τα περαιτέρω». Αλλά που να κάνεις ιχνηλασίες, που να κόψεις, που να μπεις παγάνα με τόση βροχή; Και όμως, όλα έγιναν με τη σειρά τους. Και η βροχή συνέχιζε να ποτίζει και να γεμίζει τις υπόγειες δεξαμενές, πότιζε όμως και εμάς – που μέχρι το βράδυ κάναμε δυό – τρείς αλλαξιές ρούχα ο καθένας μας. Ναι, μέχρι το βράδυ, διότι τότε καταφέραμε να μαζέψουμε τα σκυλιά μας και να φύγουμε κατάκοποι από τις καιρικές συνθήκες. Δεν μιλάμε φυσικά για άγρια, αυτά ούτε που τα ακουμπήσαμε, μόνο η καπρίλα ερχόταν έντονη από τον ντορό τους συνέχεια. Και σε όλα αυτά, εκείνη η ματιά της ξανθιάς με τα γαλανά μάτια, μου έσκισε και μου διάλυσε το πίσω δεξί λάστιχο, και μέσα στη βροχή έβγαζα γρύλους και σταυρούς. Είπαν όμως πως δεν έφταιγε η ματιά της ξανθιάς κούκλας αλλά η κοφτερή πέτρα που «πέρασε» κάτω από το λάστιχο. Τι να πρωτοπιστέψεις;

Στο τραπέζι του δείπνου, με κεφαλή τον αρχηγό μας (πάντα), τρώγαμε με όρεξη το κριθαράκι στο φούρνο με κόκορα αλανιάρη (γνήσιο) και ο κόκκινος οίνος από τα αμπέλια της ορεινής Ολυμπίας, μας έδινε δύναμη. Αφού δειπνήσαμε καλά, ήλθε και το γλυκό μας – κανταΐφι με εκμέκ. Τότε και μόνο τότε, ο αρχηγός άρχισε να εξιστορεί ένα προς ένα τα λάθη της ημέρας. Και όλοι μας «φοβισμένοι», «αμίλητοι», ακούγαμε και περιμέναμε εκείνο το δίχως έλεος ξέσπασμα που ακόμα και πέτρες λυγάνε στο άκουσμά του.

Αφού όμως δεν ήλθε το «ξέσπασμα» του αρχηγού μας, ήλθε και πάλι το κέφι μας. Και αρχίσαμε να γελάμε μέχρι δακρύων από τα παθήματα της βροχερής ημέρας. Γιατί, τα σκυλιά μας – όχι όλα, αλλά κάποια, βαράνε στάμπα ακόμα και σε αλεπούδες (!). Τόσο εκπαιδευμένα είναι… Κάποια άλλα – καινούρια αυτά, ο Τόμ και ο Τζέρρυ, κυνηγούσαν και κλαφούνιζαν το ένα το άλλο. Τον Τόμ τον φωνάζουμε και Σάντυ γιατί είναι θηλυκό, και παραδόξως ακούει και στα δύο ονόματα. Έχουμε ένα άλλο σκυλί, τον Τσάκαλο. Αυτός και αλεπού να δει, την αγνοεί, κυνηγά μόνο κάπρους. Όμως ο Τσάκαλος δεν μπορεί να γαυγίσει, έπαθε ψύξη και χάλασαν οι φωνητικές του χορδές. Και δεν μας έφταναν όλα αυτά μες στη βροχή, ακούγαμε στον ασύρματο και τον αρχηγό συνέχεια να ρωτά: «κυνηγά ο Τούρκος;». Ναι αρχηγέ, κυνηγά τα καινούρια που κυνηγιούνται μεταξύ τους (!).

Ήταν μία ημέρα που τα είχε όλα εκτός από το θήραμα. Τα καρτέρια περίμεναν με αγωνία τις αλεπούδες να ξεμυτίσουν στο βεληνεκές τους, η παγάνα μούσκεμα χάλασε πολλά φυσίγγια μη γνωρίζοντας «τι ποιούν» τα σκυλιά μας, και αυτά, χαρούμενα που συνάντησαν μόνο αλεπούδες, έκαναν πάρτι στο πυκνό.

Αποφασίσαμε, λίγο πριν πάμε για ύπνο, ότι, αφού έχουμε σκυλιά για όλες τις δουλειές, γιατί δεν «σπάμε» την ομάδα στα δύο και να κυνηγάμε οι μισοί άγρια και οι άλλοι μισοί αλεπούδες; Στο άκουσμα της πρότασης, οι περισσότεροι έριξαν ένα χρυσό γέλιο και φάνηκαν στα δόντια τους «μαυρίλες» από το νερό που είχαν πιει πρωτύτερα. Νερό μολυσμένο, όπως του Ασωπού για παράδειγμα.

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό της Απογευματινής «Κυνήγι» την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009.