Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Ελεύθερος Τύπος - το "Κυνήγι" επιστρέφει σπίτι του ...

Ύστερα από την οδυνηρή περιπέτεια με το κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου, ξαναγυρίζουμε στο "σπίτι" μας...

Στις αρχές του καλοκαιριού, μας βρήκαν αναπάντεχα και οδυνηρά οι εξελίξεις. Το κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου τον περασμένο Ιούνιο, μας ανάγκασε να "ξεσπιτωθούμε" ύστερα από μια διαδρομή δέκα περίπου χρόνων. Σ' αυτά τα χρόνα το περιοδικό "Τύπος - Κυνήγι" ξεκίνησε μια δημιουργική πορεία που αγκαλιάστηκε από την αγάπη και τη στήριξη των πολλών χιλιάδων αναγνωστών του. Ήταν αναγκαστικός ο αποχωρισμός - ευτυχώς πρόσκαιρος - από αυτή την εφημερίδα, η οποία θαρραλέα πριν από χρόνια και σε καιρούς δύσκολους φιλοξένησε τις κυνηγετικές ανησυχίες και προσδοκίες.

Ο Ελεύθερος Τύπος ξεκινά ξανά. Το πρώτο φύλλο κυκλοφορεί στις 9 Νοεμβρίου. Δυο μέρες μετά, την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου, κυκλοφορεί μαζί του και το "Κυνήγι", που θα βρίσκεται κοντά σας κάθε Τετάρτη.

Ένα περιοδικό με τη δική του αισθητική, αλλά και άποψη για το κυνηγετικό γίγνεσθαι, για τα προβλήματα του χώρου μας αλλά και όσα πρέπει να γνωρίζουμε και να κάνουμε ώστε να προστατέψουμε την κυνηγετική ιδέα, αυτό που όλοι εμείς αποκαλούμε..."τρόπο ζωής"!

Είμαστε κοντά σας, όπως πάντα, στις επάλξεις. Μείνετε συντονισμένοι για περαιτέρω ειδήσεις και εξελίξεις.


Με εκτίμηση


Ελεύθερος Τύπος - Κυνήγι
Η Συντακτική Ομάδα

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Πλημμύρες στην εθνική οδό - στην Κινέττα

Στη φωτό διακρίνεται το τσιμεντένιο διαχωριστικό σημείο που "έσπασε" η πυροσβεστική για να φύγουν τα νερά από το οδόστρωμα της εθνικής προς Κόρινθο και να κατευθυνθούν στο οδόστρωμα προς την Αθήνα. Και έγινε το "έλα να δείς".
Αιτία της πρωτοφανούς καταστροφής είναι τα καμένα δάση πάνω από το σημείο αυτό. Πολύ κοντά από την καταστροφή, βρίσκονται και δύο ρέματα μπαζωμένα και χτισμένα. Πολύ γρήγορα όπως φαίνεται, θα θρηνήσουμε στην περιοχή και θύματα.
Η φωτό τραβήχτηκε στις 4.45 μ.μ την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Τι γαρ τολμηρέ κυναγείς;

«Άγρια». Οτιδήποτε κυνηγιέται, οτιδήποτε αποκτάται με κόπο – σωματικό και ψυχικό. Η φύση του ανθρώπου είναι αυτή, γραμμένη στο dna του. Και ας λέγουν άλλοι, άλλα. Ότι ο άνθρωπος σήμερα δεν έχει την ανάγκη να κυνηγήσει για να ζήσει. Πως άλλαξαν οι εποχές και δεν έχουμε ανάγκη την θύρα μετά κυνών ή και άνευ.

«Κυνηγάω τα πάντα» δεν σημαίνει όμως ότι ξεφεύγω και από τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για το κυνήγι. Απεναντίας, κυνηγάω σύμφωνα με τους κανόνες, εκτός και αν το θήραμα δεν καταγράφεται στους «καταλόγους …» (!)

Κυνηγά ο άνθρωπος από γεννησιμιού του με άπειρους τρόπους, με τα βέλη του, την καραμπίνα του, την πειθώ του, την ματαιοδοξία του, τον ναρκισσισμό του, τη δύναμή του. Κυνηγά και για την υστεροφημία του. Και για την αΐδια μνήμη.

Ο κάθε κυνηγότοπος, έχει εν αφθονία θηράματα που προσφέρονται για κυνήγι. Στη Ψαρού της Μυκόνου κυνηγάνε το «ωμό κρέας», στην Οία της Σαντορίνης το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα, στον πορθμό του Ευρίπου την αλλαγή των ρευμάτων, στα γκέτο της Αθήνας την ψεύτικη ζωή με τη σύριγγα που σε ταξιδεύει σε κόσμους αλλιώτικους, στη γωνία Πανεπιστημίου και Μπενάκη κυνηγάνε τα πράσινα βιολογικά προϊόντα, στις προεκλογικές συγκεντρώσεις των κομμάτων κυνηγάνε το αυριανό βόλεμα στον υδροκέφαλο δημόσιο τομέα, στις εθνικές οδούς κυνηγάνε τον θάνατο διακοσαρίζοντας σε ανάποδες κλίσεις, στα διόδια επαρχιακών δρόμων κυνηγάνε να σου πάρουν τα ευρώ με το ζόρι, οι «σύγχρονες τάσεις» κυνηγάνε την πράσινη ανάπτυξη που φέρνει χρήμα άκοπα, οι δεξαμενές σκέψεις «think tanks» κυνηγάνε να μας μαντρώσουν όλους σε ένα παγκόσμιο χωριό για το καλό μας, η χρόνια λιτότητα στη χώρα μας κυνηγά την εξουθένωσή μας, η καλή μας κυνηγά διακαώς να μας βάλει στεφάνι για να έχει πρόσωπο στην κοινωνία, το αφεντικό κυνηγά πάση θυσία να μας ελαφρύνει τη τσέπη τη δική μας και να γεμίσει τη δική του. Τι γαρ τολμηρέ κυναγείς; Τον αέρα τον καθαρό γιατί αυτός της πόλης μολύνθηκε από την πλύση εγκεφάλου. Κυνηγάω την ελευθερία που μου τη στερούν σε κάθε βήμα μου. Κυνηγάω διότι ακολουθώ τη φύση μου. Και αν κάποτε μου στερήσουν και αυτό το δικαίωμα οι «σύγχρονες τάσεις», θα κυνηγάω με το μυαλό μου. Αν μου πειράξουν και το μυαλό, θα κυνηγάω με τη ψυχή μου. Και την ψυχή, κανείς νόμος και κανείς θεός δεν μπορεί να την αγγίξει. Μην ακούτε τι λένε οι θρησκείες, και αυτές ζεστό χρήμα θέλουν και μας έχουν φλομώσει στο ψέμα. Και αυτές υπάρχουν με τις δικές μας τις πλάτες. Και αυτές κυνηγούν να υποτάξουν τον άνθρωπο.

Κυνηγάω στα βουνά και στα δάση επειδή είμαι παιδί (είμαστε παιδιά) της γης. Και η καταστροφή του πλανήτη δεν κινδυνεύει από μένα, ούτε η πανίδα επειδή εγώ φέρω πυροβόλο όπλο. Ποιος άραγε είναι ο επικίνδυνος, αυτός που θα κυνηγήσει τρείς μήνες το χρόνο στα δάση ή αυτός που εσαεί επιδιώκει να μου φυράνει το μυαλό με τις ανοησίες που σερβίρει με στόμφο και δήθεν σοβαρότητα, κοπτόμενος τάχα για το καλό της πανίδας; Και είναι και άσχετος; Ποιος άραγε γνωρίζει καλύτερα την πανίδα από τον κυνηγό; Μήπως ο θαμώνας στις κομματικές λέσχες ή ο μόνιμος πελάτης στις μπάρες πίνοντας μπύρες;

Κυνηγάω στα δάση όμως, δεν σημαίνει ότι λυμαίνομαι ότι κινείται σε αυτά. Δίχως φραγμούς και όρια. Δεν κυνηγάω κρυφά, μυστικά, χωρίς να γίνω αντιληπτός – δεν κυνηγάω δηλαδή Λάθρα. «Ο λάθρα θηρεύων, ο παρανόμως κυνηγών απηγορευμένα θηράματα, είτε εις περιοχήν ή περίοδον απηγορευμένην» - δηλαδή ο λαθροθήρας, είναι γνωστός στον κυνηγετικό σύλλογο, στην τοπική κοινωνία, ακόμα και σαν προμηθευτής κυνηγετικού κρέατος που πηγαίνει και σε «εξέχοντα μέλη». Αυτόν, αν η κοινωνία δεν μπορεί να τον σταματήσει, να τον καταγγείλει, να τον συνετίσει, να τον τιμωρήσει, τότε, δυστυχώς, και η κοινωνία μας ζει «λάθρα», και δικαίως θα υποστούμε τις συνέπειες από την «διεθνή καταιγίδα της οικολογίας» που έφτασε και στα μέρη μας να «κατευθύνει» και να «ισιώσει» τα πράματα.
--------------------------------------------------------------------------

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό της Απογευματινής «Κυνήγι» την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2009. Το «Κυνήγι» θα κυκλοφορήσει εκ νέου σαν ένθετο στις 11 Νοεμβρίου 2009.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Καταιγίδες - κυνηγώντας τη ... φύση

Ο καιρός μόνο για κυνήγι δεν ήταν. Τα κανάλια, οι μετεωρολογικές υπηρεσίες, οι διάσπαρτοι δορυφόροι, τα εξαμήνια, οι γέροντες του χωριού, οι κάβουρες που βγήκαν από τα ρέματα «περπατητό» στους αγροτικούς δρόμους, τα πουλιά που πέταγαν γρήγορα να λουφάξουν, τα βαριά σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό και έκαναν τη μέρα νύχτα, ο κούκος που λάλαγε στη βεράντα του σπιτιού, ένα πράγμα έλεγαν με γλώσσες διαφορετικές: «καθίστε σπίτι και ανάψτε το τζάκι να πυρωθείτε. Διαβάστε κάποιο καλό βιβλίο, ακούστε μουσική, παίξτε τάβλι και σκάκι, ερωτευθείτε, σωπάστε και ακούστε τους ήχους της φύσης». Η φίλη μου η Σίσσυ δεν ταξίδεψε στη Μυγδαλιά της Γορτυνίας με το Στάθη, διότι, ο καιρός ήταν άστατος (!). Και δεν έφταιγε αλήθεια αυτή μα ούτε και ο Στάθης που «φοβήθηκε» τα δελτία καιρού. Που να ταξιδεύεις υπό καταρρακτώδη βροχή στους δύσκολους δρόμους της Αρκαδίας; Και βέβαια η Σίσσυ και ο Στάθης έχασαν τη μεγάλη βροχή του Σαββάτου, έχασαν όμως και τον μαγευτικό ήλιο της Κυριακής. Αλήθεια επίσης είναι ότι αν συνηθίσεις τη ζωή της πόλης, δύσκολα ξεφεύγεις απ’ αυτήν, αν όλες οι συνθήκες δεν είναι οι ιδανικότερες. Αυτό που συνέβη στη Σίσσυ, συμβαίνει και στην Έλενα, και στην Γεωργία, και στην Καλή, και όλως τυχαίως, αυτές οι φίλες μου είναι και οικολόγες. Όχι της βαθιάς οικολογίας όπως η χάρη μου (!), έχουν όμως στο αίμα τους το άρρωστο (!) τις ανησυχίες εκείνες τις οικολογικές που τις κόλλησαν από τις ανάγκες της πόλης ή μάλλον από την απουσία της επαφής με τη φύση τους δύσκολους μήνες του χειμώνα που δειλά αλλά σταθερά κάνει την εμφάνισή του. Εμείς, οι κυνηγοί, οι «αιμοδιψείς και δολοφόνοι», με την καταρρακτώδη βροχή βγήκαμε στο βουνό. Όχι για να κυνηγήσουμε – και τα σκυλιά μας με τέτοιες συνθήκες ταλαιπωρούνται άδικα, όμως, θέλαμε, επιδιώκαμε τη στενή επαφή με το πυκνό, με τη μουσκεμένη γή, με τις λάσπες. Είχαμε ανάγκη τα χτυπήματα της καταιγίδας στο πρόσωπό μας, τους ζεστούς καφέδες στην μεγάλη υγρασία. Το κέρδος από την βόλτα μας κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν η γλυκιά κούραση, η βροχή που έφτασε μέχρι τα κόκκαλα μας, τα μουσκεμένα ρούχα μας που τα αλλάξαμε γρήγορα, και εκείνες οι θεϊκές μυρωδιές που δυστυχώς η Σίσσυ και ο Στάθης δεν συνάντησαν.

Για την καλή μου όμως δεν μπορώ να πω κουβέντα. Δεν καταλαβαίνει από καιρούς δύσκολους. Εκεί στα βραχώδη όρη της Κινέττας οι καιροί αλλάζουν όσο να στρίψεις ένα τσιγάρο. Και έχει συνηθίσει τους βοριάδες που κατεβαίνουν προς τη θάλασσα. Και οι βοριάδες χειμώνα καιρό δεν είναι εύκολη υπόθεση.

-------------------------------------------------------------------
Αφιερωμένο στη Σίσσυ που δεν ... μασάει από καιρούς (!)

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Μετεκλογικές σκέψεις ...

Οι εκλογές πέρασαν, ο λαός νίκησε (για άλλη μία φορά), και εμείς χάσαμε μία κυνηγετική ημέρα από τη λειψή κυνηγετική περίοδο. Ασκήσαμε το εκλογικό μας δικαίωμα με συνέπεια και περιμένουμε τώρα να εφαρμόσει με την ίδια συνέπεια, το πρόγραμμά του, το κόμμα που προτίμησε ο ελληνικός λαός. Βέβαια, αυτή τη «πράσινη ανάπτυξη» πολύ τη φοβάμαι, διότι σαν όρος είναι αφηρημένος και ο κίνδυνος να «ξεστρατίσει» είναι μεγάλος.

Εμείς οι κυνηγοί, μέλη της κοινωνίας μας, δεν έχουμε ανάγκη κανένα κόμμα εφόσον εφαρμόζουμε με σεβασμό τις κείμενες διατάξεις που μας αφορούν, κατά την διάρκεια της αγαπημένης μας ενασχόλησης. Τις εφαρμόζουμε όμως και πόσο;

Αρχή της κυνηγετικής περιόδου είναι αλλά όπως λέει και ο λαός μας «η καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται». Τι σημαίνει τούτο; Ένα πράγμα, παρατηρούνται και φέτος οι ίδιες ασχήμιες που παρατηρήθηκαν και πέρυσι, και πρόπερσι, και πριν δέκα χρόνια (!).

Το βουνό και ο κάμπος, δεν μας ανήκουν. Μας φιλοξενούν και μας παρέχουν όλα όσα λαχταρούμε να ζήσουμε μακριά από το αφιλόξενο άστυ, μας δίνουν τη δυνατότητα να περπατήσουμε και να αθληθούμε, να πάρουμε μυρωδιές από τη γη και τη ζωή της, να αναπνεύσουμε οξυγόνο και καθαρό αέρα, να χαρούμε τα σκυλιά μας στο κλαφούνισμά τους, να απαντήσουμε το θήραμα και να το κυνηγήσουμε. Και εμείς τι πράττουμε;

Εμείς; Τα θέλουμε όλα, τώρα (!). Κυνηγάμε τα μεγάλα νούμερα στην κάρπωση, συνεχίζουμε να βρωμίζουμε με τα σκουπίδια μας όμορφους τόπους, νιώθουμε ανασφαλείς αν δεν έχουμε τις παράνομες καραμπίνες μας γιομάτες φυσίγγια. Α… ναι, έχουμε αποκτήσει και πολλούς καταψύκτες για την αποθήκευση της λείας μας (!).

Δεν νοείται σήμερα «σοβαρός κυνηγός» δίχως καταψύκτες στο σπίτι του, στην αποθήκη τη δική του ή και του γείτονα. Ο «σοβαρός κυνηγός» σκοτώνει και αποθηκεύει, για τις δύσκολες ημέρες, προφανώς και για τον κομπασμό: «οι καταψύκτες μου είναι γεμάτοι με τσίχλες». Και πριν κάμποσα χρόνια, τότε με το «Τσέρνομπιλ», ξεχύθηκε ο κόσμος στα σούπερ μάρκετ και αγόρασε και αποθήκευσε όλη τη σαβούρα για να γλυτώσει από την ραδιενέργεια (!).

Ίσως η αποθήκευση σε αυτά που δεν χρειάζονται και δεν μας τιμούν, να είναι απόρροια της οθωμανικής περιόδου, τότε, που όλα τα «έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Τότε που ήμασταν ραγιάδες και δούλοι τούρκων και ελλήνων κοτζαμπάσηδων. Σήμερα όμως δεν έχουμε απολύτως κανένα λόγο να αποθηκεύουμε το στοκ των εταιρειών τροφίμων, πόσο δε μάλλον, τσίχλες, κάπρους, μπεκάτσες και ότι ο καθένας μας «βούλεται κυνηγήσει». Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο καταψύκτης για τον κυνηγό, είναι κατάντια, είναι ραγιαδισμός.

Ίσως έφτασε η ώρα, εμείς οι κυνηγοί να καθίσουμε πάλι στα θρανία, να διδαχτούμε τι σημαίνει σωστή διαχείριση, τι σημαίνει σεβασμός προς το περιβάλλον. Οι Κυνηγετικοί Φορείς, εκτός από τους αγώνες τους για το ελεύθερο παραδοσιακό κυνήγι - εφόσον νοιάζονται για την συνέχεια του, οφείλουν να πρωτοστατήσουν σε καινούριο αγώνα, ώστε, να έλθει η ευλογημένη στιγμή, που, ο κάθε έλληνας κυνηγός από μόνος του να γίνει κοινωνός της αληθινής παιδείας, μέσα από την οποία θα καταφέρει να αποκτήσει νόημα το πραγματικό κυνήγι. Διότι, ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, ας μην παραμυθιάζουμε το «εγώ» μας - ούτε εμείς αλλά ούτε και οι δικοί μας Φορείς, μας λείπουν πολλά στοιχεία που θα μα καταστήσουν κάποτε αληθινούς οικολόγους. Και μπορούμε αν πραγματικά το θέλουμε, να διορθώσουμε όσα μας πληγώνουν και μας κάνουν δακτυλοδεικτούμενος στην εποχή μας. Ας κινηθούν κάποτε οι Φορείς μας και προς αυτή τη κατεύθυνση.

Κυνηγός δεν είναι αυτός που «κατόρθωσε» και πέρασε από εξετάσεις και απόκτησε άδεια κυνηγίου. Όπως δεν είναι οικολόγος αυτός που είναι μέλος κάποιας οργάνωσης και λέει ασυναρτησίες προς χάριν εντυπωσιασμού. Ο πραγματικός κυνηγός, δεν μπορεί να μην είναι και οικολόγος. Ο αληθινός όμως, όχι ο ιμιτασιόν.

----------------------------------------------------------------
Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό της Απογευματινής «Κυνήγι» την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Λαγός - λίγα και καλά ...


Κάποτε - που λέτε - αποφάσισε ο λαγός ( Lepus Europaeus) να πάει να πνιγεί ! Αιτία για το διάβημά του αυτό ήταν το ότι έχει πολλούς εχθρούς που τον επιβουλεύονται και ο διαρκής φόβος που του προκαλούσε αυτή η κατάσταση. Πράγματι ο λαγός έχει πολλούς εχθρούς, όλα τα σαρκοφάγα: λύκους, τσακάλια, αλεπούδες, αγριόγατες, νυφίτσες (εχθρούς εδάφους) και όλα τα αρπακτικά: όρνεα, αετούς, γεράκια (εχθρούς αέρος) .Κάπου διάβαζα ότι το γεράκι, στη βύθιση του να συλλάβει το λαγό , αναπτύσσει ταχύτητα που φτάνει τα 170 Kh την ώρα ! Και φυσικά και τον άνθρωπο που τον κυνηγάει για το νοστιμότατο "στιφάδο" του !! Δικαιολογημένα λοιπόν θεωρείται το πιο φοβισμένο ζώο.

Όταν όμως έφτασε στο ποτάμι , για να πραγματοποιήσει την απόφασή του, τρία τέσσερα βατραχάκια που λιαζόντουσαν στα ποταμολίθια της όχθης του ποταμού, μπλούμ, μπλούμ πέσανε στη λιμνούλα και χαθήκανε με το μακροβούτι τους κάτω από τις ρίζες ενός πλατάνου...

Αναθάρρεψε τότε ο λαγός, γιατί είδε ότι και ο ίδιος προκαλεί φόβο σε κάποιους άλλους, και δεν πραγματοποίησε την απόφασή του...

Επέστρεψε-που λέτε- στην περιοχή του και άρχισε να οργανώνει τις άμυνες του...
Πρώτη του άμυνα , λοιπόν, είναι το τρέξιμό του. Ο λαγός τρέχει πολύ και από την ιδιότητά του αυτή βγήκε η φράση "έγινε λαγός.."

Και δεν τρέχει απλά πολύ, τρέχει στην ανηφόρα γιατί τον διευκολύνουν τα πίσω πόδια του που είναι πιο μακριά από τα μπροστινά. Έτσι λοιπόν τον κυνηγούν τα κυνηγόσκυλα αλλά δεν τον πιάνουν. Απ' εδώ βγήκε η φράση "περνάει η σκύλα το λαγό" που δηλώνει το αφύσικο, το ανέφικτο , το μη πραγματοποιήσιμο...

Δεύτερη άμυνα του είναι ο πολλαπλασιασμός του, που σημαίνει ότι, όσοι από το είδος μας κι αν γίνουμε βορά στους εχθρούς μας, το είδος μας δεν θα χαθεί... (Αν το αντίθετό του έχει κάποια σχέση με το δημογραφικό των Ελλήνων θα είναι καθαρά συμπτωματικό !)

Μόνο που εδώ ο λαγός είναι προικισμένος με μια ιδιαιτερότητα μοναδική ! Η μήτρα του θηλυκού είναι δισχιδής με αποτέλεσμα να διακρατεί δυο γέννες ταυτόχρονα. Δηλαδή πριν από τον τοκετό γονιμοποιείται ξανά και συλλαμβάνει , ενώ είναι ήδη έγκυος. Το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται σε κανένα άλλο θηλαστικό και ονομάζεται επικύηση..

Η ταχύτητα και η αρμονία πολλαπλασιασμού του λαγού και του "ξαδερφού" του κουνελιού απασχόλησε το Fibonacci ( κάπου στο 1200 μ.χ.) που έφτιαξε τη γνωστή κλίμακα Fibonacci που αγγίζει την αρμονία του χρυσού αριθμού Φ (1.618 ή τετραγωνική ρίζα του 5 συν ένα δια δύο) δηλαδή, πιο απλά, ο κάθε αριθμός προκύπτει από το άθροισμα των δύο προηγούμενών του, 1+1 =2 2+1=3 3+2=5 5+3=8 8+5=13 13+8=21...και ούτω καθ' εξής

Μόλις γεννηθούν τα μικρά τα σκορπίζει δεξιά- αριστερά κάνοντας έτσι διασπορά κινδύνου και απ' εδώ βγήκε η φράση: " γίναμε σαν του λαγού τα παιδιά".

Και πάμε στην τρίτη του άμυνα που είναι η ιδιότητα του "κατεπτηχέναι", να ζαρώνει δηλαδή να μαζεύεται, κάνοντας τον όγκο του πιο μικρό και άρα λιγότερο ορατό από τα γερακίσια μάτια...και τους λοιπούς του εχθρούς.

Απ΄ εδώ και πέρα θα παρακολουθείστε το συλλογισμό μου, τι σχέση δηλαδή μπορεί να έχει ο λαγός με το φτωχό !

Ο λαγός λέγεται και πτώξ απο το κατεπτηχέναι΄Πτώσει=εαυτόν κατακρύπτει, φοβείται
(Λεξικόν Ησυχίου του Αλεξανδρινού, σελ.208)
Πτωχός (ιδια ρίζα) ειναι ο επαίτης (ειδατε αλήθεια καναν επαίτη να ζητιανεύει καμαρωτός;) παρά του πτώσσειν, ο εστι ταπεινούσθαι. Σημαίνει και το επαιτείν. "Αλλά πτώσσων κατά δήμον.." Απο της αυτής δε εννοίας επιθετικώς ο λαγωός πτώξ δειλόν γάρ το γένος και δια τούτο ταπεινούμενον.

(Ομηρικόν Λεξικόν, Απολλώνιοι σοφιστές σελ.137)
Πτώκας λαγωούς. Πτώξ=λαγωός. Πτώσσοντες=δειλιώντες. Πτωχός=επαίτης παρά το πτώσσειν, ο εστι ταπεινούσθαι.
(Φωτίου του Πατριάρχου σελ. 471)

Το δε πτώξ λαγωός συνήθως επίθετο κατ' εξαίρετον, ώστε ότε τις ειπει μόνον το πτώξ, λείπει τότε το κύριον ο λαγωός.
(Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης σελ.243)

Επανέρχομαι στο συλλογισμό μου: Είδατε κάποιον φτωχό να περπατάει καμαρωτός κρατώντας με τους αντίχειρες τις τιράντες του στο ύψος της κλείδας; Όχι βέβαια ! Μόνο οι πλούσιοι και ιδίως οι νεόπλουτοι περπατάνε έτσι...Γιατί ο φτωχός με τόσα μέτωπα που έχει να αντιμετωπίσει (τα πιο πολλά προβλήματα επιλύονται με χρήματα-τα οποία δεν έχει-) περπατάει ως πτωξ, ζαρωμένος, πτυχωμένος, δειλός, ταπεινός, σκυφτός!!!!....

Οι φόβοι του "πτώκα λαγωού", λοιπόν , δεν διαφέρουν και πολύ από τους φόβους του "πτώκα ανθρώπου"... εκ του κατεπτηχέναι. Και οι δυό αμύνονται "διπλωμένοι" μειώνοντας τον όγκο τους, καθιστώντας τον έτσι μικρότερο στόχο στα βέλη των επιβουλέων τους... Για αυτό και οι φτωχοί είναι άσημοι (όχι ασήμαντοι) γιατί ως "διπλωμένοι" έχουν μικρότερη κοινωνική επιφάνεια και περισσότερη ταπεινότητα, χωρίς φρου - φρου και αρώματα...

Σημείωση: Το κουβαρνταλίκι χαρακτηρίζει κατά κύριο λόγο τους φτωχούς, για τους οποίους σημαίνει προσωρινή αναδίπλωση στην προσπάθειά τους να φανούν κοινωνικά ίσοι (τρομάρα τους) με τους κατέχοντες....

Ι.Β.Ντινόπουλος
-----------------------------------------------------------------
Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό blog του «γείτονα εδώ κι εκεί»


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Κυνηγώντας αλεπούδες στη βροχή …


Όλα έδειχναν μαγευτικά στο άγριο μεταμεσονύκτιο. Το παγωμένο νερό στο πρόσωπο, το ξύρισμα με την παλιά λεπίδα δίχως αφρούς και κρέμες, το πρωινό γεύμα αποτελούμενο από ντομάτα, τυρί, κρεμμύδι, μέλι και ψωμί ζυμωτό – «δυστυχώς το condinedal breakfast δεν πρόλαβε να μου το ετοιμάσει η γαλλίδα νταντά», ακόμα και ο υγρός αγέρας, όταν, φορτωμένος με τον εξοπλισμό μου, κατευθύνθηκα προς την κληματαριά για να πάρω το αυτοκίνητο, «έδειχναν» μία συναρπαστική ημέρα. Η ώρα έλεγε 4. Τα αστέρια στον ουράνιο θόλο μου έδειχναν τον χρόνο από το παρελθόν, και άρχισα το τραγούδι:
«ποια είναι αυτή που πέρασε
και δεν μας εχαιρέτησε
αυτή είν’ η Λίνα του Παπά
που περπατά ταρναριστά»

Πάρκαρα στο τόπο που θα κυνηγούσαμε και άνοιξα το cd να ακούσω τον «Μπολιβάρ» από τον ίδιο τον Εγγονόπουλο. Φευγάτα όλα, όπως και η άτιμη η ζωή μας, που είναι ένα απλό «τσαφ» στον χρόνο. Δηλαδή τίποτα. Ο γαλλικός καφές έδεσε με τα γειτονικά αρώματα του βουνού και η καλή διάθεση συνεχίστηκε μέχρι την πρώτη σταγόνα που έσταξε και μου πάγωσε την καράφλα. Φθινόπωρο (!)

Στο ξημέρωμα κοντά, συγκεντρώθηκε η ομάδα «δια τα περαιτέρω». Αλλά που να κάνεις ιχνηλασίες, που να κόψεις, που να μπεις παγάνα με τόση βροχή; Και όμως, όλα έγιναν με τη σειρά τους. Και η βροχή συνέχιζε να ποτίζει και να γεμίζει τις υπόγειες δεξαμενές, πότιζε όμως και εμάς – που μέχρι το βράδυ κάναμε δυό – τρείς αλλαξιές ρούχα ο καθένας μας. Ναι, μέχρι το βράδυ, διότι τότε καταφέραμε να μαζέψουμε τα σκυλιά μας και να φύγουμε κατάκοποι από τις καιρικές συνθήκες. Δεν μιλάμε φυσικά για άγρια, αυτά ούτε που τα ακουμπήσαμε, μόνο η καπρίλα ερχόταν έντονη από τον ντορό τους συνέχεια. Και σε όλα αυτά, εκείνη η ματιά της ξανθιάς με τα γαλανά μάτια, μου έσκισε και μου διάλυσε το πίσω δεξί λάστιχο, και μέσα στη βροχή έβγαζα γρύλους και σταυρούς. Είπαν όμως πως δεν έφταιγε η ματιά της ξανθιάς κούκλας αλλά η κοφτερή πέτρα που «πέρασε» κάτω από το λάστιχο. Τι να πρωτοπιστέψεις;

Στο τραπέζι του δείπνου, με κεφαλή τον αρχηγό μας (πάντα), τρώγαμε με όρεξη το κριθαράκι στο φούρνο με κόκορα αλανιάρη (γνήσιο) και ο κόκκινος οίνος από τα αμπέλια της ορεινής Ολυμπίας, μας έδινε δύναμη. Αφού δειπνήσαμε καλά, ήλθε και το γλυκό μας – κανταΐφι με εκμέκ. Τότε και μόνο τότε, ο αρχηγός άρχισε να εξιστορεί ένα προς ένα τα λάθη της ημέρας. Και όλοι μας «φοβισμένοι», «αμίλητοι», ακούγαμε και περιμέναμε εκείνο το δίχως έλεος ξέσπασμα που ακόμα και πέτρες λυγάνε στο άκουσμά του.

Αφού όμως δεν ήλθε το «ξέσπασμα» του αρχηγού μας, ήλθε και πάλι το κέφι μας. Και αρχίσαμε να γελάμε μέχρι δακρύων από τα παθήματα της βροχερής ημέρας. Γιατί, τα σκυλιά μας – όχι όλα, αλλά κάποια, βαράνε στάμπα ακόμα και σε αλεπούδες (!). Τόσο εκπαιδευμένα είναι… Κάποια άλλα – καινούρια αυτά, ο Τόμ και ο Τζέρρυ, κυνηγούσαν και κλαφούνιζαν το ένα το άλλο. Τον Τόμ τον φωνάζουμε και Σάντυ γιατί είναι θηλυκό, και παραδόξως ακούει και στα δύο ονόματα. Έχουμε ένα άλλο σκυλί, τον Τσάκαλο. Αυτός και αλεπού να δει, την αγνοεί, κυνηγά μόνο κάπρους. Όμως ο Τσάκαλος δεν μπορεί να γαυγίσει, έπαθε ψύξη και χάλασαν οι φωνητικές του χορδές. Και δεν μας έφταναν όλα αυτά μες στη βροχή, ακούγαμε στον ασύρματο και τον αρχηγό συνέχεια να ρωτά: «κυνηγά ο Τούρκος;». Ναι αρχηγέ, κυνηγά τα καινούρια που κυνηγιούνται μεταξύ τους (!).

Ήταν μία ημέρα που τα είχε όλα εκτός από το θήραμα. Τα καρτέρια περίμεναν με αγωνία τις αλεπούδες να ξεμυτίσουν στο βεληνεκές τους, η παγάνα μούσκεμα χάλασε πολλά φυσίγγια μη γνωρίζοντας «τι ποιούν» τα σκυλιά μας, και αυτά, χαρούμενα που συνάντησαν μόνο αλεπούδες, έκαναν πάρτι στο πυκνό.

Αποφασίσαμε, λίγο πριν πάμε για ύπνο, ότι, αφού έχουμε σκυλιά για όλες τις δουλειές, γιατί δεν «σπάμε» την ομάδα στα δύο και να κυνηγάμε οι μισοί άγρια και οι άλλοι μισοί αλεπούδες; Στο άκουσμα της πρότασης, οι περισσότεροι έριξαν ένα χρυσό γέλιο και φάνηκαν στα δόντια τους «μαυρίλες» από το νερό που είχαν πιει πρωτύτερα. Νερό μολυσμένο, όπως του Ασωπού για παράδειγμα.

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό της Απογευματινής «Κυνήγι» την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Τοπικισμοί στο πέλαγος ... και άλλα προεκλογικά

Διαβάζοντας τα τελευταία κυνηγετικά νέα που κυκλοφορούν ευρέως στην αγορά της πληροφορίας, έκανα μία “ανάπαυση” στους “τυχερούς” συναδέλφους που μετακινούνται με πλωτά μέσα. Και οφείλω να ομολογήσω ότι ζήλεψα όσους αντί για τιμόνι, κάνουν το κουμάντο τους στη ρότα που χαράζουν, με την λαγουδέρα.
Κάποτε, εξαιτίας της λαγουδέρας, μιά κοκκινομαλούσσα κοπελιά με ερωτεύτηκε σφόδρα – μου είπε μάλιστα, όταν το ειδύλλιο ευόδωσε, πως ο τρόπος που κρατούσα τη λαγουδέρα ήταν συναρπαστικός!. Το θυμήθηκα το περιστατικό αυτό τώρα που αναφέρθηκα στα πλωτά μέσα. Εκείνος ο έρωτας τελείωσε όταν κάποτε μείναμε από βενζίνη και αναγκάστηκα να κωπηλατήσω προς την ασφάλεια της στεριάς. Με ήθελε καπετάνιο η κυρά και όχι κωπηλάτη. Της χάλασα το όνειρο ...

Κατά την περιήγησή μου προς αναζήτηση πνευματικής τροφής, στάθηκα με περίσκεψη στα φουσκωτά των συριανών κυνηγών που ρίξαν αγκυροβόλι σε απάνεμα μικρολίμανα της Άνδρου. Και εκεί, άρχισε ο πόλεμος των ανακοινώσεων ανάμεσα στα αδελφά κυνηγετικά σωματεία. “ήλθαν εδώ οι δικοί σας και πυροβολούσαν στα ανοικτά αγριοπερίστερα - και μετά, πυροβολούσαν στα υψώματα που δεν υπάρχουν αγριοπερίστερα” - έγραφαν οι ανδριώτες, αφήνοντας αιχμές.... Τι κυνηγούσαν “μετά” στα υψώματα οι συριανοί; Η απάντηση έμεινε μετέωρη και δεν μπορώ να ησυχάσω (!).

Οργίσθηκαν όμως και οι συριανοί και έβγαλαν και αυτοί ανακοίνωση καταπέλτη. Δηλαδή, “πιάστ' το αυγό και κούρευτο” που λένε και οι δικοί μου οι ορεσίβιοι. Οι εμπλεκόμενοι, μέλη των δύο συλλόγων, αλληλοκατείγγειλαν το “κακό” που πλέει στο πέλαγος. Και εμείς, θεατές και αναγνώστες μιάς νοοτροπίας με έντονα τοπικιστικά στοιχεία, αντί να αποκτήσουμε μιά καλή ενημέρωση, χαθήκαμε στην υποκειμενική αλήθεια τους, στον δικό τους τοπικό εμφύλιο.

Δεν είναι πράγματα σοβαρά αυτά, ειδικότερα όταν η αφετηρία τους έχει πρωταγωνιστές κυνηγετικούς συλλόγους – που νοιάζονται υποτίθεται για το καλό, όποιο και αν είναι αυτό. Και το καλό το διαβάσαμε στη συνέχεια άλλης επιστολής (δελτίο τύπου), όπου αναγράφονται οι δράσεις του ενός εκ των δύο συλλόγων. Από τις δράσεις αυτές κράτησα με κάθε επιφύλαξη την απόφαση του Δ.Σ που αναφερόταν σε κυνηγό που πιθανότατα βρέθηκε παράνομος και ομολόγησε και ο ίδιος την πράξη του - «να του επιβληθεί η ποινή της “απλής παρατήρησης μετά συστάσεως μη επαναλήψεως “ Άρθρο 2 παράγραφος 2 α.». Αγνοώ το άρθρο 2/παράγραφος2, όπως αγνοώ και την παράνομη πράξη που παραδέχθηκε ο συνάδελφος. Αν το μάθει κανείς, ας μου το μεταφέρει να ταίσω το πνεύμα μου το ανήσυχο και να καταλάβω σαν άνθρωπος την “απλή παρατήρηση μετά συστάσεως”.

Τα πλωτά μέσα, πολλοί τα χρησιμοποιούν στις ημέρες μας, με ή χωρίς λαγουδέρα. Με ταχύπλοα γιομάτα “κομάντος” που πάνε στα “στροφάδια” για λικέρ, αλλά και όπου αλλού βρίσκουν απάνεμα λιμανάκια, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Η παρανομία πολλές φορές έλκει, ανεβάζει την αδρεναλίνη, και φυσικά αποφέρει εύκολα και ακούραστα καρπούς. Γιατί άραγε όμως τα ταχύπλοα μέσα να είναι και παράνομα; Μπερδεύτηκα (!).

Και από το μικρό μπέρδεμα του αρχιπελάγους, έπεσα σε ανακοίνωση της Κου Σου Εε – που προτρέπει εμάς τα παιδιά της να ψηφίσουμε κυνηγούς και φιλοκυνηγούς – σε όποιο χώρο και αν βρίσκονται. Για να δυναμώσει η φωνή μας στο Κοινοβούλιο. Ώπα (!), τελικά άργησαν κατά μερικούς μήνες – από την εποχή των ευρωεκλογών, οι “συνδικαλιστικοί πατέρες μας” και μας προτείνουν, μας συμβουλεύουν, και μας δείχνουν με σαφήνεια ποιό είναι το συμφέρον μας.

Αγαπητοί μας συνάδελφοι της Κου Σου Εε, όταν έπρεπε να σταθείτε μπροστάρηδες, σταθήκατε στην ουρά. Τώρα, νομίζετε πως έχετε το δικαίωμα να μας νουθετείτε; Να μας προτρέπετε; Μήπως αλλάξατε ρόλους και γινήκατε εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων; Άχρωμοι, άοσμοι, αόρατοι; Συγχωρείστε με, αλλά απευθυνθήκατε και σε μένα. Και έχω πιστεύω το δικαίωμα να εκφραστώ ελεύθερα – όπως κάνατε και εσείς στην ανακοίνωσή σας.

Έχω ένα φίλο, ξάστερος άνθρωπος και τίμιος, ιδεαλιστής. Που νοιάζεται για το καλό. Δεν είναι αντικυνηγός. Είναι υποψήφιος με τους οικολόγους, τους “εχθρούς μας”. Αυτόν μου επιτρέπετε να τον ψηφίσω; Αναμένω οδηγίες ...

--------------------------------------------------------------

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό της Απογευματινής “Κυνήγι” την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009.